"Στο φόρουμ μας, αναρτούμε ενημερωτικά θέματα, σχετικά με την ιστορία των Τριγλιανών προγόνων μας, για την ενημέρωση σας,
αφήνοντας ταυτόχρονα μία παρακαταθήκη πληροφοριών, για τις επόμενες γενιές."

Παναγιά η Παντοβασίλισσα, μια εικόνα λέει την ιστορία ενός τόπου

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 08 Σεπτεμβρίου 2022, 05:26:45 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Ευγενία Μυτιληναίου

Παναγιά η Παντοβασίλισσα, μια εικόνα λέει την ιστορία ενός τόπου
Οι Λατίνοι (Σταυροφόροι και Βενετσιάνοι) το 13ο αιώνα, είχαν ήδη καταλάβει τη μισή Ελλάδα, τα Δαρδανέλια, τα παράλια της Προποντίδας μέχρι και την Κωνσταντινούπολη (από το 1204-1261).
Οι «Χριστιανοί» κατακτητές δεν σεβάστηκαν τίποτα, λεηλάτησαν και έσπασαν εκκλησίες και μοναστήρια, μετέφεραν τα λάφυρα στη Βενετία και κοσμούν τώρα τον Αγ Μάρκο.
Τα μοναστήρια, γύρω από την σημερινή Τρίγλια (τότε, μάλλον, το χωριό ήταν ακόμα στο εσωτερικό, στην περιοχή Παλαιοχώρα) λεηλατήθηκαν και κάηκαν. Τα χρόνια που ακολούθησαν, όπως είναι φυσικό χρειάστηκαν να γίνουν αρκετές ανακατασκευές των Μονών. Φυσικά η πρόοδος των εργασιών εξαρτιόνταν από τα οικονομικά και τις δωρεές των αυτοκρατόρων.

Σε μια όμορφη, καταπράσινη πλαγιά στην Προποντίδα, δίπλα στη θάλασσα, το 780 μ.Χ. είχε ιδρυθεί η Μονή Τριγλείας, το καθολικό της Μονής ήταν η εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου-Παντοβασίλισσας.
Οι σεισμοί και οι λεηλασίες μάλλον δημιούργησαν μεγάλες ζημιές στη Μονή και χρειάστηκε κτίσιμο σχεδόν από τα θεμέλια. Οι τοιχοποιίες σήμερα είναι του 13ου αιώνα, ενώ οι τοιχογραφίες που σώζονται σήμερα, έγιναν το 1569 και 1767, όπως φαίνεται από τις υπογραφές κάτω από τις εικόνες.

Φυσικά, θα χρειάστηκαν και κάποιες εικόνες για να στολίσουν το ξύλινο τέμπλο της εκκλησίας. Έτσι, σχεδόν 700 χρόνια πριν (τον 13ο αιώνα), κάποιος έφτιαξε με αγάπη μια εικόνα της Παναγίας για να στολίσει το τέμπλο του ανακαινισμένου καθολικού της γυναικείας Μονή της Τριγλείας.
Που να βρει τα σωστά ξύλα; Τότε, λόγω ανάγκης, υπήρχε πολύ έντονη η ανάγκη της ανακύκλωσης. Παίρνει λοιπόν μια μεγάλη παλιά εικόνα (λιτανική, όπως τη λένε), που δεν την χρειαζόταν πια, κόβει ένα κομμάτι για να τη φέρει στα μέτρα που θέλει και από τη πίσω μεριά ζωγραφίζει μια ωραία Παναγιά, Βασίλισσα των Πάντων με το μικρό Χριστούλη, στην αγκαλιά της.
Η εικόνα που έκοψε, ήταν η Σταύρωση του Κυρίου και το κομμάτι που λείπει, ήταν η Παναγία που, σαν μάνα, θρηνούσε τον γιό της πάνω στο σταυρό. Εντοπίστηκε στο πίσω μέρος της εικόνας, το 1992 κατά τη διαδικασία συντήρησης.




Ο άγνωστος αυτός καλλιτέχνης, ζωγράφισε μια Παναγιά, μου σε κοιτάει κατάματα, σοβαρή και μελαγχολική και ο Χριστούλης το ίδιο. Δεν είναι η μάνα που κρατάει στοργικά το παιδί της στην αγκαλιά της, όπως η Αγία Επίσκεψη.
Πως να έχει άλλωστε άλλη έκφραση, τόσα πολλά είδαν τα μάτια τη, 700 χρόνια ζωής είναι αυτά. Είδε ωραίες μέρες γιορτών, γάμους και βαφτίσια. Είδε όμως και συμφορές, εξορίες, επιδημίες, θανάτους. Όλοι πηγαίνανε και της λέγανε τα βάσανα τους και την παρακαλούσαν να τους βοηθήσει, η μια, να μη βρουν το παιδί της που το κρύβει στο ταβάνι και το πάρουν φαντάρο, η άλλη, να γυρίσει ο άνδρας της από τα τάγματα εργασίας και τόσα άλλα καθημερινά προβλήματα.

Ο χρόνος χαράκωσε και το δικό της πρόσωπο, θέλει να σου πει και για τα βάσανα που πέρασε όταν 100 χρόνια πριν, εγκατέλειψε βιαστικά το σπίτι της, μπήκε σε ένα καράβι και πριν καταλάβει τι έγινε βρέθηκε με την συντοπίτισσα της, την Αγία Επίσκεψη και με πολλές άλλες παρόμοιες ξεριζωμένες εικόνες, στα υπόγεια του Βυζαντινού Μουσείου. Εκεί άκουσε πολλές φρικτές ιστορίες, γεμάτες πόνο, αίμα και θάνατο. Κατάλαβε ότι ήταν πολύ τυχερή που το χωριό της ήταν κοντά στη Κωνσταντινούπολη και ο συντοπίτης της Καβουνίδης, που πάντα προστάτευε τα καράβια του, πρόλαβε να έρθει εγκαίρως, να την πάρει, με αγάπη και να την σώσει αυτός, αυτή τη φορά. Έσωσε, όχι μόνο αυτή, αλλά όλο το χωριό.

Το χωριό δεν την ξέχασε όμως. Της έφτιαξε μια μεγάλη καινούργια εκκλησία, με πολύ κόπο. Όλοι, ακόμα και οι γυναίκες, κουβάλαγαν πέτρες στη πλάτη τους για να κτιστεί γρήγορα και φτηνά. Ο παπα-Στέφανος, όταν ήταν κάποιο μυστήριο, ζητούσε από το νονό ή τον κουμπάρο, να κάνει μια δωρεά, σε είδος, τούβλα, σίδερα, ότι χρειαζότανε εκείνη τη στιγμή για το κτίσιμο της εκκλησίας.
Όταν όλα τέλειωσαν, την ζήτησαν από το Βυζαντινό Μουσείο, επιτέλους βγήκε από το υπόγειο και ξανάδε το φως. Πρόλαβε να δει και πολλούς από τους παλιούς της φίλους, αλλά και πολλούς μικρούληδες που δεν ήξερε και έτσι ξαναμπήκε στη ζωή όλων μας.