Αποστολέας Θέμα: ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 1. ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ  (Αναγνώστηκε 135 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 79
  • -Λαμβάνω: 113
  • Μηνύματα: 372
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 116
  • Φύλο: Άντρας
Τριγλιανοί διάλογοι - 1 .  Στη βρύση

Μελτέμι Αλλαγής, 58 (Σεπτέμβριος 1981.35em), σ. 4.

[...] Ο κάθε τόπος έχει τη δική του διάλεκτο και προφορά. Έτσι και η Τρίγλια είχε τη δική της διάλεκτο και προφορά, που δεν πρέπει να την αφήσομε να χαθεί. Όχι, βέβαια, για να τη μιλούμε κάθε μέρα, αλλά για να μάθουν οι νεότεροι και για να θυμούνται και ν ’ αναπολούν οι μεγαλύτεροι. Ακόμη, αν θέλετε, κι οι περίεργοι κι οι είρωνες (γιατί, δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί που ειρωνεύονται την Τριγλιανή διάλεκτο και τις διαλέκτους γενικά), γιατί, μην ξεχνάμε, ο καθένας από μας από κάπου κρατά η γενιά του και οπωσδήποτε έχει τη δική του διάλεκτο και προφορά και απ ’ αυτήν καταλαβαίνεις την καταγωγή του. Εδώ, λοιπόν, θα πάρομε μια ιδέα για το πώς μιλούσαν και συνεννοούντο οι παππούδες και προπαππούδες και γιαγιάδες μας.

Οι Τριγλιανοί στις κουβέντες τους είχαν λέξεις επηρεασμένες από την τουρκική γλώσσα και αυτό ήταν φυσικό, αφού ζούσαν υπό τουρκικό ζυγό. Αλλά, κυρίως, είχαν λέξεις ελληνικές, με αρχαίες ελληνικές καταλήξεις (όπως χορεύουσι, πεινούσι κλπ.) ή και ολόκληρες λέξεις (όπως όρνιθες κλπ.). Από τέτοιες είναι γεμάτη, στην κυριολεξία, η Τριγλιανή γλώσσα.

Αν καταπιαστούμε και με τα ονόματα ανδρών και γυναικών, που κρατούν πιστά την παράδοση από τον παππού στον εγγονό ή από τη γιαγιά στην εγγονή, θα θυμηθούμε ότι σύμφωνα με μία θεωρία στην Τριγλιά ήταν το αρχαίο Βρύλλειον, σύμμαχος των Αθηνών. Σαν παραδείγματα παραθέτω μερικά τέτοια ονόματα: Αριστείδης, Αρχιμήδης, Δημοσθένης, Διογένης, Επαμεινώνδας, Ιπποκράτης, Μιλτιάδης, Σωκράτης, Φίλιππος, Ασπασία, Αφροδίτη, Ιφιγένεια κλπ.

Όσο για τον διάλογο που θα διαβάσετε παρακάτω, θέλω να πιστεύω ότι πολλοί από τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες θα ταξιδέψουν με το πλοίο που το λένε «Φαντασία» και θα ζήσουν και θα αναπολήσουν νοερά τους μαχαλάδες και τις ακρογιαλιές του τόπου της καταγωγής των. Οι πιο ευαίσθητοι ίσως δακρύσουν -ίσως γιατί έκλεισε ένας ακόμα χρόνος από τον τρομερό εκείνο Αύγουστο. Αλλά και θα γελάσουν με ευχαρίστηση και θα χαρούν, γιατί ο διάλογος έχει ένα γλαφυρό και χαρωπό ύφος από την καθημερινότητα των νοικοκυράδων της Τρίγλιας της παλιάς.

Η κυρά Σμαρώ βγαίνει με δυο τενεκέδες από το σπίτι της και πηγαίνει για νερό στο πετόνι του Κονακιού, τη βρύση στην κάτω γειτονιά, τα Τσιφούτικα, όπου βρίσκεται το σπίτι της. Στον δρόμο συναντά τη γειτόνισσά της την κυρά Αρίστη, που και αυτή, κατά σύμπτωση, πηγαίνει στην ίδια βρύση για νερό.

