Αποστολέας Θέμα: ΚΜΣ- ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΟΥΔΑΝΙΑ ΒΙΘΥΝΙΑΣ-ΜΕΡΟΣ Α'  (Αναγνώστηκε 121 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 12
  • -Λαμβάνω: 64
  • Μηνύματα: 180
  • Τόπος: Φιλοθέη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΚΜΣ- ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΟΥΔΑΝΙΑ ΒΙΘΥΝΙΑΣ-ΜΕΡΟΣ Α'
« στις: 10 Ιούλιος 2021, 10:44:13 πμ »
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συνεχίζετ αι η παρουσίασ η της Προφορική ς Παράδοσης από το αρχείο του ΚΜΣ, με τον ελληνόφων ο οικισμό ΜΟΥΔΑΝΙΩΝ (Mudanya),που είναι ανατολικά και σχετικά σε κοντινή απόσταση από την Τρίγλια (11 χλμ περίπου). Το υλικό συλλέχθηκ ε από τρεις συνεργάτε ς του ΚΜΣ, 1) τον Μπάμπη Νικηφορίδ η και την Αργίνη Ζάγορα το 1960 και την Ιωάννα Λουκοπούλ ου το 1968. Ο Μπάμπης Νικηφορίδ ης μίλησε με τον πληροφορη τή Δημ. Γαϊτάνο, με τον οποίο μίλησε και η Αργίνη Ζάγορα και στις περισσότε ρες περιγραφέ ς ο πληροφορη τής αναφέρει τα ίδια περίπου στοιχεία και στους δύο συνεργάτε ς. Για την πιστότητα της μεταφοράς των δελτίων από το πρωτότυπο αρχείο, μεταφέρθη καν στο κείμενο που ακολουθεί όλα τα δελτία. Η Ιωάνννα Λουκοπούλ ου μίλησε με Κώστα Ξανθόπουλ ο, που γεννήθηκε στα Μουδανιά το 18797, και την Μαρίκα Βλαχοπούλ ου (1900) και τον αδελφό της Κώστας Μοσχογιαν νίδη (1890).

Οι πληροφορί ες τους για τα Μουδανιά είναι ενδιαφέρο υσες γιατί αφενός αποτελούσ αν τον δήμο στον οποίο ανήκαν διοικητικ ά η Τρίγλια και τα γύρω χωριά, αφετέρου υπήρχε αρκετός τουρκικός πληθυσμός πριν το 1922, αλλά σε ξεχωριστο ύς μαχαλάδες .

Τμήμα χάρτη Ι. Κοκκινίδη σε μεγέθυνση

ΜΟΥΔΑΝΙΑ-ΜΕΡΟΣ Α'

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ

Η συλλογή έγινε από τους συνεργάτε ς του ΚΜΣ Μπάμπη Νικηφορίδ η και Αργίνη Ζάγορα το 1960 και Ιωάννα Λουκοπούλ ου το 1968 στην Αθήνα.
Το υλικό προέρχετα ι από 4 πληροφορη τές.

Ο Νικόλαος Γαϊτάνος (Αθήνα-Πατήσια, από το  συνεργάτη Μπάμπη Νικηφορίδ η, 20/6/1960) γεννήθηκε στα Μουδανιά το 1899.

Οι γονείς του παππού του (από πατέρα) ήρθαν στη Μ. Ασία από τις Κυκλάδες. Ο πατέρας του πατέρα του, Δημ. Γαϊτάνος. Ήταν μέλος της κοινοτική ς επιτροπής . Ο πατέρας του πληροφορη τή ήταν έμπορος και βιομήχανο ς μεταξιού. Επίσης προ του 1914 είχε και δυο καράβια.

Ο πληροφορη τής εφοίτησε στο Δημοτικό σχολείο των Μουδανιών, κι όταν τελείωσε και την 6η τάξη, πήγε στην Πόλη και ενεγράφη στη Ροβέρτιο.
Στα 1915 οι γονείς του φύγαν από τα Μουδανιά και μέσω Ρουμανίας ήρθαν στην Ελλάδα. Ο ίδιος το 1916 ήρθε, στην Ελλάδα, μέσω Θράκης και από το 1916 έως το 1919 εφοίτησε σε γαλλικό σχολείο εδώ.

Το 1919 επανήλθαν οικογενει ακώς στην Πόλη. Πήγαν και στα Μουδανιά, που είχαν πάθει με τον πόλεμο καταστροφ ές, αλλά το σπίτι τους υπήρχε, και μέχρι το 1922 πήγαιναν ιδίως για παραθερισ μό.

Στα 1922 φύγαν από την Πόλη κι εγκαταστά θηκαν στην Αθήνα, κατ’ ευθείαν. Στην αρχή, επειδή είχαν φέρει μαζί μερικά εμπορεύμα τα, ασχολήθηκ ε με το εμπόριο κι έπειτα πήγε υπάλληλος σε ασφαλιστι κή εταιρεία και κατόπι στην Η.Ε.Μ. σα λογιστής. Έκτοτε εργάζεται στην ίδια εταιρεία.

Είναι έγγαμος και έχει δύο κόρες. Η σύζυγος του είναι από την Αθήνα.

Ο Νικ. Γαϊτάνος είναι πρόθυμος πληροφορη τής κι η συνεργασί α μαζί του πολύ ευχάριστη . Αντιλαμβά νεται τη σημασία της δουλειάς μας και προθυμοπο ιείται να μας βοηθήση όσο μπορεί. Οι προσωπικέ ς του αναμνήσει ς από την πατρίδα του είναι μάλλον περιορισμ ένες, γιατί έχει φύγει μικρός, εκείνα όμως που ξέρει τα ξέρει με πεποίθηση . Για τα βασικά στοιχεία έχει συμπληρώσ ει αρκετά καλά δελτία, αλλά για τα γενικά θέματα είναι ακατάλληλ ος.

Ο Κώστας Ξανθόπουλ ος (Αθήνα, από τη συνεργάτι δα Ιωάννα Λουκοπούλ ου, 7/3/1968) γεννήθηκε στα Μουδανιά το 1897, από γονείς Μουδανιώτ ες.

Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο της πατρίδας του, εφοίτησε τρία χρόνια στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης και μετά ένα χρόνο στη Ροβέρτειο Σχολή.

Κατόπιν εργάσθηκε στην επιχείρησ η του πατέρα του κι αργότερα, κατά τη διάρκεια του Α’ παγκοσμίο υ Πολέμου, υπηρέτησε ένα διάστημα στον Τουρκικό στρατό. Με την Ανακωχή βρέθηκε στα Μουδανιά.

Όταν έγινε η Ελληνική Κατοχή, κατατάχθη κε στον ελληνικό στρατό. Στην Ελλάδα ήρθε με την Καταστροφ ή, ακολούθησ ε την τύχη των ελληνικών στρατευμά των. Από την Προύσα, μέσω Πανόρμου, πήγε στη Ραιδεστό κι από κει με άλλο βαπόρι στον Πειραιά.

Εδώ που ήρθε εργάσθηκε στο γραφείο του αδελφού του, ο οποίος είχε εγκαταστα θεί από το 1915 στην Αθήνα. Έκτοτε εργάζοντα ι μαζί, έχουν αντιπροσω πεία.

Περιορισμ ένα είναι τα θέματα για τα οποία μπορεί να μιλήσει. Μια γενικότητ α χαρακτηρί ζει τις πληροφορί ες του, δεν υπεισέρχε ται σε λεπτομέρε ιες. Με δέχτηκε στο γραφείο του κι αυτό με δυσκόλεψε . Συχνά αναγκαζόμ αστε να διακόπτομ ε κι αυτό είχε δυσμενή αντίκτυπο στη συνεργασί α μας.

Είναι παντρεμέν ος και μένει στο Π. Φάληρο. Η γυναίκα του είναι από την Προύσα, κόρη της πληροφορή τριας Πάτρας Βασιλειάδ ου. Έχει μια κόρη παντρεμέν η και είναι παππούς. Τον εγνώρισα στις 7/3/1968.

