Αποστολέας Θέμα: ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 2. ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΚΑΙ ΕΚΛΑΒΗ  (Αναγνώστηκε 85 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 79
  • -Λαμβάνω: 113
  • Μηνύματα: 372
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 116
  • Φύλο: Άντρας
ΙΙ ΠΡΟΞΕΝΙΟ ΚΑΙ ΕΚΛΑΒΗ
Μελτέμι Αλλαγής (Νοέμβριος 1983), σ. 4.

Είναι τα μέσα του Οκτώβρη, οι μέρες έχουν μικρύνει και το κρύο άρχισε σιγά-σιγά να δυναμώνει. Κυριακή πρωί, κατά τις δέκα η ώρα, ο παπα- Χρύσανθος έχει τελειώσει τη Θεία Λειτουργία στην Παντοβασίλισσα της παλιάς της Τρίγλιας. Οι πιστοί έχουν πάρει το δρόμο για τα σπίτια τους. Η κυρά Ανάστα, βιαστική, φουριόζα, ανοίγει το βήμα της, γιατί ο ουρανός, που απειλούσε από ώρες να βρέξει, άρχισε να τσιπουδίζει και δεν θ’ αργήσει να ξεσπάσει κατσαφούρα.
Κυρά Ανάστα [μονολογώντας]. Μα να, ,δώ να, για δε, ’α μι κάνει μούσκεμα ίσαμε να πάω στο σπίτι. Μόνε να προκάνω να χωθώ στο σπίτι της εξαδέλφης μου, που έναι ’δώ κοντά.
[Στρίβει στη γωνιά του δρόμου και κτυπά την πόρτα του σπιτιού φωνάζοντας:] Μαριγώ, μέσα είσαι;
Μαριγώ: Εσύ είσαι, μαρή Ανάστα; Πάτα με το δάκτυλό σου το ζουμπερίκι, ν’ ανοίξει η πόρτα, γιατί τα χέρια μου έναι λερωμένα.
[Η Ανάστα ανοίγει και μπαίνει μέσα.]
Ανάστα: Καλημέρα, αξαδέλφη. Ε, τι έκανες; Τι καλό μαειρεύεις σήμερι;
Μαριγώ: Κάτσε πρώτα να πάρεις ντον αέρα σου, να σε ψήσω ένα γκαφέ, να βουτήξεις και κάνε μουστοκούλουρο, που τα ’κανα εψές, και τα λέμε, γιατί και ’γώ δεν ήπια. Από το πρωί δεν άδειασα.
Ανάστα: Γιατί, μαρή, σε πήρανε οι φούριες;
Μαριγώ: Ο δικός μου σήμερα ήθελε κιοφτέδες με ντη σάλτσα, και ξέρεις τι μπελά έναι να κόψεις ντο κιμά απάνω στο κουτούκι με ντη σατίρα. Να, τώρα που ήρτες, αράντιζα να βρω ντο ρεντέ, να ρεντίσω το κρομμύδι. Εσύ τι μαειρεύεις;
Ανάστα: Εγώ παραγέμισα σκέπη και ντην επήα στο φούρνο και ξένοιασα, για να πάω στην εκκλησία. Και δε με λες, σκέτους ’α του φάτε τους κιοφτέδες;
Μαριγώ: Ξέρω ’γώ; Να, λέω να κάνω κομμάτι γιοφκά με τις τσιγαρίδες.
Ανάστα: Δε με λες, μαρή, τι εκάνατε με ντο κουνιάδο σου; Τα τελέψατε;
Μαριγώ: Μα να... τι να σε πω, μαρή... τρελός και παλαβός. Δύο μήνες έναι που ήρτε απέ ντην Αμερική και ξημεροβραδιάζει σπίτι ντουνα. Κείνη, μαρή, κείνη η μάνα του ντονε μαζώνει μέσα.
Έφερε, λέει, πολλούς παράδες... Να, τούτες τις μέρες λοαριάζει να πάει στον κάλφα, να ντονε δώσει καπάρο και ν’ αρχίσου να χτίζου το σπίτι.
Ανάστα: Που θα πει: «Σα θέλει η νύφη και ο γαμπρός, τύφλα να ’χει ο πεθερός». Και δε με λες, τι ντηνε δίνου; Έχει τράχωμα; Μπακίρια, μακίρια;
Μαριγώ: Έχουν και αυτό ντη σειρά ντουνα. Και τράχωμα έχει το κορίτσι, και τα μπακίρια ντου όλα, και ντο γιούκο ίσαμ’ ως τα κεραμίδια. Και λιοτόπι, θαρρώ, ντονε τάξασι στο Λαμάρι, στα Ψαθινά, δεν ηξέρω.
Αυτός, μαρή, «η κακέ μου» ντην ανεβάζει, «η κακέ μου» ντη γκατεβάζει. Και, για δε, αυτοί αγαπιούντο πριν πάει αυτός στην Αμερική. Κάθε βράδυ ξημερώνουντο κάτου απέ το πανεθύρι ντης. Και τραούδι, τι να σε πω, ίσαμ’ ως το πρωί!
Ανάστα: Ε, ναι μαρή, ήκουά ντονε και ’γώ, γιατί είναι και καλλιόφωνος.
Μαριγώ: Να, αυτά είδε και ο πεθερός μου και είπε να πάνε σήμερι το βράδυ, να τα μιλήσου και να τα συφωνήσου. Θα πάρου μαζί και ντο Κασούρη, να έναι μπροστά που θα συμφωνού.
Ανάστα: Για δε, μαρή, να τους πεις να κάνουν και εκλαβή.
Μαριγώ: Αμ’ τι θαρρείς, μαρή ζεβζέκα, και παίρνου και ντο Κασούρη μαζί ντουνα γι’ αυτό το λόο.
Ανάστα: Ε, άντε, η ώρα η καλή. Και πότε, με το καλό, η χαρά;
Μαριγώ: Ε, να τελέψει το σπίτι, με το καλό, να γίνου όλα με ντη σειρά ντουνα.
Ανάστα: Άντε, ’α πααίνω τώρα, που έκοψε η βροχή, γιατί έχω και το μικρό μου στο στρώμα. Εψέ το απόγεμα με το φέρανε με το κεφάλι ντου σπασμένο, μέσα στα ιψήματα. Έβανά το κομμάτι μποντικόλαδο, εδώσά το σουλφάτο, κι εβάνά το να κοιμηθεί. Κείνο το φωτιόκαυτο, καλά και σώνει, να πάει να τους πιαστεί αυτούς που το πετροβολήσανε. Επάνω στην ώρα ήρτε και ο Χρυσός και το τίναξε ένα τιμάρι κι έπεσε νηστικό και κουταγιάστηκε.
Μαριγώ [ανοίγοντας την πόρτα]’. Μα να, μαρή, πού ’ α πας; Δε βλέπεις που κατέβασε σέλι; Ά βραχού τα πόδια, ’α πάρεις κάνε κρύωμα.
Ανάστα: Να, μαρή, ’α πάω απέ ντη κόχη, που έναι στέγνα. Άντε, γεια σου, και όπως σε είπα: Εκλαβή, να τα γράψου, γιατί είπα - ξείπα...


