"Στο φόρουμ μας, αναρτούμε ενημερωτικά θέματα, σχετικά με την ιστορία των Τριγλιανών προγόνων μας, για την ενημέρωση σας,
αφήνοντας ταυτόχρονα μία παρακαταθήκη πληροφοριών, για τις επόμενες γενιές."

Θ. Πιστικίδης: Τα σχολικά χρόνια στη Ραφήνα του 1930

Ξεκίνησε από Ευγενία Μυτιληναίου, 16 Φεβρουαρίου 2014, 01:17:42 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Ευγενία Μυτιληναίου

Ευγενία Μυτιληναίου

"Θ. Πιστικίδης: Τα σχολικά του χρόνια στη Ραφήνα του 30"
όπως τα διηγείται ο Θανάσης Πιστικίδης στο βιβλίο του: «πες μας παππού..», Δρυμός, 1986, σελ. 53

«Την Πρώτη και τη Δευτέρα του Δημοτικού, τις έβγαλα στο Σουφλάρι, στη Νέα Τρίγλια. Εδώ στη Ραφήνα πήγα στην Τρίτη του Δημοτικού. Για εξήντα πέντε, ή εβδομήντα παιδιά που είχε τότε το Δημοτικό, σ' όλες τις τάξεις, υπήρχε μια μόνο αίθουσα κι ένας μοναδικός δάσκαλος.
Η τσάντα μας είχε μόνο δύο βιβλία. Ένα αναγνωστικό, μια Γραμματική και τα τετράδια μας. Σ΄ όλα τα άλλα μαθήματα η παράδοση ήταν προφορική. Δεν υπήρχαν τότε καθόλου βοηθητικά βιβλία και όλα γράφονταν από το δάσκαλο στον πίνακα.
Από την παράδοση ή από τον πίνακα γράφαμε στο τετράδιο και από κει διαβάζαμε. Βέβαια κάναμε πολύ λιγότερα μαθήματα από όσα κάνετε εσείς τώρα.
Κάναμε τα βασικά μόνο μαθήματα. Πηγαίναμε πρωί και βράδυ σχολείο κι είναι περιττό να σας πω, πως στο πρόγραμμα του δικού μας σχολείου δεν προβλέπονταν το μάθημα της γυμναστικής, της ωδικής, τα τεχνικά κι ένα σωρό άλλα που κάνετε εσείς τώρα.
Επίσης στα δικά μας χρόνια οι εκδρομές, οι επισκέψεις σε μουσεία, αρχαιολογικούς χρόνους, εργοστάσια ήταν κάτι το τελείως άγνωστο.
Για τα παιχνίδια μας, πρέπει να σας πω, πως τα μόνα αγοραστά παιχνίδια μας ήταν οι σβούρες και οι βώλοι, χωμάτινοι ή γυάλινοι, γκαζές όπως τις λέγαμε. Τα περισσότερα παιχνίδια με βόλους και γκαζές τα παίζαμε ανοίγοντας μικρές λακκούβες στο χώμα σε διάφορα σχήματα, «φάλιες» τις λέγαμε. Ένα άλλο πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι με γκαζές ήταν το «καπιτώλι» με πέντε φάλιες και ο καλός παίχτης μάζευε (αιχμαλώτιζε) τις γκαζές όλων των άλλων. Τα άλλα παιχνίδια μας ήταν όλα αυτοσχεδιασμένα και τελείως αδάπανα.
Ήταν ακόμη και το κρυφτό, που ήταν όμως για τα πολύ μικρά παιδιά και για τα κορίτσια. Αυτό είναι το μόνο παιχνίδι που παίζετε και σεις σήμερα. Τα άλλα ούτε τα ξέρετε εσείς καθόλου. Θα σας πω μόνο τα ονόματα τους, γιατί η ανάλυση, το πώς παίζονταν, θα μας πάρει πολλές ώρες.
Παίζαμε λοιπόν σκλαβάκια, κυνηγητό, πρώτη ελιά, μακριά γαϊδούρα, το τσιλίκι (το λέγαμε και φελιά), παίζαμε μούκο, ομάδες, το κατέβα Κολοκότρωνε, το μπιζ του αλεκούτη κι άλλα πολλά. Φυσικά παίζαμε και μπάλα, μόνο που η δικιά μας μπάλα ήταν από κουρέλια σφιχτοδεμένα μέσα σε μια κάλτσα συνήθως και δεμένη σφικτά μ' ένα γερό σπάγκο.
Η ξυπολησιά μας ήταν τα ποδοσφαιρικά μας παπούτσια, κι όποιος δεν ήξερε ή δεν πρόσεχε να κλωτσήσει, του' φεύγε σε καμιά κοτρώνα το νύχι του ποδιού του. Αυτή ήταν η ψυχαγωγία μας, αυτά ήταν τα παιχνίδια μας. Τα περισσότερα τα παίζαμε μέσα στο σχολείο και μερικά απ' αυτά έξω. Φυσικά, εκείνο που μας γέμιζε περισσότερο απ΄ όλα το καλοκαίρι, ήταν το κολύμπι. Είμαστε όλοι πραγματικά σκυλόψαρα.


Από το βιβλίο του Θανάση Πιστικίδη: Ριζώματα-Βιώματα-Παθήματα, Αληθινές Ιστορίες, Ραφήνα 1985, σελ. 70

Δώδεκα χρονών το 1930, τελείωσα το δημοτικό σχολείο. Ήμουν καλούτσικος μαθητής και μου άρεσαν τα γράμματα, αλλά για να συνεχίσω το σχολείο εκείνα τα χρόνια, έπρεπε να πάω στην Αθήνα. Αλλά τέτοιο πράγμα φυσικά δεν μπορούσε να συζητηθεί στη δική μας περίπτωση. Γι' αυτό από τη δική μας γενιά, όπως και αρκετές άλλες ακόμη, έως και τις γενιές της κατοχής και της απελευθέρωσης ακόμη, τα παιδιά δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα πέραν του Δημοτικού, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, που κι αυτοί για να σπουδάσουν τα παιδιά τους ξεκληρίστηκαν από τη Ραφήνα, όπως π.χ. η οικογένεια Δημοσθένη Στεφανίδη, Κωνσταντίνου Λουτσίδη και άλλοι.
Μετά το Δημοτικό, λοιπόν, κοινός προορισμός όλων των παιδιών ήταν η βιοπάλη, κι ο αγώνας για το μεροκάματο, έπρεπε ν' ακολουθήσουμε τέχνη, επαγγέλματα και μικρεμπόριο.
Πάντως, είναι προς τιμήν όλων των γενιών αυτών, ότι σαν άνθρωποι δεν βγήκαν σκάρτοι. Όλοι έγιναν υποδειγματικοί πολίτες, τίμιοι επαγγελματίες, καλοί οικογενειάρχες και άξιοι αγωνιστές.
Εμένα, μόλις έβγαλα το σχολείο, ο θείος Βασίλης μου φόρεσε μια μακριά ποδιά γκαρσονιού και ανέλαβα καθήκοντα σερβιτόρου στο καφενείο. Η μακριά ποδιά πέρα από καθιέρωση της σαν ένδειξη υπηρεσίας στο καφενείο, ήταν και δεσμευτική για μένα, να μην μπορώ να το σκάσω για κανένα παιχνίδι, τσιλίκι (φέλια), μπάλα ή κολύμπι. Τον σεβόμουν και τον φοβόμουν παράλληλα, γιατί το χέρι του το σήκωνε πολύ εύκολα. Αλλά δεν ήταν μόνο η ποδιά και το σερβίρισμα, έπρεπε τέσσερις και πέντε φορές την ημέρα να φέρνω και στο καφενείο και στο σπίτι το νερό από το πηγάδι, αλλά και τα ξύλα των δύο τζακιών να προμηθεύω από το δάσος.