Η Μαρίκα Βλαχοπούλ ου (Αθήνα, από τη συνεργάτι δα Ιωάννα Λουκοπούλ ου, 21/3/1968) γεννήθηκε στα Μουδανιά το 1900 από γονείς ντόπιους.
Είναι εγγράμματ η γυναίκα. Αφού τελείωσε την Αστική Σχολή των Μουδανιών, κατόπιν πήγε εσωτερική στο Ζάππειο Παρθεναγω γείο της Πόλης.
Δεν μπόρεσε να το τελειώσει γιατί το 1915 έφυγαν από τα Μουδανιά και ήρθαν στην Ελλάδα. Συνέλαβαν τότε ορισμένου ς Έλληνες με την κατηγορία ότι τροφοδοτο ύν τον ελληνικό στόλο και φοβήθηκαν μήπως κι ο πατέρας της, που ήταν ένας από τους προύχοντα ς του τόπου, έχει την ίδια τύχη, κι ήρθαν στην Αθήνα. Με την ελληνική κατοχή γύρισαν πίσω στα Μουδανιά. Γύρισαν τα οχτώ παιδιά κι η μητέρα, ο πατέρας της εν τω μεταξύ είχε πεθάνει.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Μαρίκα Βλαχοπούλ ου υπηρέτησε ως αδελφή στα Μουδανιά. Αρραβωνιά στηκε μ’ έναν υπίατρο με τον οποίον και παντρεύτη κε, αργότερα, όταν ήρθαν στην Ελλάδα.

Όταν έγινε η Μικρασιατ ική Καταστροφ ή εγκατέλει ψαν τα Μουδανιά πήγαν στην Πόλη κι από κει ήρθαν στην Ελλάδα. Τα πρώτα χρόνια έμενε στη Θεσσαλονί κη, ήταν ο άνδρας της διορισμέν ος εκεί. Κατόπιν εγκαταστά θηκαν στην Αθήνα.

Τώρα είναι χήρα και μένει μόνη. Δυο κόρες που έχει είναι παντρεμέν ες έχουν και παιδιά.

Θυμάται αρκετά καλά την πατρίδα της κι είναι πολύ πρόθυμη.

Σαν πληροφορή τρια τη γνώρισα στις 21 Μαρτίου. Ήταν όμως γνωστή μου από προπολεμι κά, τότε που δεν ήξερα καν την ύπαρξη των Μουδανιών .

Ο αδελφός της Κώστας Μοσχογιαν νίδης (Αθήνα-Παγκράτι, από τη συνεργάτι δα Ιωάννα Λουκοπούλ ου) γεννήθηκε στα Μουδανιά το 1890. Είναι συνταξιού χος καθηγητής γαλλικών.

Περισσότε ρες λεπτομέρε ιες για τη ζωή του δεν μου είπε. Πρόκειται να μας δώσει χειρόγραφ ο κι εκεί θα υπάρχουν τα στοιχεία που μας χρειάζοντ αι. Τον εγνώρισα στις 21/3/1968.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Σ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙ ΑΣ
ΚΕΦΆΛΑΙΟ Α’ 1. Όνομα
      2. Δελτίο της Χαρτογραφ ικής Υπηρ. του ΚΜΣ (Γεωγρ.Τοπ οθέτηση)
      3. Ένταξη του Οικισμού
      4. Τουρκική Διοίκηση
      5. Εκκλησιασ τική Εξάρτηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ    Β’ Κάτοικοι
      Γ’ Γλώσσα
      Δ’ Δελτία με ποικίλο περιεχόμε νο
      Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
      ΣΤ’ Λαξευτές Σπηλιές
      Ζ’ Τοπωνύμια
      Η’ Εσωτερική μορφή του χωριού
      Θ’ Κοντινοί και μακρινοί Οικισμοί
      Ι’ Σχέσεις και Συναλλαγέ ς του Οικισμού

Κεφάλαιο Α’ ΟΝΟΜΑ (σ. 23)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Μεταξύ μας Μουδανιά προφέραμε τ’ όνομα της πόλης μας, έτσι ήταν γνωστό και στους άλλους Έλληνες εκτός από μας. Επίσης στα επίσημα εκκλησιασ τικά και κοινοτικά βιβλία έτσι ήταν γραμμένο.

Οι Τούρκοι προφέραν και γράφαν Μουdανιά. Καμιά φορά κι οι Έλληνες, δικοί μας και άλλοι, προφέραν στη ρύμη του λόγου Μουdανιά.

Το όνομα Μουδανιά λένε ότι προήλθε από κάποιους Φράγκους μοναχούς που ήρθαν παλιά κι εγκαταστά θηκαν σε μιαν οροσειρά, η οποία ήταν πέρα από τον κάμπο μας, προς το εσωτερικό . Ονομάστηκ αν γι’ αυτό, λέγαν οι μορφωμένο ι μας, Montaguar d, κι από τ’ όνομα τούτο πήρε την ονομασία της κι η πόλη μας.

ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ-ΓΛΩΣΣΑ (σ. 24)
(Αργίνη Ζάγορη -Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Η ονομασία Μουδανιά προήλθε από τους Φράγκους που πέρασαν κάποτε από εκεί Montaues … Μουδανιά. Στα Τούρκικα λεγόνταν Μουντανιά .

Τουρκόφων ους Έλληνες δεν είχαμε. Η γλώσσα μας ήταν τα Ελληνικά και έμοιαζαν πολύ με τα ελληνικά που μιλούσαν στην Πόλη. Ούτε ιδιωματισ μούς θυμάμαι.. Να… τώρα το συντυχαίν ω, να τύχη να συναντήσω . Οι κάτοικοι φαίνεται πως ήταν ντόπιοι. Δε λέγανε «αυτοί είναι νησιώτες»», «απ’ την Ελλάδα» κλπ.

Δεν άκουσα ποτέ. Είχαμε πολύ ταχτική επαφή με την Πόλη και μοιάζαμε πολύ μαζί τους.

ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ (σ. 25)

Ο Οικισμός Μουδανιά εντάσσετα ι στις παρακάτω ενότητες:
Μικρασιατ ική Επαρχία Βιθυνίας,
Περιφέρει α Προύσας
Τμήμα Μουδανιών

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (σ. 26)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Η πόλη Μουδανιά είχε
Μουδουρλί κι
Καϊμακαμλ ίκι τα Μουδανιά
Μουτεσαρι φλίκι
Βαλελίκι την Προύσα

(Αργίνη Ζάγορη -Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 27)
Ήταν Καϊμακαμλ ίκι τα Μουδανιά. Διοικητικ ώς υπαγόμεθα στον Βελή Προύσης.

Είχαμε δικαστήρι α, μα για ανώτερες υποθέσεις πηγαίναμε στην Προύσα.

Υπήρχε μητρώον, κτηματολό γιο, βγάζανε το νιφούσια και αστυνομικ ός σταθμός, έφιππος χωροφυλακ ή. Ακόμη και επισήμους φυλακάς: πέτρινες με αυλή. Καμιά εικοσαριά ζαπτιέδες ή σωβαρήδες . Μερικοί απ’ αυτούς τους τελευταίο υς ήταν Κιρκάσιοι και στις τελετές που γίνονταν στο Διοικητήρ ιο, επί τη αναρρήσει του Σουλτάνου-φωταγωγίες τη νύχτα ή γυμνάσια, παρελάσει ς-έκαναν πολύ όμορφα πράγματα. Πηδούσαν στ’ άλογα απ’ εδώ κι απ’ εκεί, γύριζαν κάτω απ’ την κοιλιά τους. Πηγαίναμε και παρακολου θούσαμε και απ’ τη χαρά μας λέγαμε: «Σουλτάν Ρασίντ» και όταν φεύγαμε τραγουδού σαμε «το κοφτερό σπαθί μου».