Σμαρώ: Καλή μέρα, μαρή Αρίστη. Ε, τι έκανες το πρωί; Σε ήκουσα και φώναζες. Μετά ποιόνα τα έχεις;
Αρίστη: Άσ ’ τα, μαρή Ζμαρώ, και είμαι κατασκασμένη. Να, σηκώθηε το πρωί η μάνα μου να με νοικοκυρέψει, και με τα πρόκοψε! Πήε, μαρή, στο κουμάσι, να ταΐσει τις όρνιθες, και άφησε ντη μπόρτα ασφάλιστη. Μα να, τι να σε πω και τι να λο ’ αριάσω. Ξέβηανε όλες όξω, μαρή, και ξεδραχτήσανε ούλονα ντο μπαχτσέ, τέτοιο πρέψος, τέτοια ομορφιά, εκάναν τονα νταρμαχούσι. Πιάστηανε και οι πετεινοί, μαρή, και φοβήθηε το μερκέπι, κόντεψε να το κατσιρντίσου, και πάνε ’ ύρευε. Ήκουσα το πατιρντί και κατέβηα κάτου. Τι να σε πω, μαρή Ζμαρώ, από κείνη ντην ώρα τρέμω, θαρρείς κι έχω θέρμη.
Σμαρώ: Άντε, μαρή ξίκισσα, που πυχίζεσαι με τέτοια πράματα, πούλουδα έναι, θα ξαναγένου.
Αρίστη: Καλά τα λες, μαρή Ζμαρώ, αλλά εγώ δεν μπορώ.
Σμαρώ: Τι δεν μπορείς, μαρή ξίκισσα, χαμένο ρούχο. Αμ ’ εγώ, τι να πω με τα δικά μου τα θηρία, που κουντουρντίζου όλη ντη μέρα;
Ε, για το Αφρώ μου δεν μπορώ να πω, και στο κουκούλι με βοηθά και στο νοικοκυριό. Και που πιάνει το κελερόπετσο και τρίβει τα σανίδια, κεχριμπάρι κάνει τα, μαρή Αρίστη.
Κείνος ο μεγάλος μου, αχ, τι να σε πω, κάλπης, μαρή, εντεψίζης, ο ήλιος δέκα καντάρια αψηλά και κείνος κείτεται στο στρώμα. Κείνος ο δικό μου φωνάζει ντονα, φοβερίζει ντονα, αυτός ούτε σαλεύει ούτε λαλεί, πέρα βρέχει, αρκαντού αν βροντού και δε βροντού.
Κείνο το μικρό, το ναλέτικο, είπα το εψέ το απόγεμα να πάει όξω να φέρει καμμιά λούνα χορτάρι για τα ζουντανά, «όχι», είπε, και έσκασε. Πήε στο μεϊντάνι και μπάλευε με τα Ντουρκούδια ίσαμε τα μεσάνυχτα. Με είπανε, μαρή Αρίστη μου, δεν μπάει και στο σκολειό. Το πρωί ’ υρίζου κάτω στο γιαλό και παίζου. Ά ντο πω ντο Μπόλκα, 1 μαρή, να πάει να τα μαζέψει.

[Ο Μπόλκας ήταν παιδονόμος.]

Βάσανα, μαρή, ’ α ντο πω.
Εσύ, τα δικά σου, τα βλέπω και τα καμαρώνω, τιανιάς παλληκαρόπλα.

[Εν τω μεταξύ φτάσανε στη βρύση.]

Σμαρώ: Άντε, βάνε, γέμο πρώτη, να σε φύει και η σκάση.

[Γεμίζοντας τους τενεκέδες με νερό, η Αρίστη γυρίζει και βλέπει προς το μέρος της θάλασσας. Απέναντι είναι το καφενείο του Χάσικου.]

Αρίστη: Μα να, για δε ’ τονα, μαρή Σμαρώ, ο Σαλής δεν είναι ούτος που κουνεί χέρια, πόδια και παραμιλά;

[ Ο Σάλης ήταν Τούρκος, άκακος άνθρωπος, κομμάτι αλαφρός. Ήταν, ας πούμε, ο τρελός του χωριού.]
[Ο Σαλής κοιτάζει μέσα στο τζάμι του καφενείου, που καθρεπτίζει τις δύο
γυναίκες, και αρχίζει να λέει τα τρελά του στη γλώσσα του.]

Σαλής: Ικί ρουμ καρεσί τσεσμεντέν σου αλί αλάρα ικί τενεκεϊλάρν.

[ Κατά λέξη: Δυο ρωμιές γυναίκες από τη βρύση νερό παίρνουν με δυο τενεκέδες.]
[Το επαναλαμβάνει συνέχεια, νομίζοντας ότι κάτι κάνει. Εν τω μεταξύ οι τενεκέδες έχουν γεμίσει νερό.]

Σμαρώ: Αυτός έναι, μαρή. Μόνε τσάκο τους τενεκέδες και πορπάτειε, γιατί ούτος, με τις φωνές του, ’ α μας βγάλει και στο ικάντο.
Αρίστη: Αγάλι, μαρή Σμαρώ, να σε προκάνω, με ούτα τα γαλέτζια. Άμα πλαλώ, πάω σα νταντούλι.

[Στην πρώτη γωνιά που στρίβουν, κάθονται να πάρουν ανάσα.]

Σμαρώ: Δε με λες, μαρή, τι φαΐ κάνεις σήμερι; Γιατί εγώ τα σαστίζω, δε ξέρω τι να κάνω. Είπα να κοιμίσω κομμάτι ορβίθι αποσπερί, γιατί ο Αναστάσης μου θέλει το με τα ελιόπλα. Και κανέ ’ γαράτο καλό έναι. Κείνος ο μεγάλος μου «όχι» είπε και έσκασε. , Α ντονε κάνω κάνε αβγό τηανητό, να ντονε γελάσω.

[Ξαναξεκινούν, φθάνουν στο σπίτι της Αρίστης και στέκονται μπρος στην αυλόπορτα.]

Αρίστη: Εμένα, μαρή, ο Διογένης μου έφερέ με εψέ το βράδυ απέ ντον Αναστάση τον Κόκκινο μπουμπάρι και τζιέρι, να το κάνω παραγεμιστό με πληούρι. Το πρωί έφυε, να πάει στο Σταυροπήδι, να κάνει καμμιά μπεντάρα δουλειά. Δύο βήματα έναι, ’ α ’ ρτει να φάει το μεσημέρι, ν ’ αποκουραστεί και καμμιάν ώρα, γιατί προψές σήκωσε κάτι ντομπρούκια, να τα φορτώσει στον αραμπά, και κουτσοσταυρίστηε.
Σμαρώ: Ναι, μαρή, και ο δικός μου κάνει τέτοιες κουτουράδες και ύστερι τα τραβούμε εμείς. Για δε, και δε σε είπα, έχω ζυμωτό σήμερα. Ά κάνω και μια καταχώπιτα, γιατί δε , α προκάνου το μεσημέρι να ψηθού τα ψωμιά. Ά κάνω κι ένα νοχιό λουκούμια, ζεστά ζεστά, ’ α τα περιχύσω και με ίψημα, αυτά τα τρώμε ούλοι μας. Και για δε, μαρή Αρίστη, στείλε το μεσημέρι μεριά το Σωτηρώ, να σε στείλω κάμποσα.

[Από την άλλη μεριά του δρόμου ακούγεται μια φωνή. Είναι ο Φομφόνης, ο φούρναρης.]

Φομφόνης: Σμαρώωωω, άντε μαρή, πού ’ υρίζεις; Σέμπα, κι έμεινες ξώρας, ’ α το φάτε λιπανάβατο.
Σμαρώ: Καλό, μπρε, ήκουσα, τι ξεφωνίζεις; Άντε, ’ α πααίνω. Και όπως σε είπα.
Αρίστη: Καλό, μαρή, καλό.


αποσπερί: αποβραδίς
αραμπάς :τετράτροχη άμαξα
γαλέτζια: τσόκαρα
γαράτο: παστό ψάρι
ελιόπλα: ελιές
εντεψίζης : άνθρωπος ανάποδος, στριμμένος
εψέ: χθες
ικάντο — «βγάζω στο ικάντο»: διαλαλώ
ίψημα:πετιμέζι (αρχ. έψημα: πυκνός χυμός σταφυλιού)
κάλπης:τεμπέλης
καταχώπιτα :είδος ψωμιού, σαν λαγάνα
κατσιρντίσου :ξεσηκώσουν
κελερόπετσο: δέρμα σαλαχοειδούς
κονάκι : έδρα της τοπικής φρουράς
κουμάσι : κοτέτσι
κουντουρντίζου :. κάνουν φασαρία, μαλώνουν
κουτσοσταυρίστηε :. πόνεσε η μέση του/της
λιπανάβατο : (ψωμί) που δεν έχει φουσκώσει
λουκούμι : γλυκό από ζύμη με μυρωδικά και κανέλα, που σχηματίζει σπείρα μέσα σε ταψί και αφού ψηθεί, περιχύνεται ζεστή με πετιμέζι και κόβεται σε κομμάτια
λούνα :φεγγάρι, (μτφρ.) όγκος με καμπυλότητα
μεϊντάνι: αγορά
μερκέπι:. γαϊδούρι
μπουμπάρι: παχύ έντερο, για παραγέμισμα με πληγούρι
ναλετικο: πεισματάρικο, με γινάτι
νοχιός: ταψί από λαμαρίνα
νταντούλι — σα νταντούλι: παραπατώντας
νταρμαχούσι: ανακάτεμα, διάλυση
ντομπρούκια: μεγάλα κούτσουρα
Ντουρκούδια: Τουρκόπουλα
ξέβηανε: βγήκαν
ζεδραχτήσανε: κατάσκαψαν
ξίκισσα : .αλαφρόμυαλη
ξώρας: με καθυστέρηση
ορβίθια: ρεβίθια
πατιρντί:. φασαρία
πετόνι: βρύση
πλαλώ: τρέχω
πούλουδα: λουλούδια
πρέψος: ομορφιά
πυχίζεσαι: θυμώνεις
σέμπα: μπες
τζιέρι : συκώτι, σπλάχνο
τιανιάς: περίφημα
«χαμένο ρούχο» :  αφηρημένος/η

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 38
  • -Λαμβάνω: 5
  • Μηνύματα: 19
  • Τόπος: San Francisco
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 5
  • Φύλο: Άντρας
Απ: ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 1. ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ
« Απάντηση #1 στις: 05 Δεκέμβριος 2021, 12:40:47 πμ »
Συγχαρητήρια Βασίλη για την δημοσίευση με συγκίνησε ιδιαίτερα διότι αναφέρεται και Αναστάσης Κόκκινος αδελφός του παππού μου


 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2022, SimplePortal