αράντιζα: έψαχνα
γιούκος: στοίβα από στρωσίδια
γιοφκάς: σπιτικό ζυμαρικό, σαν χυλοπίτες ή ταλιατέλες
εκλαβή: προικοσύμφωνο
εψέ(ς): χθες
ζεβζέκα: ανόητη, κουτή
ζοΌμπερέκι: μάνταλο της πόρτας
ίψημα?. πετιμέζι - «μέσα στα ιψήματα»\ μέσα στα αίματα
κακέ: αρραβωνιαστικιά
κάλφας: αρχιμάστορας
κατσαφούρα: καταιγίδα
κουταγιάστηκε: κοιμήθηκε
κουτού κι: χοντρό ξύλο
λιοτόπι: χωράφι με ελαιόδεντρα
(μ)ποντικόλαδο: γιατρικό το οποίο παρασκεύαζαν βάζοντας νεογέννητα ποντικάκια σε μπουκάλια με
λάδι, που ύστερα τα κρεμούσαν σε δέντρα, για να τα βλέπει ο ήλιος
ρεντές: τρίφτης (ρ. ρεντίζω)
σατίρα: κόπανος για κόψιμο κιμά
σέλι: ρυάκι από βρόχινο νερό
σέμπας: μπες
σουλφάτο: χάπι
τιμάρι: ξυλοφόρτωμα - «τινάζω ένα τιμάρι»: ξυλοφορτώνω
τράχωμα: προίκα
τσιγαρίδες ή τσιλιαρίδες: ζωικό λίπος, το οποίο προέρχεται από κομμάτια χοιρινό κρέας, που το συντηρούσαν σε πήλινα δοχεία, τις βυτίνες, και το τηγάνιζαν
τσιπουδίζει: ψιχαλίζει
φωτιόκαυτο: (πειρακτικά) τσουρουφλισμένο

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2022, SimplePortal