Αποστολέας Θέμα: ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΟΙ- Κουντουράδες- Τσαγκάρηδες- Γεμενετζήδες- Σκιτζής  (Αναγνώστηκε 1814 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Συγχαρητήρια
  • -Δώσατε: 7
  • -Λάβατε: 21
  • Μηνύματα: 366
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 29
  • Φύλο: Άντρας
ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΟΙ- Κουντουράδες- Τσαγκάρηδες- Γεμενετζήδες-επώνυμο Σκιτζής

Κουντουράδες-Τσαγκάρηδες- Παπουτσήδες – Παπουτσάνηδες

Yποδηματοποιοί είναι η επίσημη ονομασία των τεχνιτών που κατασκευάζουν ή επιδιορθώνουν παπούτσια. Στην παλιά Τρίγλια  τους υποδηματοποιούς τους έλεγαν  κουντουράδες τσαγκάρηδες, παπουτσήδες και παπουτσάνηδες. Έφτιαχναν καινούργια παπούτσια και επιδιόρθωναν παλιά. Έβαζαν τακούνια, σόλες και μπάλωναν με τον κερωμένο σπάγκο τα τρυπημένα παπούτσια. Για τα καινούργια παπούτσια , ο μάστορας έπαιρνε τα «μέτρα» του πελάτη, που πατούσε το πόδι του στο χαρτί του βιβλίου, έπαιρνε το «στάμπο» ή «στάμπα» (το αποτύπωμα του γύρω-γύρω πέλματος) , το μάκρος,  τα δάχτυλα, τον κουτουπιέ, το πασάγιο. Οι κουντουράδες όταν έπεφτε πολύ δουλειά, δούλευαν ως τα μεσάνυχτα, ιδίως πριν το Πάσχα και τα Χριστούγεννα που είχαν παραγγελίες  καινούργια παπούτσια. Τότε έλεγαν ότι «έτρωγαν της λάμπας το φυτίλι».  
    Oι τσαγκαράδες την Δευτέρα δεν εργάζονταν συνήθως, ήταν  «Τσαγκαροδευτέρα». Γι’ αυτό πείραζαν όσους δεν εργάζονταν κάποια μέρα «Τσαγκαροδευτέρα είναι σήμερα;». Τα γαμπριάτικα παπούτσια ήταν τα πιο ακριβά και περιποιημένα. Ο γαμπρός παράγγελνε του τσαγκάρη να ετοιμάσει τα καλύτερα. Θα τα κρατούσε για πολλά χρόνια. Μερικοί «κομψευάμενοι» ήθελαν τριζάτα σκαρπίνια.