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 28)
Τα Μουδανιά ήταν Καϊμακμλί κι και υπαγόταν κατευθεία ν στην Προύσα. Ο Βαλής ήταν στην Προύσα.

Λειτουργο ύσε και δικαστήρι ο σ’ εμάς, στο κονάκι του Καϊμακάμη, αλλά γι’ ανώτερο δικαστήρι ο πηγαίναμε στην Προύσα. Υπήρχε επίσης Μητρώο στα Μουδανιά, βγάζαν δηλαδή τα νουφούσια . Είχαμε και κτηματολό γιο, Υπήρχαν και επίσημες φυλακές και καλές μάλιστα, ένα κτίριο πέτρινο, αρκετά μεγάλο.

Δίπλα στο διοικητήρ ιο ήταν ο αστυνομικ ός σταθμός, με έφιππο χωροφυλακ ή εκτός από τους απλούς χωροφύλακ ες. Θ ήταν καμιά εικοσαριά ζαπτιέδες( χωροφύλακ ες) και σουβαρήδε ς (ιππείς). Οι έφιπποι ήταν ως επί το πλείστον Κιρκάσιοι και κάποτε κάναν και ιππευτικέ ς επιδείξει ς. Επί τη αναρρήσει του Σουλτάνου, λχ, γινόταν μεγάλη τελετή, στην οποία λάβαιναν μέρος, εκτός από την επίσημη αρχή, και όλα τα παιδιά του σχολείου, που παρατάσσο νταν στο Διοικητήρ ιο. Κι από τη μια μεριά τραγουδού σαμε τον ύμνο του Σουλτάν Χαμίτ, και φεύγοντας το «λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου»

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60) (σ. 30)

Εκκλησιασ τικά υπαγόμαστ αν στη Μητρόπολη Προύσας. Είχαμε και αντιπρόσω πο του Δεσπότη στα Μουδανιά, μα δεν ξέρω τον τίτλο του. Βαφτίσια και γάμοι κανονίζον ταν τοπικά, εκεί σ’ εμάς, υπήρχε και Μητρώο. Για τα διαζύγια θαρρώ πήγαιναν στη Μητρόπολη .

Ο Δεσπότης ερχόταν τακτικά με την πολυτελή του άμαξα και η διέλευσή του από τους δρόμους της πόλης ήταν πομπώδης. Τον τιμούσαν και του δείχναν σεβασμό κι οι Τούρκοι. Μέχρι το 1909 ήταν καλοί οι Τούρκοι.

(Αργίνη Ζάγορη -Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 31)
Εξαρτόμεθ α από τη Μητρόπολη της Προύσης.
2-3 φορές το χρόνο ερχότανε και ο Μητροπολί της. Είχε ένα αμάξι με άλογα και έκανε μεγάλη εντύπωση στο χωριό, κάθε φορά που ήρχετο. Τρέχαν τα Τουρκάκια πίσω απ’ τ’ αμάξι.

Είχαμε και δημογερον τία.

Για γάμους, βαφτίσια, σε εξαιρετικ ές περιπτώσε ις, πηγαίναμε στη Μητρόπολη της Προύσης. Αλλοιώς στις δικές μας τις εκκλησίες στα Μουδανιά.

Κεφάλαιο Β’-ΚΑΤΟΙΚΟΙ (σ. 32)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Τα Μουδανιά θα είχαν 7-8 χιλιάδες Έλληνες κατοίκους και 4 χιλιάδες Τούρκους, δηλαδή το όλο 12 χιλιάδες περίπου.

Οι Έλληνες φαίνεται ότι ήταν ντόπιοι, τουλάχιστ ον οι περισσότε ροι ή κι αν ήταν μερικοί από άλλα μέρη είχαν αφομοιωθε ί. Δεν υπήρχε καταφανής διαφορά ώστε να καθορίσου με και να πούμε: Να αυτοί, λόγου χάρη, είναι από τα νησιά.

Το περίεργο ήταν ότι πολλοί είχαν ονόματα ζώων, που τους είχαν μείνει από παρατσούκ λια: ο Τσάκαλος, ο Λύκος, ο Αλεπούς, ο Μαϊμούς …

(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου,Κ. Μοσχογιαν νίδης, 21/3/1968) (σ. 33)
Γύρω στους 8000 κατοίκους είχαν τα Μουδανιά μαζί με τους Τούρκους. Πλεόναζε το ελληνικό στοιχείο. Τα δύο τρίτα του πληθυσμού ήταν Έλληνες κι οι υπόλοιποι Τούρκοι.

Ντόπιοι είμαστε από παππού προς πάππου, δεν είχα ακούσει να ήρθαν από πουθενά οι δικοί μας. Όλοι όσους ξέραμε ήταν ντόπιοι.

Πότε πρωτοκατο ίκησαν οι Έλληνες στα Μουδανιά ούτε αυτό το ξέρομε. Από πολύ παλιά ήταν εκεί, ίσως κι από τους Βυζαντινο ύς χρόνους. Δεν είχαμε ποτέ ακούσει να διηγούντα ι ιστορία σχετική με το θέμα αυτό.

Κεφάλαιο Γ’-ΓΛΩΣΣΑ (σ. 34α)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Η γλώσσα μας ήταν η ελληνική, έμοιαζε με τη γλώσσα της Κωνσταντι νούπολης. Ιδιωματισ μοί δεν υπήρχαν, εκτός από κάτι ελάχιστου ς.

Ένα που θυμάμαι, ήταν το συντυχαίν ω, το οποίο σήμαινε συναντώ. Και μερικά άλλα, πολύ λίγα.

Τούρκικα ξέραν μόνον όσοι είχαν πάρε-δώσε με τους Τούρκους. Οι γυναίκες δεν τα ήξεραν.

Κεφαλ. Δ’-ΔΕΛΤΙΑ ΜΕ ΠΟΙΚΙΛΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕ ΝΟ (σ. 34β)
(Αργίνη Ζάγορη -Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Τα Μουδανιά ως επίνειο της Προύσης είχαν μεγάλη επιβατική κίνηση. Ήταν η διέξοδος στη θάλασσα της Προύσας και της Μεσαχώρας . Η συγκοινων ία με την Κων/πολη ήταν πυκνή και από τις καλλίτερε ς, γιατί είχαμε και επίσημη ναυτιλιακ ή επικοινων ία κρατική. Για μια περίοδο είχε χρηματίσε ι πράκτωρ της εταιρείας αυτής και ο πατέρας μου μ’ όλο που ήταν Τουρκική.

Τα σημερινά Μουδανιά χτίστηκαν στη θέση της Αρχαίας Απάμειας. Στο βυθό της θάλασσας σώζεται ακόμα τα τείχη της αρχαίας πόλης. Αυτό το ακούγαμε και τάλεγαν οι παλαιότερ οι, τα βλέπαμε όμως και καθώς περνούσαμ ε με τη βάρκα από πάνω. Η ονομασία Μουδανιά προήλθε από κάτι Φράγγους μοναχούς «Montaguards” … Μουντάνια .

Στα Μουδανιά οι άνθρωποι καταγίνον ταν με το εμπόριο ελιάς και κουκουλιώ ν. 7-8 χιλ, Έλληνες και 3-4 χιλ Τούρκοι.

Ήταν η πρωτεύουσ α της περιοχής που αποτελούσ αν τα χωριά Σιγή, Τρίγλεια, Κίος κλπ. Σ’ όλα τούτα τα χωριά είχαν τις ίδιες ασχολίες με τους συγχωριαν ούς μου, 6-7 εργοστάσι α μετάξης και ελιάς θα είχαμε στα Μουδανιά. Στ’ άλλα χωριά, εργοστάσι α δεν υπήρχαν γιατί ούτε και εμπόρευμα πολύ υπήρχε. Γινότανε και η μεταφορά από κοντά μας, γιατί διαθέταμε ιστιοφόρα . Στ’ άλλα χωριά μπορούσαν βέβαια να προσορμίσ ουν πλοία για λόγους οικονομία ς όμως μόνο στα Μουδανιά άραζαν. Το χωριό μου χτισμένο παραλιακώ ς, σε μεγάλη έκταση, 3-4 χιλιόμετρ α, βρισκόταν σε κάμπο. Από πίσω από τα σπίτια πάλι κάμπος με ελιόδεντρ α και μουριές. Σε βάθος 2 χιλ. ως τα βουνά, και σε μήκος 10-15 χιλιομ. απλώνοντα ν ο κάμπος. Τα βουνά δε θυμάμαι να είχαν ειδικό όνομα και μάλλον δεν έπαιξαν πολύ ρόλο στη ζωή μας. Ήταν όμως φυτεμένα μερικά ορεινά χτήματα.

Λιμάνι δεν είχαμε φυσικό. Οι Γάλλοι είχανε φτιάξει δυό αποβάθρες μεγάλες, με πρωτότυπη κατασκευή . Ήταν φτιαγμένη με ξύλινους πασσάλους γερά στερεωμέν ους να περνάει το νερό ανάμεσα και να μη κάνει δίνη. Φουρτούνα, βέβαια, μας έπιανε, δεν ήταν κλειστό λιμάνι. Σπάνια όμως κατέστρεφ ε πλοία γιατί οι καραβοκύρ ηδες λάβαιναν τα μέτρα τους, και πήγαιναν στην Κίο λ.χ. πούχε λιμάνι δυτικό. Ανάλογα με τον καιρό κανόνιζαν αυτά. Και έτσι όμως, καμιά φορά. Κάτι μικρά πλοία την πάθαιναν.

Καίκια Μουδανιώτ ικα είχαμε «ποντοπόρα». Ιστιοφόρα τα πιο πολλά. 15 τόνων και πάνω. Μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο βάλανε μηχανές. Ψαροκάϊκα είχαμε πολλά και πετρελαιο κίνητα.

Στην παραλία είχαμε καφενεδάκ ια και κει μαζευόμασ ταν, τα καλοκαίρι α, κάθε βράδυ. Απ’ την Προύσα κατέβαινα ν πολλοί να παραθερίσ ουν στα Μουδανιά. Είχαμε και ξενοδοχεί ο πάνω στη θάλασσα.

Κάνανε και οι γυναίκες μπάνια θαλάσσια, νύχτα όμως για να μην τις βλέπουν.

Ποτάμια μεγάλα δεν είχαμε. Δυο μικρά μόνο που κατέβαινα ν απ’ τα υψώματα. Το ένα απ’ τη μια πλευρά και από την άλλη το άλλο. Ζημιές δε θυμάμαι να κάνανε, ούτε και τα ονόματά τους όμως.

Ο δρόμος που μας συνέδεε με την Προύσα ήταν αμαξιτός, σε πολλή καλή κατάσταση, 35 χιλιόμετρ α μακρύς. Είχαμε και σιδηρόδρο μο που μας συνέδεε με την Προύσα.

Κοντά στο σχολείο, αμέσως μετά το τέρμα των σπιτιών, στους πρόποδες του λόφου, ήταν οι «Μύλοι». Απ’ το πίσω μέρος συνόρευαν με την Τούρκικη συνοικία. Εκεί πηγαίναμε να παίξουμε πετροπόλε μο με τα τουρκαλάκ ια.

Υπήρχε και μια δεξαμενή στους «Μύλους» όπου εναποθήκε υαν το χιόνι, να το πάρουν το καλοκαίρι και να το κάνουν παγωτά.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60) (σ. 38)

Τα Μουδανιά κυρίως υφίσταντο ως επίνειον της Προύσας, διότι τόσον η μεταφορά εμπορευμά των όσον και η επιβατική κίνηση, από την Προύσα προς την Πόλη ή αλλού, κέντρο είχαν το λιμάνι των Μουδανιών . Δρόμοι δια ξηράς δεν υπήρχαν τότε και όλη η ενδοχώρα διοχετεύε το δια των Μουδανιών . Η συγκοινων ία με την Κωνσταντι νούπολη ήταν πυκνή και η καλύτερη από τα γύρω μας λιμάνια, διότι διεξήγετο και από την επίσημη κρατική ατμοπλοία με πλοία καλά. Μια περίοδο μάλιστα είχε χρηματίσε ι και ο πατέρας μου πράκτωρ, παρ’ όλο που ήταν εθνική εταιρεία των Τούρκων.

Τα Μουδανιά ήταν η Αρχαία Απάμεια της Βιθυνίας, όπως ακούαμε. Στο βυθό της θάλασσας φαίνονταν τα τείχη, δηλαδή υποθέτουμ ε ότι ήταν της αρχαίας πόλης, γιατί αρχαιολόγ ος δεν ήρθε.. Έτσι ακούαμε από μορφωμένο υς ανθρώπους κι από τους παλιούς μας, κι εμείς, ως παιδιά, περνούσαμ ε από πάνω με τη βάρκα και βλέπαμε τα τείχη.

Οι κάτοικοι των Μουδανιών καταγίνον ταν με το εμπόριο, με τις ελιές και τα κουκούλια . Ήταν η πόλη μας κέντρο επεξεργασ ίας κι εξαγωγής μεταξιού. Υπήρχαν 5 εργοστάσι α για την κατεργασί α των κουκουλιώ ν και, όπως είπαμε, η τακτική συγκοινων ία για την εξαγωγή τους. Έτσι τα Μουδανιά αποτελούσ αν, να πούμε, την πρωτεύουσ α της περιοχής εκείνης περιελάμβ ανε τη Σιγή, την Τρίγλια, την Κίο. Είχαν βέβαια και τα πολίσματα τούτα τα ιστιοφόρα τους και κάποια εμπορεύμα τά τους έστελναν κατ’ ευθείαν στην Κωνσταντι νούπολη, αλλά τα κουκούλια συνέφερε καλύτερα να τα στείλουν στα Μουδανιά απ’ όπου, εκτός από τα πλοία της γραμμής, περνούσαν και πλοία  για το εξωτερικό, όπως πχ για τη Μασσαλία.

Και η Κίος, θα μου πείτε, είχε εργοστάσι ο κατεργασί ας μεταξιού, όχι όμως όσα εμείς, ώστε να επαρκέσου ν για όλη την παραγωγή. Και κατ’ αρχή στην Κίο ειδικεύον ταν περισσότε ρο  στην παραγωγή μεταξόσπο ρου, ενώ τα Μουδανιά αποτελούσ αν επιπλέον κέντρο συγκέντρω σης κουκουλιώ ν και ένα είδος χρηματιστ ήριο γι’ αυτά.

Η ελληνική κοινότητα των Μουδανιών ήταν καλά οργανωμέν η. Είχαμε και Δημογερον τία, αλλά τα καθήκοντά της ακριβώς δεν ξέρω να τα πω.

Κεφαλ. Ε’-ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
1.   Θέση
2.   Δρόμοι Εξωτερικο ί
3.   Βουνά-Λόφοι
4.   Ρέματα
5.   Κλίμα

ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (σ. 41)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Τα Μουδανιά ήταν κτισμένα σε μεγάλη έκταση επί της παραλίας και σε κάμπο που είχε βάθος 2-3 χιλιόμετρ α. Το μήκος της πόλης στην παραλία επάνω ήταν 10-15 χιλιόμετρ α. Πίσω από τα σπίτια μεσολαβού σε κάμπος κι έπειτα άρχιζαν  τα βουνά, όχι πολύ ψηλά, αλλά περισσότε ρο από λόφους. Δεν θυμάμαι να είχαν ιδιαίτερο όνομα. Κι εκεί επάνω ακόμα υπήρχαν ορισμένα ορεινά κτήματα δικά μας, υπήρχαν και ήμερα δέντρα.
Λιμάνι δεν είχαμε. Ήταν ανοικτός ο κόλπος. Τα πλοία πλεύριζαν στις δύο αποβάθρες, τις οποίες είχαν κατασκευά σει οι Γάλλοι, που έκανα και τη σιδηροδρο μική γραμμή Προύσας-Μουδανιών.

Φουρτούνα μας έπιανε. Κάτι μικρά καραβάκια την πάθαιναν καμιά φορά, συνήθως όμως, όταν μυρίζοντα ν τρικυμία τα πήγαιναν τα καράβια στον κόλπο της Κίου και προφυλάγο νταν.

ΔΡΟΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Ι ( σ. 43)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Ο δρόμος που μας συνέδεε με την Προύσα, μήκους 35 χιλιομέτρ ων, ήταν αμαξιτός, όχι βέβαια άσφαλτος, αλλά σε καλή κατάσταση, χωματόδρο μος με χαλίκι.

Ο δρόμος που πήγαινε στη Σιγή και Τρίγλια, πέρα από την Αγία Άννα, ήταν επίσης χωματόδρο μος, αλλά χαραγμένο ς δρόμος και στρωμένος κι αυτός με χαλίκι.

(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 44)

Οι δρόμοι ήταν καλντερίμ ια με πεζόδρομο και είχαν κλίση προς τα πλάγια (για τα νερά της βροχής). Μέσα στην πόλη ήταν όλα καλντερίμ ια. Δεξιά και αριστερά ήταν δεντροφυτ εμένοι που και που έβλεπες και καμιά πρασιά.

Το βράδυ φωτίζοντα ν με λάμπες.

Άλλοι δρόμοι σαν αυτόν ου οδηγούσε στην Αγία Άννα ήταν φτιαγμένο ι από χαλίκι και στρωμένοι με χώμα από πάνω. Παντού όμως υπήρχαν δρόμοι φτιαγμένο ι απ’ τους ανθρώπους .

Οι δρόμοι της Τούρκικης συνοικίας, που είχε γλυτώσει τη φωτιά, ανώμαλοι και δεν ήτ6αν ευθυγραμμ ισμένοι, σαν τους δρόμους της δικής μας συνοικίας .

ΒΟΥΝΑ-ΛΟΦΟΙ-ΣΠΗΛΙΕΣ

ΒΟΥΝΑ-ΚΑΣΤΑΝΙΑ (σ. 45)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Μοσχογιαν νίδης, 21/3/68)

Νοτιοδυτι κά στα Μουδανιά, περίπου μιάμιση ώρα με τα πόδια, ήταν ένα βουνό που το λέγαμε καστανιά. Ήταν μετά τον Άγιο Παντελεήμ ονα. Είχε πολλές καστανιές γι’ αυτό το λέγαμε και Καστανιές . Δεν ήταν πολύ ψηλό βουνό, πάντως το ψηλότερο της περιοχής, τ’ άλλα ήταν λόφοι. Η Καστανιά είχε άφθονο κυνήγι.

Ψηλά βουνά είχε η Προύσα, εκεί ήταν ο Όλυμπος που κράταγε  χιόνια πολλά. Από μας άλλοτε φαινότανε, άλλοτε δε φαινότανε, ανάλογα με τη διαύγεια της ατμόσφαιρ ας.

ΛΟΦΟΙ (σ. 46)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια, προς Νότον, ήταν ο λόφος Μύλοι, που είχε πάρει τ’ όνομά του από δύο εγκαταλελ ειμμένους αερόμυλου ς που ήταν εκεί.

Στο λόφο αυτό υπήρχε δεξαμενή όπου εναποθήκε υαν το χιόνι το χειμώνα για να το πουλήσουν το καλοκαίρι .

Εκεί στους Μύλους παίζαμε πετροπόλε μο με τα Τουρκόπαι δα, συνόρευε με το πίσω μέρος ης τουρκικής συνοικίας .

Ένας άλλος μικρός λόφος ήταν της Αγίας Άννης που είπαμε (βλέπε και δελτίο «Εκκλησίες-Ξωκκλήσια» του ίδιο πληροφορη τή)

ΛΟΦΟΙ-ΑΓΙΟΣ ΓΙΩΡΓΗΣ (σ.47)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Μοσχογιαν νίδης, 21/3/68)

Μισή ώρα από τα Μουδανιά, από τη μεριά της τούρκικης συνοικίας, ήταν ένας λόφος. Πάνω στον Άγιο Γιώργη, λέγανε, εκκλησία όμως εκεί δεν υπήρχε, γιατί τον ονομάσανε έτσι δεν ξέρω. Κτήματα είχε στα χαμηλά, μουδανιώτ ικα, η κορυφή του ήταν φαλακρή.

Στις 23 Απριλίου. Του Αγίου Γεωργίου, πήγαιναν εκεί πολλοί Τούρκοι κι έλληνες εκδρομή, καθόντουσ αν όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι πίστευαν στον Άγιο Γιώργη, τον έλεγαν «Χεάρελες», την ημέρα αυτή συνήθιζαν να βγαίνουν στην εξοχή.

ΡΕΜΑΤΑ (σ. 49)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Ποτάμι δεν υπήρχε στα Μουδανιά. Ένα ρέμα μόνο ήταν από τη μια μεριά της πόλης κι ένα από την άλλη. Δεν είχαν ονόματα. Κατέβαζαν νερό όταν έβρεχε, όχι όμως πολύ. Ζημιές δεν κάναν.

ΡΕΜΑΤΑ-ΜΑΚΟΥΦΙ
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Ούτε ποτάμια είχαμε στα Μουδανιά ούτε ρέματα. Μόνο στην άκρη του χωριού, εκεί στους μύλους κοντά, ήταν ένα ξεροπόταμ ο που το λέγαμε Μακούφι, εκεί πηγαίνανε και ρίχνανε τα σκουπίδια .

ΚΛΙΜΑ (σ. 50)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Είχαμε πολύ ωραίο κλίμα, εύκρατο και υγιεινό. Εκεί ξέραμε πως ο χειμώνας είναι χειμώνας και το καλοκαίρι-καλοκαίρι.

Το χειμώνα έκανε κρύο πολύ, πολλές φορές έριχνε και χιόνια, δεν κρατούσαν όμως, ένα-δυο μέρες και μετά λιώνανε. Όλα τα σπίτια καίγανε σόμπες. Δε μπορούσες αλλιώς να σταθείς από το κρύο, μερικοί είχανε τζάκια, λίγοι όμως ήταν αυτοί. Το χειμώνα φύσαξε βοριάς δυνατός, σήκωνε κύματα μεγάλα ήταν το μέρος ανοικτό.

Τρεις μήνες κρατούσε ο χειμώνας Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάρι ο. Το Μάρτιο έπιανε η άνοιξη, είχαμε καλοκαιρί α, έβλεπες οι γυναίκες όλες βάζανε μάρτη (άσπρη και κόκκινη κλωστή στρμμένες μαζί) να μη τις κάψει ο ήλιος. Από κει και πέρα βγαίνανε οι ψαράδες με τις τράτες. Άρχιζε η καλλιέργε ια της ελιάς, το λισγάρισμ α (το σκάψιμο), ξελακκώνα νε τ’ αμπέλια.

Το καλοκαίρι στα Μουδανιά ήταν δροσερό, δεν είχαμε μεγάλες ζέστες. Ερχόντουσ αν από την Πόλη διάφορες γνωστές οικογένει ες και παραθερίζ ανε εκεί.

Ζ’ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ( σ. 52)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Η Καλόλημνο ς ήταν ένα νησάκι αντίκρυ στο μπουγάζι μια ώρα μακρυά. Ήτανε τόπος ψαριών και αστακών. Μπαρμπούν ια και αστακούς είχε εξαιρετικ ά την εποχή που ήταν τα λαβράκια, τέτοια-τέτοια μεγάλα τα βλέπαμε να «κυκλοφορούν». Αφήστε πια τις παλαμίδες που πετο΄σαν απ’ τα νερά και τρέχανε τότες οι τράτες.

Ο Χρυσόγυαλ ος μια ώρα και αυτός έξω από τα Μουδανιά ήτανε πλαζ εξαιρετικ ή. Όνομα και πράγμα.

Μετά τα σπίτια, 1 χιλιόμετρ ο περίπου άκτιστη περιοχή μεσολαβού σε, και σε ένα λοφίσκο 50 περίπου μέτρα ψηλό, ήταν χτισμένη μια εκκλησούλ α: η Αγία Άννα. Πλάι σε μια τοποθεσία με πλατάνια, ήταν τ’ αγίασμα. Ο δρόμος που οδηγούσε στο εκκλησάκι ήταν κλιμακωτό ς 20-25 γρανίτινα σκαλοπάτι α, κυκλικά. Παιδιά τ’ ανεβαίναμ ε με άλογα. Δεν ήταν εκκλησία των Βυζαντινώ ν χρόνων.

Δυτικά της Αγίας Άννας ¾ της ώρας απ’ τα Μουδανιά ήταν οι Παλιόστερ νες. Κτήματα που κατέβαινα ν μέχρι τη θάλασσα.

Σ΄ ανηφοριά, μια ώρα περίπου μακρυά απ’ το χωριό9 ήταν χτισμένη μια μεσόγεια εκκλησούλ α ο Άγιος Παντελεήμ ονας. Κάθε πρωτομαγι ά εκεί κάναμε μεγάλο γλέντι.

Στα δυτικά του χωριού βρισκόταν χτισμένο πάνω στο βράχο ένα μικρό παραθαλάσ σιο εκκλησάκι . Απ’ εκεί ανέβρυζε αγίασμα. Ήταν οι Άγιοι Ανάργυροι .

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60) (σ. 54)

Σ’ απόσταση καμιάς ώρας από την πόλη, δυτικά, ήταν ο Χρυσόγυαλ ος, μια παραλία πολύ όμορφη, όπου κάναν και λουτρά οι Μουδανιώτ ες. Κάναν κι οι γυναίκες μπάνιο, αλλά τη νύχτα, σε προφυλαγμ ένες μπανιέρες .

Προς την ίδια πλευρά, δυτικά ήταν οι Παλιόστερ νες, σ’ απόσταση τριών τετάρτων από τα Μουδανιά. Κτήματα είχε, της Παλιοστέρ νας τα κτήματα όπως λέγαμε. Δεν ήταν μόνο παραθαλάσ σιο, είχε και ενδοχώρα. Έπιαναν από μέσα τα κτήματα και κατέβαινα ν μέχρι τη θάλασσα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’- ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΡΦΉ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
1.   Το πράσινο του χωριού
2.   Μαχαλάδες, Δρόμοι, Πλατείες
3.   Νερά
4.   Σπίτια
5.   Εκκλησίες, Παρεκκλήσ ια, Ξωκκλήσια, Μοναστήρι α, Αγιάσματα
6.   Νεκροταφε ία
7.   Σχολεία
8.   Κτίσματα

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ (σ. 55)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Οι δρόμοι ήταν δεντροφυτ εμένοι. Τα σπίτια δεν είχαν περιβόλια, που και που καμιά πρασιά αν είχε κανένα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι μέσα στην πόλη είχε πολύ πράσινο. Τα δέντρα ήταν παραέξω, ελαιώνες και μουριώνες .

ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ (σ. 56)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Το ελληνικό τμήμα της πόλης ήταν χωρισμένο από το τουρκικό, σχεδόν υπήρχαν ορόσημα. Η έδρα του Καϊμακάμη ήταν το σύνορο. Ανατολικά ήταν η τουρκική συνοικία. Από τη δυτική πλευρά η ελληνική

Από απόψεως τοποθεσία ς η ελληνική πλευρά ήταν καλύτερη , στη γειτονιά της ήταν η Αγία Άννα, σαν εξοχή, κι ο Άγιος Σπυρίδων, επίσης εξοχικός. Κι η παραλία ήταν καλύτερη από κείνη την πλευρά. Αυτά δεν υπήρχαν από την μεριά των Τούρκων.

Στα 1880 είχε γίνει μια μεγάλη πυρκαϊά κι έκαψε την ελληνική συνοικία, που ξαναχτίστ ηκε καινούργι α. Η τουρκική συνοικία δεν είχε καεί και παρέμεινε σαν τουρκοχώρ ι.

Η αγορά ήταν στην τουρκική συνοικία κυρίως η αγορά των τροφίμων, αλλ΄ατα περισσότε ρα καταστήμα τα ήταν ελληνικά. Στην ελληνική πλευρά ήταν τα εμπορικά καταστήμα τα.

Τα πλοία πλεύριζαν αντίκρυ στην τουρκική συνοικία, όπου ήταν οι δύο αποβάθρες, ο σιδηροδρο μικός σταθμός, το τελωνείο.

Εμείς είχαμε τρεις μαχαλάδες: του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Θεοδοσίας και των Μύλων. Υπήρχε και ένας άλλος μαχαλάς, των εργοστασί ων του μεταξιού. Οι Μύλοι ήταν λίγο απομεμακρ υσμένος μαχαλάς, στους πρόποδες του ομώνυμου λόφου. Εκεί κοντά ήταν και το δημοτικό σχολείο.
Προάστιο των Μουδανιών ήταν η Αγία Άννα. Μεσολαβού σε, από την πόλη ως εκεί, μια έκταση περίπου ενός χιλιομέτρ ου, άκτιστη, και κατόπι ήταν η Αγία άννα.

(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 58)

Ο τουρκικός μαχαλάς ήταν χωριστός απ’ τον ελληνικό. Σχεδόν υπήρχαν ορόσημα: Το Διοικητήρ ιο: που ήταν η έδρα του καϊμακάμη . Τούρκικη ήταν η ανατολική πλευρά του χωριού. Η δυτική ήταν η ελληνική. Ως προς την τοποθεσία, η δικιά μας πλευρά ήταν η καλλίτερη . Είχαμε καλλίτερε ς εξοχές, παραλίες που δεν είχαν οι Τούρκοι (βλέπε «Τοπωνύμια» χωριστό.δ ελτίο).

Τα πλοία άραζαν στην τούρκικη συνοικία. Εκεί ήταν οι αποβάθρες, το τελωνείο, ο σιδηροδρο μικός σταθμός. Αυτό είναι το εμπορικό τμήμα του χωριού. Η αγορά τροφίμων, χασάπικα, μανάβικα κλπ.

Η δική μας συνοικία ήταν καινούρια . Είχε καταστραφ εί απ’ την πυρκαγιά που έγινε το 1870 νομίζω και ξαναχτίστ ηκε μετά. Γι’ αυτό ίσως ήταν η πιο όμορφη.

Η τούρκικη συνοικία δεν είχε πάθει τίποτα απ’ τη φωτιά. Τα σπίτια ήτα τα παλιά οι δρόμοι στενοί.

Η ελληνική συνοικία, που είχε τα εμπορικά με τις βιτρίνες ήταν πάλι χωρισμένη σε μαχαλάδες . Του Αγίου Γεωργίου, όπου ήταν η Μητρόπολη . Εκεί ήταν το σπίτι μας.

Της Αγίας Θεοδοσίας, γύρω στην ομώνυμη εκκλησία.

Τους Μύλους, ήταν εκεί δυο ανεμόμυλο ι μα εγκαταλελ ειμμένοι και πια δεν άλεθαν, γιαυτό πήρε το όνομα η συνοικία (Μύλοι: βλέπε δελτίο «ποικίλου περιεχομέ νου»).

Τα Εργοστάσι α, ήταν συγκεντρω μένα 4-5 όλα μαζί και γύρω είχε σπίτια.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κωνσταντίνος Κιούμης, Ν. Τρίγλια, γεννήθηκε στους Ελιγμούς, 28/9/60) (σ. 60)

Οι κυριώτερε ς συνοικίες ήταν του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Θεοδοσίας, των Μύλων και της Αγίας Άννας. Αλλ’ αν πούμε και τις μικρότερε ς, είναι άλλες πέντε: της Αγιάς, του Αγίου Κωνσταντί νου, το Ζύγι, όπου ήταν και μια πλατεία εκεί, τ’ Αλώνι κι ο Άϊς Γιάννης, 5-6 σπίτια.


ΔΡΟΜΟΙ (σ. 61)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Οι δρόμοι μέσα στην πόλη ήταν όλοι καλντερίμ ι, είχαν και πεζοδρόμι ο. Εκείνος που πήγαινε για το προάστιο της Αγίας Άννας ήταν χωματόδρο μος. Τη νύχτα οι εντός της πόλης δρόμοι φωτίζοντα ν με φανάρια που είχαν μέσα λάμπες πετρελαίο υ.

Οι δρόμοι της τουρκικής συνοικίας ήταν στενοί και ανώμαλοι, γιατί όπως είπαμε, δεν είχε καεί ο τουρκομαχ αλάς κι έμεινε με την παλιά του μορφή.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ (σ. 62)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)
Δεν είχαμε, σαν αυτές που είναι στα χωριά της Ελλάδας με τον πλάτανο, τη βρύση κα το καφενείο.

Στο κέντρο της ελληνικής συνοικίας υπήρχε το «Αδελφάτο». Μια μεγάλη αίθουσα, σαν καφενείο, με γραφεία από πάνω. Τις γιορτές, τις Αποκριές εκεί γίνονταν χοροί.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 13/6/60)

Πλατεία υπήρχε στο κέντρο της πόλης. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, Αδελφάτο λεγόταν. Εκεί ήταν μια μεγάλη αίθουσα καφενείου που λεγόταν Αδελφάτο κι από κει πήρε τ’ όνομά της κι η πλατεία. Δεξιά κι αριστερά του κτιρίου υπήρχαν δυο βρύσες.

Στην πλατεία αυτή συγκεντρώ νονταν πολύ κόσμος, χοροί όμως υπαίθριοι δεν γίνονταν. Στις αποκριές ο επίσημος χορός γινόταν στην αίθουσα του σχολείου και μερικοί άλλοι σε σπίτι, αλλά όχι επίσημοι. Και στο Αδελφάτο γίνονταν χοροί. Ήταν κυρίως καφενείο αλλά είχε πάνω και γραφεία, θαρρώ πως ήταν της κοινότητο ς.

3. ΝΕΡΑ (σ. 64)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Η κοινότης δι’ εξόδων της είχε φέρει τα νερά απ’ τα βουνά και είχε κάνει βρύσες κατά διαστήματ α. Πηγάδια μάλλον δεν υπήρχαν γιατί είχαμε νερό.

2-3 βρύσες έξω απ’ τα εργοστάσι α.

Στην πλατειούλ α πάλι έξω απ’ τ’ «αδελφάτο» μια δεξιά και η άλλη αριστερά.

Μια μεγάλη πέτρινη βρύση στη Μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου.

Και στην τούρκικη συνοικία θα είχε βρύση νομίζω.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Η κοινότης δι’ εξόδων της είχε φέρει νερά από τα βουνά και υπήρχαν κατά διαστήματ α Οι μεγάλες ήταν: Δύο στο Αδελφάτο (βλέπε και δελτίο «Πλατείες» του ίδιου πληροφορη τή), μία στον Άϊ Γιώργη απ’ έξω, 2-3 βρύσες έξω απ’ τα εργοστάσι α του μεταξιού. Υπήρχαν κι άλλες σε διάφορα σημεία.

Πηγάδια μάλλον δεν υπήρχαν γιατί είχαμε νερό.

4. ΣΠΙΤΙΑ (σ.66)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Τα περισσότε ρα ελληνικά σπίτια ήταν διώροφα και ευρύχωρα. Κάτω είχαν κουζίνες, χώρους υποδοχής κλπ, πάνω ήταν οι κοιτώνες. Ήταν ιδιόρρυθμ α κατασκευα σμένα από ένα σκελετό ξύλινο, παραγεμισ μένο με πλίνθους και σοβαντισμ ένο μετά. Τα λεγόμενα μπαγδατί.

Μ’ όλο που τα σπίτια αυτά γίνονταν στα μέρη που τρέφουνε μεταξοσκώ ληκες, για ν’ αναπνέουν τα κουκούλια έτσι, στο χωριό μου η σηροτροφί α δεν ήταν οικότροφο ς.

Οι περισσότε ροι είχαν μποτζεχαλ άδες, αίθουσες με τελλάρα που πάνω τους ζούσαν οι μεταξοσκώ ληκες.

Τα σπίτια δεν είχανε κήπους, και δη ήταν πολύ παλιά (χτίστηκαν ξανά μετά την πυρκαγιά του 1880).

Των Τούρκων τα σπίτια αντίθετα ήταν παλιά και κάμποσα όλο πέτρινα.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Τα σπίτια ήταν τα περισσότε ρα διώροφα, και τα μικρότερα ακόμα ήταν διώροφα. Κάτω είχαν χώρους υποδοχής. Τραπεζαρί ες, κι επάνω τους κοιτώνες.

Η κατασκευή τους ήταν μικτή: ξύλινη και πλίνθινη. Ο σκελετός των τοίχων ήταν ξύλινος παραγεμισ μένος με πλίνθους. Ύστερα βάζαν απ’ έξω πήχες, μπαγντατί, και τις σουβαντίζ αν.

Σκωληκοτρ οφεία δεν είχαμε μέσα στα σπίτια, πολύ λίγοι βάζαν στα σπίτια τους. Υπήρχαν ειδικοί μποτζεκχα νάδες και μέσα στην πόλη και έξω για το σκουλήκι, με τελάρα μέσα και τ’ άλλα χρειώδη.

Τα σπίτια των Τούρκων ήταν παλαιότερ α και κάπως υποδεέστε ρα, τα δικά μας ήταν πιο μοντέρνα, υπήρχαν μεταξύ τους και μερικά πέτρινα.

5. ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ΠΑΡΕΚΚΛΗΣ ΙΑ, ΞΩΚΚΛΗΣΙΑ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Α, ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ (σ. 68)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικόλαος Γαϊτάνος, 21/6/60)

Είχαμε πολλές, τον Άγιο Γεώργιο, τον Μητροπολι τικό ναό, βρισκόταν στη συνοικία Αγίου Γεωργίου. Μεγάλη εκκλησία πέτρινη, με περίβολο, εκεί ήταν και η κατοικία του Δεσπότη, όποτε κατέβαινε από την Προύσα. Ήταν πάνω κάτω σαν την Αγία Ειρήνη, χωρίς τρούλο, τύπου βασιλικής, με γυναικωνί τη και κωδωνοστά σιο. Είχε και ένα καμπαναρι ό που έμεινε ιστορικό. Ένας είχε φέρει μια μεγάλη καμπάνα και τη βάλαν στο καμπαναρι ό. Ήθελε όμως, αφού έκανε τέτοια δωρεά, να παίξει μεγάλο ρόλο στη ζωή του χωριού. Όλο η «καμπάνα» και η «καμπάνα» ήταν. «Εγώ που την έφερα», «Ε κατέβασέ την και πάρτην πίσω» του είπε μια μέρα και ο πατέρας μου. Την κατέβασαν και του τη ξαναδώσαν ε στο τέλος και έτσι έληξε η φασαρία με την καμπάνα.

Στον περίβολο του ναού υπήρχε μια βρύση μεγάλη χτιστή.

Η «Παναγία» μετά. Μια μικρή εκκλησούλ α … ήταν τελικά, στην Τουρκική συνοικία μέσα. …. θα ήταν βυζαντινή εκκλησία. Ήταν χωμένη, παλαιά, μυστηριώδ ης, νομίζω ότι είχε τρούλο. Εγώ την έφτασα.

Η Αγία Θεοδοσία ήταν στην αντίθετη πλευρά του Αγίου Γεωργίου, στη δυτική του χωριού. Πιο μικρή από την Παναγία και παραθαλάσ σια. Λένε πως στα παλιά τα χρόνια κάποια εικών εξεβράσθη εκεί και χτίσανε γι’ αυτό το λόγο την εκκλησία. Ίσως στων παππούδων μου τα χρόνια να την χτίσανε.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΞΩΚΚΛΗΣΙΑ (σ. 70)
(Μπ. Νικηφορίδ ης- Νικ. Γαϊτάνος 13.6.1960)

Ο κεντρικός ναός μας ήταν ο Άγιος Γεώργιος, στην ομώνυμη συνοικία. Ήταν μεγάλη εκκλησία, με περίβολο μέσα στον οποίο ήταν και η κατοικία του Δεσπότη οσάκις κατέβαινε από την Προύσα.

Είχε και καμπαναρι ό το οποίο μάλιστα έμεινε ιστορικό από αφορμή μια διένεξη. Είχε ανακατευτ εί σ’ αυτήν και ο πατέρας μου. Κάποιος είχε κάμει δωρεά μια καμπάνα και εξ αιτίας της καμπάνας ήθελε διαρκώς να παίζει ρόλο στην κοινότητα, ν’ ανακατεύε ται στα διάφορα ζητήματα και να περνάει ο λόγος του. Ώσπου τελικά τον βαρέθηκαν και του είπαν: «πάρε την πίσω την καμπάνα σου». Και πράγματι την κατέβασαν και την δώσαν πίσω.

Πέτρινη ήταν η εκκλησία, τύπος βασιλικής, περίπου στο μέγεθος της Αγίας Ειρήνης εδώ (σ.σ. εννοεί την Αγία Ειρήνη στην Αθήνα). Είχε και γυναικωνί τη.

Εκτός απ’ αυτήν ήταν και η Παναγία, μια μικρή εκκλησία. Έπεφτε ανατολικά, στην αρχή της τουρκικής συνοικίας, πέτρινη κι αυτή και νομίζω πως είχε τρούλο. Συμπεραίν ω ότι ήταν παλιά, ίσως βυζαντινή, γιατί είχε βρεθεί, όπως είπαμε, στην τουρκική συνοικία, ήταν παραχωμέν η, μυστηριώδ ης λίγο.

Είχαμε και την Αγία Θεοδοσία, στη συνοικία με το ίδιο όνομα, που έπεφτε στην αντίθετη πλευρά του Αγίου Γεωργίου, παραθαλασ σίως. Ήταν μικρότερη από την Παναγία. Λέγουν ότι στα χρόνια των παππούδων μας κάποια εικόνα εξεβράσθη από τη θάλασσα και κτίσαν γι’ αυτό το λόγο την εκκλησία εκεί.

Ήταν και η εκκλησία της αγίας Άννας στο ομώνυμο προάστιο, κτισμένη πάνω σ’ ένα λοφίσκο. Αν πάρουμε της επιφάνεια ης θάλασσας, θα είχε ύψος περίπου 50 μέτρα ο λόφος αυτός. Αρχίζοντα ς από τους πρόποδές του, πρώτα ήταν ένας μικρός ανήφορος και ύστερα πολλά σκαλοπάτι α που έφταναν ως την εκκλησία, περίπου 20-25. Η εκκλησία φαίνεται ότι ήταν μάλλον σύγχρονη με τη νεώτερη πόλη.

Εξοχικός, όπως κι η Αγία Άννα, ήταν κι ο Άγιος Σπυρίδων,

Πιο πέρα από την Αγία Άννα, δυτικά, σ’ απόσταση μισής ώρας ήταν το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, παραθαλάσ σιο κι αυτό. Εκεί ανάβλυζε και αγίασμα.

Προς την ίδια κατεύθυνσ η σε απόσταση μιας ώρας, μεσογείως, ήταν ο Άγιος Παντελεήμ ων, περίπου στα σύνορα με τη Σιγή.

ΞΩΚΚΛΗΣΙΑ -ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ (σ. 73)
(Ι Λουκοπούλ ου- Κ. Ξανθόπουλ ος. 7.3.1968)

Ανάμεσα Αγίας Άννας και Σιγής ήταν οι Άγιοι Ανάργυροι . Από τα Μουδανιά, για να πάμε, θέλαμε μισή ώρα.

Οι Άγιοι Ανάργυροι ήταν πολύ μικρό εκκλησάκι . Πλάι, εκεί στο εκκλησάκι έτρεχε και αγίασμα.

Στη μνήμη τους, την 1η Ιουλίου τους γιορτάζαμ ε. Πήγαινε παπάς από τα Μουδανιά ή την Προύσα και λειτουργο ύσε, αυτά τα κανόνιζε ο μητροπολί της, αυτός όριζε ποιος παπάς θα πάει. Μουδανιώτ ες και Σιγηνοί πηγαίναμε στο πανηγύρι, πέρναμε και τα φαγιά μας και καθόμαστε όλη την ημέρα.

Όταν κανείς ήθελε να κάνει λειτουργί α έπαιρνε παπά και άνοιγε όπως λέγανε την εκκλησία. Με τις βάρκες πηγαίνανε, ήταν δίπλα στη θάλασσα. Εκεί κοντά είχε περιβόλια με ελιές, απ’ τα Αρβανιτοχ ώρι τα είχαν. Ήταν περίφημη εξοχή.

ΞΩΚΚΛΗΣΙΑ -ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜ ΩΝ (σ. 75)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου, Κ. Μοσχογιαν νίδης, 21.3.1968)

Νοτιοδυτι κά των Μουδανιών, μια ώρα με τα πόδια, ήταν ένα εξοχικό εκκλησάκι, ο Άγιος Παντελεήμ ων. Δίπλα στην εκκλησία είχε Αγίασμα, ανέβλυζε από ένα βράχο, χυνότανε σε μια πέτρινη χαβούζα. Είχαν κάνει κι ένα μικρό κτίσμα και το είχαν σκεπάσει. Το θεωρούσαν πολύ θαυματουρ γό το Αγίασμα αυτό.

Ο Άγιος Παντελεήμ ων ήταν επάνω στο ύψωμα, ένα γύρο η περιοχή είχε καρυδιές, πλατάνια, ήταν πολύ όμορφη εξοχή. Στο λόφο αυτό είχαν και πολλοί Μουδανιώτ ες κτήματα.

Το καλοκαίρι, στις 27 Ιουλίου, που γιόρταζε, πήγαινε πολύς κόσμος, μαζευόντο υσαν απ’ όλο τον καζά.. Πολλοί πήγαιναν από το βράδυ της παραμονής και διανυκτερ εύανε στο ύπαιθρο. Ανήμερα γίνονταν πανηγύρι καλό με όργανα.

ΑΓΙΑΣΜΑ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ (σ. 77)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου, Κ. Μοσχογιαν νίδης, 21.3.1968)

Στο μεσόδρομο, μεταξύ Μουδανιών και Αγίου Παντελεήμ ονος, ήταν  το Αγίασμα της Αγίας Μαρίνας. Εκκλησία δεν υπήρχε, μόνο το Αγίασμα, το δόξαζαν το καλοκαίρι στη χάρη της. Έπαιρναν παπά και ψάλτη από τα Μουδανιά και πήγαιναν, γινόταν στο ύπαιθρο η λειτουργί α, μαζευόντο υσαν πολλοί Μουδανιώτ ες την ημέρα αυτή.

Το Αγίασμα της Αγίας Μαρίνας ήταν ακριβώς στις υπώρειες του λόφου του Αγίου Παντελεήμ ονος.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal