Αποστολέας Θέμα: ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 3. ΕΛΙΟΜΑΖΩΜΑ  (Αναγνώστηκε 50 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 79
  • -Λαμβάνω: 113
  • Μηνύματα: 372
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 116
  • Φύλο: Άντρας
2. ΕΛΙΟΜΑΖΩΜΑ
Μελτέμι Αλλαγής 60 (Ιανουάριος 1984), σ. 4.


Το μάζεμα της ελιάς στην παλιά Τρίγλια κρατούσε πολύ καιρό. Μπορούσε να φτάσει, πολλές φορές και να ξεπεράσει και τις γιορτές των Χριστουγέννων. Την εποχή του ελιομαζώματος παρέες από εργάτες, οι ταϊφάδες, ξεκινούσαν απ’ τα χαράματα. Ακόμα και οι νοικοκυραίοι με τις γυναίκες τους και όλοι όσοι μπορούσαν να βοηθήσουν από την οικογένεια έπαιρναν μέρος στο ελιομάζεμα. Το βράδυ κατάκοποι γύριζαν στα σπίτια τους, για να ξαναπάνε την άλλη μέρα και την παράλλη, ώσπου να μαζέψουν όλες τις ελιές και να τις ταχτοποιήσουν στα κάπια, ειδικούς κάδους για τις ελιές, ή να τις κάνουν λάδι ή ακόμα και να τις πουλήσουν.
Καλλιέργειες στον εύφορο μερά της Τρίγλιας.


Είναι σούρουπο και οι Τριγλιανοί κουρασμένοι γυρίζουν στα σπίτια τους. Ο μπαρμπα-Σωκράτης και η κυρα-Νυφοδώρα κατηφορίζουν για το χωριό. Μπροστά τους, φορτωμένο με δύο κοφίνια γεμάτα ελιές, πηγαίνει το μερκέπι τους, το γαϊδουράκι τους. Και να, σ’ ένα σταυροδρόμι ανταμώνουν ένα άλλο ζευγάρι, που πηγαίνουν και αυτοί για το χωριό. Είναι ο μπαρμπα- Ηρακλής και η κερα-Χαρίκλεια.