Το εργαστήριο του υποδηματοποιού το λέγανε κουντουράδικο ή τσαγκαράδικο. Ο τσαγκάρης δούλευε στον πάγκο. Ο πάγκος ήταν ένα  ξύλινο μικρό τετράγωνο τραπεζάκι με γύρω-γύρω ξύλινο κορδονάκι και χωρισμένο στις γωνίες με άλλο ξύλινο κορδονάκι, που σχηματίζει τέσσερα τρίγωνα. Γύρω- γύρω από τον πάγκο υπήρχαν  πέτσινες θήκες και κρέμονται τα  εργαλεία περασμένα μες στις θήκες. Επάνω στον πάγκο ο τσαγκάρης είχε  σφυριά  και σφυράκια, τανάλιες μονταρίσματος και για τις πρόκες, φαλτσέτες (μακριές ατσάλινες λάμες για το κόψιμο των δερμάτων) ράσπες, λίμες, κατσαμπρόκο,  διάφορα σουβλιά –σπαθάτα και πατωτικά- (εργαλεία  του χεριού με οξύ άκρο για να ανοίγει ο τσαγκάρης τρύπες στα δέρματα),  γάντζο για το καλαπόδι,  μασάτι (ακόνι για τις φαλτσέτες, για να γλυκαθούν), μεζούρα, σπράγκες και ξυλόπροκες. Δίπλα στον πάγκο υπήρχε η «πατούνα»(το αμόνι του τσαγκάρη) και το τρίποδο.    
Μερικά  τέτοια τσαγκαράδικα υπάρχουν ακόμα στις γειτονιές των πόλεων και στα  χωριά, για την επιδιόρθωση των παπουτσιών.  
Στην Τρίγλια οι τσαγκάρηδες είχαν παραγιούς (τσιράκια) οι οποίοι κάθονταν γύρω στο πάγκο, δίπλα στο μάστορα και είχαν ως πρώτη δουλειά να κερώνουν τον σπάγκο.  
Σημαντικό για την κατασκευή των παπουτσιών ήταν το καλαπόδι. Το καλαπόδι ήταν ξύλινο ομοίωμα κατώτερου τμήματος του ποδιού, σε φυσικό μέγεθος, επάνω στο οποίο οι υποδηματοποιοί συναρμολογούν και κατασκευάζουν τα παπούτσια.
Αν τα μέτρα που έπαιρνε διαπίστωνε ότι το καλαπόδι χρειαζόταν συμπλήρωμα για το μάκρος, έβαζε «λόγκα» στο πίσω μέρος ή «άλτσες», προσθετικό στο πάνω μέρος για να μεγαλώνει το κουτουπιέ. Για το επάνω μέρος της κατασκευής του παπουτσιού χρειαζόταν τα «φόντια». Τις «σόλες», και τα «βάρδουλα» τις έβρεχε στο «μαστέλο». Το μαστέλο ήταν μεγάλο δοχείο με νερό κάτω απ’ το τραπεζάκι του τσαγκάρη. Στο μαστέλο έβαζαν τα πετσιά  για να μαλακώσουν, να χτυπηθούν, να «πισταριστούν», να ανοίξουν και να είναι εύκολα στην παραπέρα  επεξεργασία.  Το μαστέλο έπρεπε να καθαρίζεται κάθε μέρα. H κατασκευή των παπουτσιών ήταν όλη χειροποίητη. Τα παπούτσια γίνονταν ραφτά και καρφωτά. Τα δέρματα ήταν δύο ειδών: τα μαλακά και ψιλά για το πάνω μέρος του παπουτσιού και τα χοντρά για τις σόλες.
 
