Αποστολέας Θέμα: ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 4. ΑΠΟΚΡΙΕΣ  (Αναγνώστηκε 39 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 79
  • -Λαμβάνω: 113
  • Μηνύματα: 372
  • Τόπος: Θεσσαλονίκη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 116
  • Φύλο: Άντρας
4. ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Μελτέμι Αλλαγής 61 (Απρίλιος 1984), σ. 4.

Είναι Κυριακή της Τυρινής, το αποκορύφωμα της τελευταίας Αποκριάς. Αρχές του Μάρτη, ο καιρός είναι καλός και ο ήλιος πολύ ζεστός. Για τον ήλιο, για να μη μαυρίσουν, οι κοπέλες φτιάχνουν και φορούν μια κλωστή στριμμένη, δίχρωμη, συνήθως κόκκινη και άσπρη ή μπλε και άσπρη - ο γνωστός «μάρτης».
Από το μέρος της πλατείας ακούγονται φωνές και τραγούδια, συνοδεία λατέρνας. Ο κόσμος βγαίνει στις πόρτες και στα παράθυρα, ν’ ακούσει και να δει τους μασκαράδες, που ανεβαίνουν τον κεντρικό δρόμο, από τη μεριά της θάλασσας, και κατευθύνονται προς την Πλατανιά. Μια φωνή ακούγεται τσιριχτή, αλλά και χαρούμενη.

Ολυμπία: Θυμίααααα, μαρή! Ξέβα όξω, να γιαδείς που θα περάσουν οι μουσουράδες.[Η κερα-Ευθυμία βγαίνει στην απέναντι πόρτα.]
Ευθυμία: Τι είναι, μαρή λωλάγιο, και ξεφωνίζεις;
Ολυμπία: ’Δώ έλα, να γιαδείς που έρχουνται οι μουσουράδες. ’A περάσου απ’ εδώ μπροστά. Ξέβα να τους γιαδείς, να γελάσεις κομμάτι.[Η παρέα των μασκαρεμένων ζυγώνει και οι δύο γυναίκες αρχίζουν να ξεχωρίζουν και να γνωρίζουν ορισμένους απ ’ αυτούς.]
Ευθυμία: Δε με λες, μαρή Λεμπιάδα, ούτος με ντη λατέρνα ποιος έναι, ο Καμίνης για ο Κιώτης;
Ολυμπία: Καλά, μαρή, δε ντόνε βλέπεις που έναι ο Κιώτης; Τους άλλους πού να τους γνωρίσεις, έτσι που έναι μουτζουρωμένοι...[Οι μασκαράδες προχωρούν, η μαρίδα ακολουθεί, και μαζί και μεγάλοι, για να διασκεδάσουν. Μερικοί από τους πιτσιρίκους έχουν βάλει στη μέση τον Σαλή -είναι ο τρελός του χωριού, Τούρκος- και τον πειράζουν. Εκείνος χειρονομεί και φοβερίζει, μα εκείνα δώσ ’ του και τον πειράζουν πιο πολύ.
Φτάνουν έξω από τον γκαφενέ «Κυψέλη». Κάποιος διατάζει τον γκαφετζή να τους τρατάρει από ένα ρακί -νεοφερμένος από την Αμερική, βλέπεις, και έχει δολάρια. Ένας απ’ τους μασκαρεμένους, με δυνατή φωνή, απαγγέλλει στίχους αποκριάτικους, που σαν θέμα έχουν τσορμπατζήδες, τσορμπατζίνες, επίτροπους, επιτροπίνες, διάκους, διακόνισσες, παπάδες, παπαδιές, επισκόπους και δεσποτάδες.]
Ευθυμία: Άκου, μαρή εσύ, τσενιέ, άκου γλώσσα! Στόμας, μαρή, έναι αυτός; Αυτός είναι του Μπαλατά το γκερίζι.[Δυσώδης περιοχή της Κωνσταντινούπολης.]
Ολυμπία: Μαρή κνώδαλο, τι θέλεις να σε που και να σε τραγουδήσου; Τα γράμματα της Παναΐας; Τυρινή έχουμε σήμερα.[Ανεβασμένοι σ’ ένα τραπέζι, δύο μασκαρεμένοι έχουν βάλει πείσμα ποιος Θα πει το πιο αποκριάτικο τραγούδι. Αρχίζει ο πρώτος:]
Σήμερα είναι Τυρινές, έρημες και σκοτεινές, σήμερα είναι καρναβάλια.
[Οι παρευρισκόμενοι, που τώρα έχουν γίνει πιο πολλοί, ξεσπούν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Μόλις τελειώνει ο πρώτος το τραγούδι, αρχίζει ο δεύτερος:]
Εσειόντανε και κνιόντανε δυο λυγερές βαρβάτες, να πλέξουν κάλτσες δώδεκα, σεντόνια δεκαπέντε. Και φράμπα, φρούμπα, τσίμπι, ρίμπι, ρομ!
Ποιος είδε ψύλλο στο βουνό καμήλα να φορτώνει κι ο ντεβετζής εφώναζε να μη ντη κωλοκόψει. Και μπαμ και μπουμ και βούι, βούι, βούι!
Είπαμε ψέματα πολλά, ας πούμε και μι’ αλήθεια, κι αυτά που θέ’ ν’ ακούσετε, δεν είναι κολοκύθια.
Καμήλα με τα τσόκαρα και γάιδαρος μπερμπέρης ετηγανίζανε κουκιά και σπέρναν τηγανίτες.
Και μπαμ και μπουμ κι αμάν, αμάν, αμάν!
Είπαμε ψέματα πολλά, ας πούμε και μι’ αλήθεια.
Ποιος είδε διάκο θηλυκό, παπά αγκαστρωμένο, πνευματικό ’τοιμόγεννο κι επίσκοπο λεχούσα... [Και συνεχίζει με άλλα πολλά, που δεν γράφονται εδώ. Ο κόσμος πάλι ξεσπά σε χαρούμενες εκδηλώσεις κι επευφημίες και η πομπή των μασκαρεμένων συνεχίζει τον δρόμο της, να πάει και σ’ άλλους μαχαλάδες.]
Ολυμπία: Μα να, μαρή, ξεκαρδίστηα. Σε καλό μας. Πού τα ηύρασι και τα είπασι! Και για δε, μαρή Θυμία, φάτε ό,τι φάτε σήμερι, γιατί αύριο θα περάσου οι κατσιβέλες να τα δώσουμε όλα -πίτες, κρέατα, τυριά, μυριά...
Ευθυμία: Ναι, μαρή, καλά τα λες. Και με θύμισες αύριο, Καθαρή Δευτέρα, να κάνω και κάμποσα βερτοκούκια, γιατί θα νηστέψουμε. Ά τρίψουμε τα μπακίρια, ’α καθαρίσουμε το σπίτι και τα κατώγια.
Και τώρα, τι να σε πω; Άντε, καλό Πάσχα!

βερτοκούκια: κουκιά που τα μούσκευαν για να τα φάνε την Καθαρή Δευτέρα
κνώδαλο: ανόητος, τιποτένιος άνθρωπος
κωλοκόψει: παραφορτώσει
λωλάγιο: λωλή, τρελή
μουσουράδες: μασκαράδες
ντεβετζής: καμηλιέρης
τσενιές: κάτω γνάθος, σαγόνι
τσορμπατζήδες: επιφανείς προσωπικότητες

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2022, SimplePortal