Ηρακλής: Σωκράτη μπρε, εσύ είσαι; Σουρούπωσε και δεν καλοβλέπω. Ε, πώς πήε σήμερι, μαζώξατε τίποτα;
[Συγχρονίζουν το βήμα τους, μπροστά το μερκέπι, πίσω οι δυο άντρες και από κοντά οι δύο γυναίκες, που λένε τα δικά τους.]
Σωκράτης: Ερημιά, να, ό,τι μπορέσαμε, κάναμε. Τώρα που θα κλείσει το σκολειό, θα πάρω και τα παιδιά να βοηθήσουν, μπας και τελειώσουμε. Εσείς τι εκάνετε;
Ηρακλής: Γεμίσαμε πέντε κουφίνια και τα φόρτωσα στον αραμπά του γαμπρού μου. Αυτός πάει απέ ντον άλλο δρόμο, γιατί απ’ εδώ έναι στενός. Κι έχει μαζί του τα χούφταλα, ντη πεθερά μου και ντη μάνα μου. Φορτώσαμε και ντη καρτσολή μας, λαΐνια, μαΐνια, καβέτα, σεφερτάσια, λιοπάνια, γιατί αύριο λοαριάζουμε να πάμε στο Σταυροπήδι.[Τοπωνύμιο στην περιοχή της Τρίγλιας].
[Ανάβουν τσιγάρο προχωρώντας. Ξαφνικά ακούγεται το γέλιο της Χαρίκλειας, παρατεταμένο και δυνατό.]
Ηρακλής: Τι γελάς, μαρή λωλάγιο, χαμένο ρούχο; Θαρρείς και χλιμιντρά καμμιά φοράδα!
Νυφοδώρα: Δε φταίει αυτή που γελά, μπρε Ηρακλή. Εγώ λέω τηνα τα μαϊτάπια του δικού μου, κι έναι για γέλια. Αυτό ήντο.
Ηρακλής: Ε, τι έκανε δα ο Σωκρατός; Δε με το λες, να γελάσω κι εγώ; Νυφοδώρα: Ε, τι να σε πω, όλη ντην ημέρα κουντούρντισε...
Σωκράτης: Σους, μαρή αναθεματισμένη, τα φωνάζου αυτά στο δρόμο;
Ά μας βγάλεις και στο ικάντο.
Νυφοδώρα: Να μη τα κάνεις, να μη τα λέω!
Σωκράτης: Δε ’α πάμε στο σπίτι; Ά σε δείξω εγώ.
Χαρίκλεια: Άσ’ τους, μαρή, να λένε.
Και δε με λες: Αύριο μεθαύριο έχουμε του Χριστού. ’Τοίμασες το σπίτι; Έκανες καμμιά δουλειά;
Νυφοδώρα: Δεν έκανα τίποτα ακόμα, αλλά δεν έχω και πολλές δουλειές να κάνω. Τις βρανιές και τις λανάτες τις έχω, τις μπαμπακούτσικες, ,α τις στρώσω μόνε. Τα σανίδια τα ’τριψα με το κελερόπετσο και είναι κίτρινα σα το κεχριμπάρι. Φαγιά μαγιά τα κανόνισε ο Σωκράτης μου. Του Χριστού είπε να κόψουμε ντο κούρκο. Του Αϊ- Βασιλειού θέλει να κάνουμε κομμάτι γουρουνίσιο με το σέλινο. Ε, και τα Φώτα βλέπουμε.
Χαρίκλεια: Είδες, μαρή, είπες Φώτα και θυμήθηγκα που πρέπει να στείλω και στα αναδεξίμια μου το κερί με το πορτοκάλι και τους χαλκάδες. [Των Φώτων οι ανάδοχοι έδιναν στα βαφτιστήρια τους μια λαμπάδα στολισμένη και εκείνα τους επισκέπτονταν για να τους τιμήσουν].Και κείνη η μάνα μου, μαρή, μαζεύει κάθε μέρα ντη στάχτη απέ ντη γωνιά, να ντηνε ρίξει ολοτρόυρα στο σπίτι, να μη σέμπου μέσα οι καλικάτζαροι. Μα να, μαρή, έναι για γέλια.
Νυφοδώρα: Τι γέλια, μαρή ξίκισσα, έτσι τα ηύραμε, έτσι ’α τα πάμε. Να, τα δικά μου τα σκυλοκούταβα θέλου, καλά και σώνει, να κάτσου να ξενυχτήσου, ν’ ακούσου ντο Νικόλα ντο μπασβάντη που λέει το «ορίσατε στην εκκλησία». Κάτσετε, τα λέω, αλλά δε μπορού εκείνα, κουταγιάζουνται. Και τα ξυπνώ μόλις χαράξει, και τα πάω να κοινωνήσου. Έτσι τα ’κανα και πέρυσι.
Χαρίκλεια: Μα να, μαρή, σέμπηαμε στο χωριό. Άντε, εμείς κατηφορί- ζουμε για το σπίτι. Γεια σας.
[Χαιρετιούνται και οι άντρες και το κάθε ζευγάρι τραβάει για το σπίτι του.]


αραμπάς: τετράτροχη άμαξα
βρανιές: στρωσίδια πατώματος
ικάντο -«βγάζω στο ικάντο»: ρεζιλεύω
καβέτα: ξύλινα δοχεία φαγητού με βιδωτό καπάκι καρτσολή’. τα υπάρχοντα
κελερόπετσο: σκληρό δέρμα σαλαχοειδούς κουντούρντισε: φέρθηκε άπρεπα, πονηρά κούρκος?, γαλόπουλο
κουταγιάζουνται: κοιμούνται
κόψουμε: σφάξουμε
λαΐνια: στάμνες
λανάτες: στρωσίδια
λωλάγιο: λωλή, τρελή
μαϊτάπια: καμώματα
μερκέπι: γαϊδούρι
μπαμπακούτσικες: αστραφτερές
(μ)πασβάντης: νυχτοφύλακας
σέμπηαμε: μπήκαμε
σεφερτάσια: δοχεία μεταφοράς φαγητού
«χαμένο ρούχο»: αφηρημένος/η, σαστισμένος, η χούφταλα, πολύ γέροι.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2022, SimplePortal