Τα σκαρπίνια ήταν το επίσημο χαμηλό παπούτσι που άφηνε ακάλυπτους τους αστράγαλους.
Οι  κουντούρες ήταν παπούτσια χαμηλά, κλειστά και δερμάτινα των γεωργών.    
 Οι μπότες ήταν υποδήματα κλειστά και ψηλά, ώστε να καλύπτει το πόδι συνήθως ως το γόνατο. Υπήρχαν οι μπότες οι παπαδίστικες που ήταν μέχρι την κνήμη.
Τσερβούλια λέγανε τα τσαρούχια με δερμάτινο πάτο.



■ Στην παλιά πατρίδα, είχαμε πολλούς υποδηματοποιούς, τους λεγόμενους κουντουράδες. Ήταν ο Γιώργης Δόμνας, ο Χριστόφορος Χατζηπαππού, ο Αριστείδης Τιτάνγκος, ο Κουντουράς Σεβταλής, ο Θανάσης Τσακμάκης, ο Δημητρός Τσακμάκης, ο Ανάστασης Πατηκάς, ο Αρμένης Αλεξάνης, ήταν και ένας Τούρκος γεμενετζής.
Ο Δόμνας είχε  δυο γιους κουντουράδες, τον Χρυσόστομο και τον Πέτρο. Οι δύο πρώτοι ο Δόμνας και ο Χατζηπαππούς εργάστηκαν και στην Κωνσταντινούπολη και από την πλευρά της τεχνικής ήταν πιο εξελιγμένοι. Κάνανε παπούτσια πολυτελείας, εκείνης  της εποχής. Τότε ήταν η μόδα τα κουμπωτά σκαρπίνια και μπότες. Όσοι τα φορούσαν είχαν και το κουμπωτήρι μαζί τους και άλλοι πάλι που φορούσαν κουντούρες και γεμενιά, είχαν μαζί τους το μπρούτζινο κόκαλο.
Όλοι οι κουντουράδες δούλευαν πολύ γερά πετσιά, τον λεγόμενο Γαλλικό κιοσελέ, γιατί εκείνη την εποχή ο κόσμος αν έκανε ένα ζευγάρι κουντούρες έπρεπε τουλάχιστον να κρατήσουν δέκα χρόνια. Δεν ήταν όπως σήμερα πού θέλομε κάθε έξι μήνες και από ένα ζευγάρι παπούτσια.
Τότε εκεί, προ παντός οι Ρετζεπέριδες (αγρότες) , που πήγαιναν καθημερινά στα χτήματα δεν χαλούσαν παπούτσια. Φορούσαν τσερβούλια από αγελαδινό πετσί. Ο Μαστροσεβτάλης έκανε πολύ γερές κουντούρες, ήταν στη γεροσύνη ξακουστός.
Κάποτε πήγε ένας δικός μας να παραγγείλει για το γιο του ένα ζευγάρι κουντούρες.
-Καλημέρα, λέει, Μάστρο-σεβταλή.
-Καλημέρα,  απαντάει ο τσαγκάρης. Τι συμβαίνει;
-Θέλω να κάνεις το Σωτηρό ένα ζευγάρι παπούτσια.
-Μπράβο, λέει ο Σεβταλής, και παίρνει το βιβλίο του μέτρου τη μεζούρα και το μολύβι, και πήγε να πάρει του Σωτηρό τα μέτρα.
Αφού του πήρε τα μέτρα, έπειτα μετράει ο Σεβταλής με τη μεζούρα και τι να δει: 44 νούμερο. Απόρησε ο άνθρωπος. Κάνει το λογαριασμό και σκέφτεται. Κανονικά έπρεπε να πάρει όσα γρόσια έπαιρνε για τους μεγάλους. Και λέει στο μπαμπά του παιδιού ότι θα στοιχίσουν 150 γρόσια. Όταν το άκουσε ο Μπάρμπα - Δημητρός, απόρησε, σαν να του κατέβηκε νταμπλάς και λέει:
-Βρε Σεβταλή μου, τόσο πολλά θα κοστίσουν του Σωτηρού τα παπου-τσόπλα;
-Ναι, λέει ο Σεβταλής, γιατί το Σωτηρό έχει ποδάρια μεγαλύτερα και από τους μεγάλους.

Οι Κουντουράδες της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής.
«Τριγλιανά Νέα», 20 Δεκεμβρίου 1978, φύλλο 18
Τριγλιανά Λαογραφικά.


Οι γεμενετζήδες

Οι γεμενετζήδες κατασκεύαζαν τα γεμενιά  ελαφρά παπούτσια, μαλακά από φθηνά δέρματα. Τα φορούσαν οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά. Δεν υπήρχε δεξί και  αριστερό, φοριούνταν και στα δυο πόδια, ήταν ραφτά, χωρίς καρφιά και πρόκες. Η λέξη γεμενί προέρχεται  από το τουρκικό  Yemeni, το όνομα της χώρας Υεμένη. Οι πασβάντες στην Τρίγλια φορούσαν ελαφρά γεμενιά που βάδιζαν την νύχτα χωρίς να ακούγονται.

Επώνυμο Σκιτζής
      
Το Τριγλιανό επώνυμο Σκιτζής προέρχεται  από τη τούρκικη λέξη eskici  που σημαίνει παλιατζής, μπαλωματής. Σκιτζή λέγανε αυτόν που επιδιόρθωνε παλιά παπούτσια, τον μπαλωματή.  Μεταφορικά, σκιτζή λένε τον αδέξιο τεχνίτη και σκιτζίδικη δουλειά την άτεχνη δουλειά.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός

Πηγές:
1. Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ν.Π Ανδριώτη, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995.
2. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
3. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος- Φυτράκης, Ελευθεροτυπία 1993  
4.Συντεχνίες & Επαγγέλματα στη Θράκη 1685-1920), Κ.Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
5.«Τα οικογενειακά μας ονόματα»,Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995
6.Δημήτρης Τομπαΐδης "Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευσης" Αθήνα 1990
7. Πληροφορίες: Νίκος Β.Μπαμπαροξής, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής.