Αποστολέας Θέμα: ΚΜΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΙΣΟΠΟΛΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ  (Αναγνώστηκε 83 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 12
  • -Λαμβάνω: 64
  • Μηνύματα: 180
  • Τόπος: Φιλοθέη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΚΜΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΙΣΟΠΟΛΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
« στις: 03 Αύγουστος 2021, 06:28:11 μμ »
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συνεχίζετ αι η παρουσίασ η της Προφορική ς Παράδοσης από το αρχείο του ΚΜΣ, με τον ελληνόφων ο οικισμό ΜΙΣΟΠΟΛΗ (σημερινή ονομασία Aydinpina r), που βρίσκεται νοτιοανατ ολικά και σχετικά σε κοντινή απόσταση από τα Μουδανιά (4 χλμ περίπου). Το υλικό συλλέχθηκ ε από δύο πληροφορη τές, από τον πρώτο το 1952, αλλά τα περισσότε ρα δελτία του δεν βρέθηκαν κατά την οργάνωση του Αρχείου το 1969, εκτός από εκείνο για τις Εκκλησίες, και από τον δεύτερο το 1961, από τον οποίο καλύφθηκα ν όλα τα δελτία-ερωτηματολόγια. Ο πληροφορη τής αυτός χαρακτηρί στηκε ως θετικός και γλαφυρός αφηγητής από τον συνεργάατ η του ΚΜΣ. Γεννήθηκε στη Μισόπολη στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και στρατεύτη κε το 1920 στον ελληνικό στρατό. Μετά την Έξοδο εγκαταστά θηκε στη Ξάνθη, όπου παντρεύτη κε και δημιούργη σε την οικογένει ά του. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη περιγράφε ται και από τους δύο πληροφορη τές και την επισκέφθη κε η άτυπη ομάδα Τριγλιανώ ν απογόνων-ερευνητών το Σεπτέμβρι ο 2019.

Τμήμα χάρτη Ι. Κοκκινίδη σε μεγέθυνση

ΜΙΣΟΠΟΛΗ

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ

Η συλλογή έγινε από το συνεργάτη του ΚΜΣ Μπάμπη Νικηφορίδ η σε αποστολή του στη Ξάνθη το Δεκέμβριο του 1961, καθώς και από το συνεργάτη Αλέξη Ιωακειμίδ η το Μάιο του 1952 στην Πτολεμαίδ α. Τα δελτία του 2ου αφορούν μόνο στις Εκκλησίες-Ξωκλήσια και προέρχοντ αι από τον πληροφορη τή Σωτήριο Παράσχο, την 26/2/1952.

Ο πληροφορη τής του 1ου συνεργάτη Γιάννης Καλεπέρης γεννήθηκε στη Μεσόπολη. Τώρα είναι 64 χρονώ στα 65. Οι γονείς του από εκεί ήταν κι όλοι οι παλιοί, όπως λέει για τους προγόνους του. Γεωργός ήταν ο πατέρας του. Σχολείο πήγε ως την 5η τάξη δημοτικού, δηλ. έβγαλε το σχολείο της πατρίδας του (5τάξια ήταν).

Εργάστηκε κατόπι στα κτήματά τους, μαζί με τον πατέρα του, κι όταν πέθανε ο πατέρας του, μαζί με τον αδελφό του.

Στρατεύτη κε το 1920 στον ελληνικό στρατό. Πιάστηκε αιχμάλωτο ς και έκανε 1 χρόνο στην αιχμαλωσί α. Ελευθερώθ ηκε και ήλθε στην … 10.000 φύγαμε λέγει.

Εγκαταστά θηκε στην Ξάνθη και έμαθε την τέχνη του πετρά, έκοβε καλούπια στο ποτάμι. Τώρα η υγεία του δεν του επιτρέπει να συνεχίζει το επάγγελμά του.
Παντρεύτη κε στην Ξάνθη. Η γυναίκα του είναι από την Ανατολική Θράκη, από το χωριό Σαρακίνα. Έχει 2 αγόρια και 1 κορίτσι.

Ο Γιάννης Κελεπέρης είναι από τους καλούς πληροφορη τές. Μια φυσική δειλία που τον κατέχει δεν εμποδίζει να είναι θετικός και ακόμα γλαφυρός αφηγητής. Οι πληροφορί ες του καλοζυγισ μένες και ποτέ δεν αυτοσχεδι άζει όταν δεν καλοξέρει κάτι, δηλώνει καθαρά ότι προχωρούν ως εκεί οι γνώσεις του.

Σύμφωνα με δελτίο με ημερομηνί α 28/3/1969, ο 2ος συνεργάτη ς Αλέξης Ιωακειμίδ ης είχε συντάξει και παρέδωσε το Μάιο 1952, τα εξής δελτία για τη Μεσόπολη: 1) Το χωριό (9 σελ.), 2) Εκκλησίες, Παρεκκλήσ ια, Σχολεία (6 σελ), 3) Σχέσεις με Τούρκους, Έξοδος (6 σελ.), 4) Οικονομία, Καλλιέργε ιες, Δουλειές, Σπορ (8 σελ.), 5) Δελτία Μετάβασης, 6) Δελτίο Πληροφορη τή. Από τα δελτία αυτά βρέθηκαν μόνο αυτά που αφορούν την εκκλησία (σελ. 44-49 στο Αρχείο Προφορική ς Παράδοσης).

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Σ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙ ΑΣ
ΚΕΦΆΛΑΙΟ Α’ 1. Όνομα
      2. Δελτίο της Χαρτογραφ ικής Υπηρ. του ΚΜΣ (Γεωγρ.Τοπ οθέτηση)
      3. Ένταξη του Οικισμού
      4. Τουρκική Διοίκηση
      5. Εκκλησιασ τική Εξάρτηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ    Β’ Κάτοικοι
      Γ’ Γλώσσα
      Δ’ Δελτία με ποικίλο περιεχόμε νο
      Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
      ΣΤ’ Λαξευτές Σπηλιές
      Ζ’ Τοπωνύμια
      Η’ Εσωτερική μορφή του χωριού
      Θ’ Κοντινοί και μακρινοί Οικισμοί
      Ι’ Σχέσεις και Συναλλαγέ ς του Οικισμού


Κεφαλ Α’ ΟΝΟΜΑ (σ. 10)

Μισόπολη το λέγαμε εμείς το χωριό μας, ο κάτοικος ήταν Μισοπολίτ ης. Στα τουρκικά η ονομασία ήταν Μισόμπολ και οι τουρκόφων οι έτσι πρόφεραν. Οι Ντερέκιοϊ-λεϊδες-λόγου χάρη- λέγαν, Μεσόμπολα γκιαντζεϊ ζ (θα πάμε στη Μεσόπολη).

Στα ελληνικά χαρτιά της εκκλησίας ή του σχολείου γράφαν Μισόπολις . Η Γενική, όπως θυμάμαι ήταν Μισοπόλεω ς. Στα τετράδια γράφαμε: Εν Μισοπόλει .

Η Μισόπολη λέγαν ότι στο παρελθόν ήταν μεγάλο χωριό, ή μάλλον πόλη, όπως λέει και το όνομά της, αλλά το κάψαν, παλιά κλέφτες λέγαν, το κάψαν κι έμεινε η μισή πόλη, γι’ αυτό ονομάστηκ ε Μισόπολη.

ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ (σ. 12)

Ο Οικισμός Μισόπολη εντάσσετα ι στις παρακάτω ενότητες:
Μικρασιατ ική Επαρχία: Βιθυνίας
Περιφέρει α: Προύσας
Τμήμα: Μουδανιών

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (σ. 14)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Εμείς είχαμε Μουχτάρη. Είχε και μια επιτροπή ο Μουχτάρης, τους Αζάδες. Ξέχωρα ήταν οι άλλοι που επιβλέπαν την εκκλησία και τα σχολεία δε θυμάμαι πως ήταν ο τίτλος τους.

Έπειτα ήταν τα Μουδανιά, το Καϊμακαμλ ίκι μας. Βιλαέτι ήταν η Προύσα, εμείς όμως πιο πολύ πάρε δώσε με τα Μουδανιά είχαμε, κοντοχώρι ήταν.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ (σ. 15)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Εμείς υπαγόμαστ αν στην εκκλησιασ τική περιφέρει α Προύσης. Ο Γεννάδιος ήταν ο Δεσπότης μας στην εποχή μου. Στο χωριό ήθελε ναρθεί κανα δυο φορές το χρόνο. Εμείς όμως στη Μητρόπολη στην Προύσα, δεν πηγαίναμε . Όταν ήταν να πάρουμε άδεια για γάμο πηγαίναμε στα Μουδανιά-εκεί ήταν αντιπρόσω πος του Δεσπότη. Και υπόθεση διαζυγίου να υπήρχε πάλι στα Μουδανιά θα πήγαιναν, άφησε που δεν γίνονταν τέτοια πράγματα.

Παπά είχαμε ένα, χωριανός μας ήταν. Αυτός βάφτιζε, αυτός κήδευε.

Κεφαλ. Β’ ΚΑΤΟΙΚΟΙ (σ. 16)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

350 σπίτια είχε η Μισόπολη, όλα ελληνικά, Τούρκους δεν είχαμε.

Όλοι ντόπιοι ήταν θαρρώ οι κάτοικοι, από τον καιρό του Βυζαντίου . Μόνο από Φουντουκλ ιά έρχονταν κάτι ξένοι, ταχτατζήδ ες (ξυλάδες) τους λέγαμε, κι αυτοί είχαν κάτι μεγάλα πριόνια και κόβαν ξύλα. Μια φορά μάλιστα, λένε, σε μια καρυδιά βρήκαν μια τσάντα λίρες, σε κουφάλα μέσα, και γένηκαν πλούσιοι. Παντρευόν τουσαν εκεί και κάθονταν πια. Τρεις οικογένει ες ήταν αυτοί και μια οικογένει α από την Τρίγλια.

Κεφαλ. Γ’ ΓΛΩΣΣΑ (σ. 17)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Η γλώσσα μας ήταν  ελληνική, όπως μιλάμε τώρα, το ίδιο μιλούσαμε κι εκεί. Κάποιες διαφορές είχαμε με το Νιχωράκι, με τα Μουδανιά, με τους Ελιγμούς, αλλά λίγο παράλλαζε . Ο Νεοχωρίτη ς έλεγε λόγου χάρη: «Έλα βρε Μισοπολίτ η να σε κάνω Νιχωρίτη», όταν ήταν για συνοικέσι ο. Κι απαντούσα ν οι δικοί μας: «Βρε Γαβαλινός γίνομαι, Νιχωρίτης δε γίνομαι». Γαβαλός λεγόταν ένα τούρκικο χωριό κοντά στο Πελαδάρι. Οι Ελιγμίτες το παπούτσι μποστάλα … Να κάτι τέτοια.

Τούρκικα σχεδόν δεν ξέραμε. Τούρκικα η μάνα μου το ψωμί πως το λέγαν δεν ήξερε, σε εμάς τα παιδιά, τελευταία που μας πήγαν εξορία στο Ντεμιρντά σι και το Τεπεντζίκ ι, τότε μάθαμε.

Και στο σχολείο όλο ελληνικά μαθαίναμε, τουρκικά έκανε μόνο η 5η τάξη (δηλαδή η τελευταία τάξη, κατά τον πληροφορη τή το σχολείο ήταν πεντατάξι ο).

Οι μεγάλοι που συναλλάσσ ονταν και με Τούρκους κάτι λίγα ξέραν. Εγώ, 15 χρονώ, που πήγα στο Τεπεντζίκ ι δεν ήξερα να συνεννοηθ ώ. Μόνο με τις γυναίκες τους που τάξεραν τσατ-πατ κάτι ελληνικά συνεννοού μασταν. Οι πατεράδες μας όμως, όσο να πεις, τα ξέραν. Οι γυναίκες καθόλου.

Τα τραγούδια μας ήταν ελληνικά, αλλά επειδή είναι γλυκά τα τούρκικα, ήθελε να πουν απ’ ανάμεσα και κανένα τούρκικο.


Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
1.   Θέση του χωριού
2.   Δρόμοι εξωτερικο ί
3.   Γεφύρια
4.   Κλίμα

ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 19)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Από τα Μουδανιά η Μισόπολη, άμα βάδιζες καλά, ήταν ¾ της ώρας.

Σε χαράδρα μέσα ήταν κτισμένο το χωριό, από τη χαράδρα περνούσαν μόνο τα νερά της βροχής. Ανάμεσα από τα σπίτια του χωριού περνούσε το ρεματάκι.

Το μπαίρι (ύψωμα, ανηφοριά) πίσω από το χωριό ήταν αψηλό, για να πας από κάτω ίσαμε απάνω ήθελες και μισή ώρα. Η κορφή λεγόταν Τεπέ ντερβέντ, είχε ένα φυλάκιο επάνω και περιμέναν οι χωροφυλάκ οι. Πετρώδες ήταν, στις πλαγιές όμως είχε και καλλιέργε ια, δεξιά και αριστερά όλο έβλεπες ελιόδενδρ α, αμπέλια. Είχε μια πέτρα αμμουδερή, φυσικά μόνο εκείνο το ύψωμα αν είχε καμιά πέτρα, αλλού δεν υπήρχε πέτρα να ρίξεις σ’ ένα σκυλί. Ούτε βράχια και σπηλιές υπήρχαν σ’ εμάς εκεί.

Το πιο ψηλό βουνό της περιφέρει άς μας ήταν αυτό, το Τεπέ ντερβέντ.

Ήταν κι ένα άλλο ύψωμα αντίκρυ στο χωριό, από κει φεύγαν τα κατσίκια που τάπαιρνε ο τσομπάνος . Αυτό σκέτο Μπαίρι το λέγαμε. Από πίσω έπεφτε το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου. Καλλιεργη μένο ήταν κι αυτό, όχι πολύ ψηλό.

Σύνορα είχαμε με το Νιχωράκι, που ήταν ελληνικό χωριό και με τα τούρκικα: Γέργελι και Μεσάλ κιοϊ. Αν καλογυρέψ εις, και με τα Μουδανιά είχαμε σύνορα.

Εμείς ακούαμε ότι το χωριό τόφτιαξαν στη χαράδρα, γιατί φοβούνταν τους κλέφτες. Η Μισόπολη λέγαν παλιά ήταν πόλη, όπως το λένε και τ’ όνομά της και την κάψαν κλέφτες κι έμεινε η μισή, γι’ αυτό ονομάστηκ ε Μισόπολη. Φυσικά, εκεί στον Τεπέ Ντερβέντ από κάτω, στα κτήματά μας που σκάβαμε. Βάζαμε όλο κεραμίδια, έβλεπες και κάτι πιθάρια. Βρήκαμε κι ένα αρχαίο μνήμα, κτιστό, αλλά με κομμάτια μάρμαρο, στο χωριό παρακάτω πηγαίνοντ ας για τα Μουδανιά, ούτε μισή ώρα δρόμο, κοντά στον ΑΪ Παντελεήμ ονα. Άδειο ήταν μέσα. Μετά πήγαν οι χωριανοί, το σκάψαν γύρω-γύρω, το βγάλαν μονοκόμμα το και με τους αραμπάδες το κουβάλησα ν, κτιστό σαν σπιτάκι ερχόταν. Ήταν βιδωτό, τ’ άνοιξαν και κομμάτι-κομμάτι το παίρναν για την εκκλησία, χρησιμοπο ίησαν τα μάρμαρα στην οικοδομή της εκκλησίας τον καιρό που τη φτιάχναν.

ΔΡΟΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Ι (σ. 23)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Ο σωσέ γιολού περνούσε πάνω απ’ το χωριό, δυτικά, ο δρόμος Προύσας-Μουδανιών.

Άλλος δρόμος που πήγαινε και κάρο, αλλά άστρωτος, χωματόδρο μος, ήταν ο δρόμος για το Μεσάλ κιοΪ μόνο αυτός. Για τ’ άλλα χωριά με τα ζώα δούλευαν και το χειμώνα δεν τους έλειπαν οι λάσπες αυτών των δρόμων.

ΓΕΦΥΡΙΑ (σ. 24)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Κατά το μύλο μεριά είχε μια γέφυρα, στο σωσέ γιολού επάνω, γιατί κατέβαινε πολύ νερό από το Γέργελι.

Πέτρινη γέφυρα ήταν, δυο καμάρες είχε. Άλλη δεν είχαμε, έτσι πέτρινη. Μέσα χωριό είχε μια μικρή ξύλινη, πάνω στο ρέμα που περνούσα από μας εκεί.

ΚΛΙΜΑ (σ. 25)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Το κλίμα μας ήταν πολύ ωραίο. Τα νερά μας καλά. Εκεί ένα πυρετό είχε μόνο κι εκείνο αν έτρωγες φρούτα πολλά, αυτό ήταν μόνο. 110 χρονώ πέθανε εμένα ο παππούς μου κι όλα τα δόντια του τα είχε.

Το χειμώνα έπεφτε χιόνι αρκετό αλλά δεν έπιανε κρύο, μέχρι 1,5 μέτρο νάριχνε χιόνι, κρύο δεν έκανε, με τα σακάκια γυρίζαμε. Το λάδι έβραζε από μέσα και το κρασί, για κρύο συζητάς;

Το χιόνι έπεφτε να πούμε αλλά σε μια βδομάδα έλειωνε. Έβγαζε ένα θαλασσινό αέρα κι έλειωνε. Εκεί μας έπιανε ένας αέρας που τον λέγαν τούρκικα Γκέϊν στογρουσο ύ από θάλασσα μεριά.

Αφού, τον καιρό που τρυγούσαμ ε ελιές, απλώναμε πάνω στο χιόνι τα πανιά, όπου έπεφταν οι ελιές και τα πανιά παγώναν αλλά εμείς δεν κρυώναμε, τέτοιος μαλακός καιρός, γλυκός καιρός, όχι όπως εδώ.

Μόλις έπεφτε ο Σταυρός και μετά, τότε είχαμε τον πολύ χειμώνα, το χιόνι. Τα παιδιά φτιάχναν στους δρόμους κάτι χιονάνθρω πους, κάτι αρκούδες.

Τον χειμώνα που ήθελες να πας; Στο καφενείο. Άμα άνοιγε όμως ο καιρός στο μεταξύ πηγαίναμε να καθαρίσου με τα δέντρα. Εμείς τα αμπέλια τα κλαδεύαμε Γενάρη, ότι καιρός κι αν ήταν. Λέγαν οι πατεράδες μας: Τον Γενάρη κλάδευε και φεγγάρι μη ρωτάς.

Το Πάσχα ανοίγαμε το σπόρο του κουκουλιο ύ και μερικοί πιο πρώιμα. Υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν και φέρναν τα πρώτα φύλλα κρυφά, κάτω από τα σακάκια τους για να μην τα πιάνει το μάτι και χαλάσουν τα κουκούλια . 60 μέρες το κουκο0ύλι μας έκανε άνω κάτω, αλλά μόλις βάζαμε το κλαδί ξενοιάζαμ ε. Ήταν στραβό εισόδημα. Ξέρεις τι είναι ν’ ανοίγεις το μαντήλι και να γεμίζεις λέρες και μετζίτια μέσα σε 60 μέρες; Και να περιμένει ς εδώ να δουλέψεις με δυο χέρια;

Βροχές είχαμε αρκετές την άνοιξη. Αλλά καμιά φορά γυρίζαμε και με τα εικονίσμα τα γύρω-γύρω όλο το χωριό για βροχή, κάναμε δέηση.

Το καλοκαίρι οι ζέστες ήταν μέτριες. Άμα έκανε ζέστες πολλές μπορούσε να πειραχτού ν τα ελαιόδεντ ρα, αλλά επειδή είχαμε τη θάλασσα κοντά μας προστάτευ ε, έβγαζε θαλασσινό αγεράκι. Έξω δεν κοιμόμαστ αν μια φορά, δεν είχε ανάγκη.

Για μπάνια πηγαίναμε στο Νιχωράκι, κοντά ήταν από τα κτήματά μας ως εκεί. Κρύβαμε τις τσάπες και άντε στο Νιχωράκι ένα μπάνιο και άντε πάλι πίσω.

Το καλοκαίρι η δουλειά μας κυρίως ήταν το τσάπισμα, στ’ αμπέλια, στα δέντρα. Μόλις ήθελε νάρθει του Σταυρού βάζαμε τρύγο στ’ αμπέλια. Η πολλή φούρια του τρύγου ήταν ως το τέλος Σεπτεμβρί ου. Έφτανε όμως και μ’ ένα γόνατο χιόνι να έχουμε και σταφύλια, έβλεπες το χιόνι κι απ’ την άλλη μεριά τα τσαμπιά στέκονταν επάνω στ’ αμπέλι.

Και είχαμε ένα σταφύλι! Τον καιρό που τόβαζες στο στόμα σου με δυσκολία έσπαγε, έτριζε η ρώγα. Αγούμαστο το λέγαμε.

Με τον τρύγο της ελιάς όποιος τελείωνε τα Χριστούγε ννα ήταν παλληκάρι . Δύσκολο ήταν. Και μετά έρχονταν κάτι μαυρόπουλ α που άμα πέφταν επάνω στις ελιές-σωρός μαυρόπουλ α- δεν άφηναν ούτε μια επάνω. Γι’ αυτό προσπαθού σαμε να τις μαζέψουμε μιαν ώρα αρχύτερα. Εκεί σε παρακαλού σαν τότε: Έλα σ’ εμένα. Και 120 γρόσια μεροκάματ ο! Να φας να πιείς κιόλας.

Και με τα δίκανα τα πολεμούσα με τα μαυρόπουλ α: μπαμ ο ένας από εδώ, μπαμ ο άλλος από κει. Εγώ μια φορά έριξα στο κοπάδι και γέμισα έναν τουρβά. Κυνήγι ήταν αυτά, τρώγονταν . Όπως τα κοτσύφια, έτσι μαύρα έρχονταν. Κι εδώ έχει πολλά. Τον καιρό που σπέρνουν πέφτουν στα χωράφια μέσα.

Και το φθινόπωρο οι βροχές δεν ήταν πολλές, έτσι, μέσα-μέσα.

Κεφαλ. Ζ’ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

ΑΝΤΑ ΤΕΠΕΔΕΣ (σ. 31)

Αντά Τεπέδες ήταν ένα ύψωμα κατά τη μεριά των Μουδανιών . Μισή ώρα περίπου από το χωριό. Ήταν λίγο αψηλά το μέρος αλλά όλο καλλιεργη μένο!

Ελαιόδενδ ρα είχε κι εκεί. Εμείς δεν σπέρναμε, χωράφια δεν είχαμε.

ΤΑ ΚΟΝΤΑ (σ. 32)

Τα Κοντά ήταν προς τα Μουδανιά, κάτω από το χωριό, πολύ κοντά, σχεδόν ούτε 5 λεπτά δρόμος, γι’ αυτό λεγόταν κι έτσι
Ελιόδεντρ α είχαμε κι εκεί.

ΜΠΑΪΡΕΣ (σ. 33)

Μπάϊρες ονομαζότα ν ένα μέρος πηγαίνοντ ας κατά τα Μουδανιά. ¾ της ώρας από το χωριό. Υψωματάκι ερχόταν εκεί.

Ελιές κι αμπέλια είχαμε σ’ αυτό το μέρος. Σ’ εμάς χωράφια μη γυρεύεις.

ΜΥΛΟΙ (σ. 34)

Δεξιότερα από τους Αντά Τεπέδες, μισή ώρα περίπου από το χωριό ήταν η τοποθεσία Μύλοι. Ελιόδεντρ α ήταν κι εκεί.

Είχε κι ένα νερόμυλο, που γύριζε μόνο το χειμώνα, απ’ αυτόν πήρε τ’ όνομα. Μη σου φαίνεται περίεργο που ο μύλος ένας και το μέρος λεγόταν Μύλοι. Μύλοι ονομάζοντ αν τα κτήματα που ήταν στο μύλο, δεν ήταν ένα, ήταν πολλά.

ΤΣΑΓΑΝΟΙ (σ. 35)

Η πιο μακρινή τοποθεσία από το χωριό9 ήταν ένα μέρος κατά το Νιχωράκι, που ονομαζότα ν Τσαγανοί, έτσι τα λέγαμε τα κτήματα κατά κείνη τη μεριά. Βλέπεις εκεί τα ρεματάκια βγάζαν πολλούς τσαγανούς και από κει πήρε τ’ όνομα.

Ελιές είχαμε και σ’ αυτό το μέρος.

ΦΙΝΤΑΛΙΚΙ Α (σ. 36)

Πηγαίνοντ ας στο Μεσάλ κιοϊ ήταν μια τοποθεσία που ονομαζότα ν Φιντανλίκ ια.. ¼ της ώρας από το χωριό απείχε.
Ελιόδεντρ α ήταν εκεί, όλο ελιόδεντρ α. Σχεδόν μόνο ελιές ήταν εμάς το μαξούλι μας.

Κεφ. Η’ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
1.   Το πράσινο του χωριού
2.   Μαχαλάδες, Δρόμοι, Πλατείες
3.   Νερά του χωριού
4.   Σπίτια
5.   Εκκλησίες, Μοναστήρι α, Παρεκκλήσ ια, Ξωκκλήσια, Αγιάσματα
6.   Νεκροταφε ία
7.   Σχολεία
8.   Χτίσματα

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (Σ. 37)

Αυτοί που είχαν κήπους, στις άκρες του χωριού, είχαν μέσα αμυγδαλιέ ς, συκιές, ροδακινιέ ς, διάφορα φρουτόδεν τρα.

Πλατάνια δεν είχαμε, μόνο από καμιά μεγάλη μουριά θηρίο μέσα στους μαχαλάδες ή κανένα αγριοκάβα κο.

ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ (Σ. 38)

Οι μαχαλάδες ήταν πέντε: Κάτω μαχαλάς, Απάνω μαχαλάς, τ’ Αδελφάτο μαχαλάς, Αγία Παρασκευή, Γεφυράκι-εδώ ήταν το ξύλινο γεφύρι πάνω στο ρεματάκι μας.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (Σ. 39)

Όλοι οι δρόμοι του χωριού ήταν καλντερίμ ι. Μερικοί είχαν φάρδος που κα 2 κάρα μαζί μπορούσαν να περάσουν, κι από τους άλλους ένα κάρο.
Φανάρια δεν είχαν, τη νύχτα ήταν πολύ σκοτεινά.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ (Σ. 40)

Στην εκκλησία μπροστά, στη μητρόπολη, είχαμε πλατεία, στρωμένη με καλντερίμ ι. Πλατεία της Μητρόπολη ς τη λέγαμε, κάτι καβάκια άγρια είχε εκεί, κάτι μουριές μεγάλες, 4-5 δέντρα. Οι χοροί το Πάσχα και στους γάμους και στις γιορτές εκεί γίνονταν.

Και στο Αδελφάτο μπροστά-Αδελφάτο λέγαμε το καφενείο που ήταν της εκκλησίας-έβγαινε σε δημοπρασί α- κι εκεί είχαμε πλατεία. Είχε κι αυτή μουριές κι αγριοκάβα κα. Εκεί κάθονταν οι γέροι στα καφενεία, χοροί δεν γίνονταν.

ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (Σ. 41)

Βρύσες είχαμε τρεις καμιά δεκαριά, κάθε μαχαλάς είχε από δυο. Τη νύχτα τις κλείναμε, δεν τρέχαν συνεχώς.

Απ’ έξω απ’ το βουνό ερχόταν το νερό, ακριβώς δεν ξέρω από που, με κιούγκια ερχόταν. Άμα έλεγε ο Μουχτάρης: «Άντε παιδιά, να πάμε να φέρουμε το νερό, δούλευαν οι νέοι με προσωπική εργασία και το φέρναν.

Πηγάδια δεν είχαμε.

ΣΠΙΤΙΑ (Σ. 42)

Στο κέντρο του χωριού τα σπίτια ήταν πυκνά, στις άκριες που ήταν περισσότε ρη απλοχωριά, είχαν και κήπους.

Τα παλιά σπίτια ήταν όλα πέτρινα. Η νεολαία ύστερα άρχισε να κτίζει και με τούβλα.

Όλα διώροφα ήταν γιατί πιάναμε κουκούλια, το ισόγειο δεν το λογαριάζω, από κει κι επάνω ήταν διώροφα, στεγασμέν α με κεραμίδια .

Και ήταν αψηλά τα σπίτια, γιατί βάζαν μέσα, στο ισόγειο, τα κάποια (μεγάλα βαρέλια) που παίρναν 30.000-40.000 οκάδες ελιές και μέχρι 60.000 οκάδες κάπι υπήρχε. Αυτά τα είχαμε στο ισόγειο, επάνω σε ξύλα, για να μην σαπίζουνε .

Και τα παλιά και τα καινούργι α σπίτια είχαν κανονικά παράθυρα, όχι φεγγίτη.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ (σ. 44)
(Αλ. Ιωακειμίδ ης-Σωτήριος Παράσχος, 26/2/1952)

Μεγάλη εκκλησία στο χωριό μας μια ήταν, αλλά πολύ μεγάλη, που χωρούσε περισσότε ρα από χίλια άτομα.

Η μνήμη της ήταν του Αγίου Ιωάννου 29 Αυγούστου .

Μέσα είχε πολλά στολίδια και πολλές εικόνες που μερικές φερμένες απ’ τα Ιεροσόλυμ α.

Είχε δυο γυναικωνί τες, επάνω και κάτω.

Παπά είχαμε ένα που λειτουργο ύσε εκεί κάθε Κυριακή και γιορτή.

Μόνο τα Χριστούγε ννα και Πάσχα φέρναμε από αλλού και δεύτερον παπά για πολυτέλει α.

Ένα τέταρτο της ώρας ανατολικά του χωριού ήταν το παρεκκλήσ ι του Άϊ Γιάννη, που γιόρταζε κι αυτό στις 29 Αυγούστου .

Γίνονταν τη μέρα αυτή το μεγαλύτερ ο θρησκευτι κό πανηγύρι της περιφέρει άς μας και κρατούσε 8 μέρες.

Η γιορτή γίνονταν στο παρεκκλήσ ι αυτό και μαζεύοντα ν  πολύς κόσμος απ’ όλα τα γύρω χωριά καθώς κι από την Προύσα.

Έρχονταν 2-3 μέρες νωρίτερα και έφευγαν 2-3 και περισσότε ρες μέρες αργότερα. Ο κόσμος έμενε φιλοξενού μενος στο χωριό μας όσοι είχαν συγγενείς και φίλους, άλλοι δε στο ύπαιθρον, κοντά στο παρεκκλήσ ι, που ήταν πολλά δέντρα.

Στην περιοχή του παρεκκλησ ιού, τις ημέρες του πανηγυριο ύ, στήνονταν μικροί πάγκοι από διάφορους γυρολόγου ς μικροπωλη τές που είχαν ψιλικά, εικονισμα τάκια και γλυκίσματ α.

Όλες τις μέρες ο κόσμος ξεφάντωνε σε γλέντια, τραγούδια και χορούς.

Αναμεταξύ Μεσόπολης και Μουδανιά ήταν το παρεκκλήσ ι του Σκοτεινού Άη Γιώργη. (Μέλπω Μερλιέ: γιατί τον έλεγαν Σκοτεινό? )

Ήταν μέσα σε σπηλιά σκαλιστή που έσταζε Αγίασμα.

Σε μια γωνιά ψηλά επάνω σε μάρμαρο ήταν σκαλισμέν η η εικόνα του Άη Γιώργη. Στα παρεκκλήσ ια που είχαν αγιασμό τα λέγαμε Αγιασματο ύδια.

Τέτοια αγιασματο ύδια είχαμε κι άλλα.

Απάντηση Σωτ. Παράσχου στην ερώτηση της Μέλπως Μερλιέ για τον Σκοτεινό Άι Γιώργη (σ. 47)

Το παρεκκλήσ ι που ήταν αναμεταξύ στο χωριό μας και στα Μουδανιά ήταν του Άι Γιώργη του Σκοτεινού .

Το λέγαμε έτσι γιατί πραγματικ ά και την ημέρα ήταν σκοτεινό, επειδή ήταν μέσα σε φυσική σπηλιά.

Όταν μπαίναμε μέσα ήταν σκοτάδι και ανάβαμε κερί για να βλέπουμε.

Μέσα ήταν μια μόνο παλιά εικόνα του Άι Γιώργη, που τη φροντίδα για το καντήλι του είχε όποιος πρόφταινε . Οι Τούρκοι δεν το πείραζαν, γιατί μας αγαπούσαν, αλλά και μας φοβόνταν.


(Συνέχεια στο κεφάλαιο Εκκλησία)

Δυτικά του χωριού μας, και ως 20 λεπτά απόσταση ήταν το Αγίασμα της Αγίας Φωτεινής μ’ ένα μικρό πέτρινο παρεκκλησ άκι. Εκεί κοντά στην Αγία Φωτεινή ήταν και τα παρεκκλήσ ια του Αγ. Παντελεήμ ονα, και Αγ. Στρατηγού του Μιχαήλ.

Ανατολικά πάλι ου χωριού μας ήταν το Αγίασμα της Αγίας Άννας με παρεκκλησ άκι.

Μέσα στο χωριό εκτός από τη μεγάλη εκκλησία μας του Άη Γιάννη είχαμε και δυο παρεκκλήσ ια της Αγίας Παρασκευή ς. Λειτουργί α κάναμε μόνο στη μεγάλη εκκλησία, αλλά και όποιος ήθελε να λειτουργή σει στα παρεκκλήσ ια έπαιρνε τον παπά και πήγαινε στο παρεκκλήσ ι που είχε τάμα και έκανε η λειτουργί α του.

Εκτός απ’ αυτό πάλι, όταν έρχονταν η ονομαστικ ή γιορτή του παρεκκλησ ιού, κάναμε το θρησκευτι κό του πανηγύρι.

Έτσι έβλεπες στις γιορτές Αγίας Παρασκευή ς, Αγίας Άννας, Αγ. Παντελεήμ ονα, Άη Γιώργη κλπ όλο το χωριό να τραβάει για εκκλησιασ μό με τον παπά γύρω στο παρεκκλήσ ι, για να γιορτάσου ν την μνήμη του. Εικόνες εκτός από Άη Γιώργη δεν είχαν πάντα μέσα, αλλά τις πήγαιναν την ημέρα του πανηγυριο ύ του.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ-ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (σ. 50)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4.12.1961)

Εκκλησία μια είχαμε, Άγιος Ιωάννης ήταν, πανηγύριζ ε στις 29 Αυγούστου .

Πετρόχτισ τη ωραία εκκλησία ήταν, τέτοια εκκλησία δεν υπήρχε άλλη. Και μεγάλη. Το χωριό έμπαινε όλο μέσα και νόμιζες πως ήταν άδεια.

Τετράγωνο καμπαναρι ό είχε και τρεις καμπάνες, με σκαλιά ανέβαιναν και χτυπούσαν τη μεγάλη, δεν μπορούσαν από κάτω. Στα Μουδανιά ακουγόταν η καμπάνα μας.

Είχε νάρθηκα μπροστά και γυναικείο από πάνω του, ένα πάτωμα, με καφάσια κλειστό, επήγαιναν τότε αλλά τούρκα: Να μην βλέπουν τις γυναίκες, τα κορίτσια. Η στέγη ήταν δίρριχτη.

Μέσα είχε δυο σειρές κολώνες, από τρεις,  κτιστές κολώνες αλλά σοβαντισμ ένες, απ΄ έξω φαίνονταν σα μάρμαρο. Κάτω, το πάτωμα, ήταν μαρμάρινε ς πλάκες.

Εικόνες είχε φορητές, αλλά επάνω, στο θόλο, ήταν ο Παντοκράτ ορας, και στο τέμπλο οι εικόνες με τη σεφά, ένα σώμα με τα σκαλίσματ α.
Περιμάντρ ωμα δεν είχε γύρω.

Αυτή η εκκλησία κτίστηκε στου πατέρα μου τον καιρό. Δηλαδή ο πατέρας μου πέθανε 75 χρονώ, στο Μεγάλο πόλεμο, κι έλεγε ότι ήταν νέος όταν κτίστηκε.

ΠΑΡΕΚΚΛΗΣ ΙΑ
ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (σ. 52)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Είχαμε ένα παρεκκλήσ ι, Αγία Παρασκευή, περίπου 2Χ2, ένα μικρό. Είχε και Αγίασμα, έξω ήταν η βρύση, μαρμάρινη, με γούρνα. Όποιος ήθελε έμπαινε μέσα, άναβε το κερί του, έπινε κι Αγιασμό. Μέσα στο χωριό ήταν.

Πανηγύριζ ε στη γιορτή της Αγίας Παρασκευή ς, αλλά μόνο από μέσα απ’ το χωριό ερχόταν κόσμος. Ξένοι δεν έρχονταν.

Τα Φώτα το Σταυρό τον ρίχναμε σ’ αυτό το Αγίασμα, εδώ γινόταν η τελετή.

Εμείς, ως παιδιά, πηγαίναμε στο Νιχωράκι ή στα Μουδανιά και κοιτάζαμε που τον ρίχναν στη θάλασσα.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Α

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (σ. 53)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Άγιο Ιωάννη είχαμε και Μοναστήρι έξω απ’ το χωριό ¼ της ώρας, αυτό ερχόταν πίσω από το Μπαίρι που ήταν αντίκρυ στο χωριό από κει που φεύγαν τα κατσίκια. Πολύ θαυματουρ γό ήταν αυτό, έρχονταν κόσμος απ’ όλα τα χωριά, κι από την Κωνσταντι νούπολη ακόμα. Πανηγύριζ ε στις 29 Αυγούστου, όπως και η εκκλησία μας.

Μοναστήρι λέγοντας, μόνο μια εκκλησία ήταν κι ένα καφενείο που έβγαιναν στη δημοπρασί α και τόπαιρνε όποιος ήθελε. Η εκκλησία 15-20 άτομα έπαιρνε μάσα, αλλά είχε μεγάλη πλατεία μπροστά, με συντριβάν ι, με ψάρια μέσα, Αγίασμα ήταν το νερό που έβγαινε εκεί.

Αυτό εμείς το εσώσαμε (φτάσαμε) παλιό, οι παππούδες μας αν το κτίσαν δεν ξέρω.

Μέχρι 200 μέτρα τετραγωνι κά όλο χόρτο ψηλό ήταν ένα γύρω, και με δένδρα μέσα: κυδωνιές, απιδιές, απ’ όλα τα φρούτα. Ήταν και δύο καραγάτσι α μπροστά στο μοναστηρά κι, τεράστια. Τον καιρό που κάναν την παράκληση, το εικόνισμα κάποτε σηκωνόταν ως επάνω, ως εκείνα τα καραγάτσι α και χτυπούσε αυτόν που το κρατούσε. Την παράκληση την κάναν εκείνοι που έπασχαν, αν ήσουν εσύ, λόγου χάρη, και έπασχες ή το πόδι σου ή τίποτε άλλο, έκανες την παράκληση .

Εγώ, μικρός που ήμουνα, έπεσα απ’ τ’ αμάξι μια φορά και φοβόμουν να το πω στη μάνα μου και μάζεψε το πόδι μου τ’ αριστερό. Με κοίταξαν οι γιατροί εδώ κι εκεί, με τα πρακτικά, με τα επιστημον ικά, αδιαφόρετ α, είπαν: αυτός έτσι θα μείνει, δε θα γίνει καλά. Δε λύγαε το πόδι μου.

Μετά με τάξανε οι δικοί μου στο Μοναστήρι . Πήγα στο Μοναστήρι και πλάγιασα 6 βράδυα εκεί, κι ο πατέρας μου κι ο αδελφός μου μαζί, πλαγιάζαμ ε μέσα στο Μοναστήρι, τρία άτομα.

Έλεγε ο κόσμος, οι χωριανοί, στον πατέρα μου: «Άντε βρε Χρίστο! Τι τόχεις το παιδί εδώ και πλαγιάζει και δεν κοιτάς και την περιουσία σου. Δεν είναι να γίνει καλά.

Μετά τις 6 μέρες γυρίσαμε πίσω. Μόλις με πήραν και πήγαμε σπίτι, εκείνο το βράδυ παρουσιάσ τηκε ο Άϊ Γιάννης σ’ ένα κορίτσι, τρία σπίτια παραπάνω από το δικό μας. Χτυπάει την πόρτα, βγαίνει το κορίτσι στο μπαλκόνι και της λέει: να πας να πεις στου Χρίστου του Κελεπέρη το παιδί ναρθεί τρία βράδυα ακόμα να κοιμηθεί και θα γίνει καλά! Ένας αγέρας έγινε και τον έχασε εκείνο το γέρο από μπροστά της.

Μόλις ξημέρωσε, τώπε στη μητέρα της, ότι μητέρα, αυτό κι εκείνο είδα. Η μητέρα της τρέχει και το λέει στη μητέρα τη δική μου.

Με πήραν και πήγαμε απάνω, στο Μοναστήρι, κι ο πατέρας μου με τον αδελφό μου μαζί. Μόλις συμπλήρωσ α τα δύο βράδυα, στο τρίτο απάνω που γέμιζε (συμπληρων όταν)- εγώ ήμουν πλαγιαστό ς στη ράχη μου, στο εικόνισμα από κάτω και παρακεί οι άλλοι δυό-ακούστηκε να κάνει μια βοή τρακ, τρακ, το Μοναστήρι . Ο πατέρας μου κι ο αδελφός μου απ’ το φόβο τους σκεπάστηκ αν πάνω από το κεφάλι.

Όσα μεταλίκια και γρόσια ήταν κολλημένα στο εικόνισμα πέσαν επάνω μου εκείνη τη στιγμή. Μετά άκουσα ένα βάρος, έτσι, επάνω σ’ όλο το κορμί μου και να φωνάζω. Με λέει ο πατέρας μου: Μη φωνάζεις, μη φωνάζεις, παιδί μου.

Περίπου μια ώρα συνέχισε εκείνο το βάρος. Μετά, μόλις ησύχασε ξημέρωσε, αλλά εγώ ήμουν αναίσθητο ς, έπεσα βαθειά στον ύπνο.

Σηκώθηκαν ο πατέρας μου, ο αδελφός μου, ανοίξαν την πόρτα του Μοναστηρι ού. Μετά ήρθα κι εγώ στον εαυτό μου. Μόλις ήρθα στον εαυτό μου, βλέπω η πόρτα είναι ανοιχτή. Μόλις είδα την πόρτα ανοιχτή πετάχτηκα και κάθισα. Εκείνοι με κοιτάνε. Πηδάω όρθιος, δίνω μια κι έξω απ’ την πόρτα και το βάζω στα πόδια για το χωριό. Εκείνοι φώναζαν: Σταμάτα, σταμάτα. Που να σταματήσω! Ούτε πίσω δεν κοίταξα απ’ τον φόβο μου.

Κι απορήσανε, να πούμε, όλο το χωριό που έγινα καλά.

Στην πανήγυρη, όποιος έκανε την παράκληση, όπως είπα, κρατούσε την εικόνα στη λιτανεία. Πολλές φορές σηκωνόταν η εικόνα ως το καραγάτσι κι έπεφτε και τον χτυπούσε και γινόταν καλά. Και μια φορά ένας Κιώτης είπε: «Άντε, βρε, που περιμένετ ε απ’ αυτό το ξύλο να γίνετε καλά! Και παρατάει το εικόνισμα εκείνον που το κρατούσε, πάει και κολλάει στον Κιώτη και του δίνει και του δίνει μέχρι που έπεσε χάμω αναίσθητο ς.

Το πιστεύεις ότι είχα ένα θείο κουτσό στα Μουδανιά και πήγαινε χειμώνα καιρό μ’ ένα γόνατο χιόνι και τον έπαιρνε ο Άγιος να πάει ν’ ανάψει την καντήλα του! Τρέχαν τα παιδιά του ξωπίσω: «Βρε πατέρα, που πηγαίνουν;» Τους έδιωχνε με το χέρι και τον βλέπαν, δεν πατούσε θαρρείς πάνω στο δρόμο πετούσε. Ακούαμε ύστερα εμείς την πόρτα μας στη Μισόπολη: Τακ τακ, Ο θείος ο Γρηγόρης ήρθε.

Και στην πανήγυρη επάνω έγινε καλά και χόρεψε και στα παιχνίδια .

ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ
ΑΪ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜ ΟΝΑΣ (σ. 60)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Στο χωριό από κάτω, πηγαίνοντ ας για τα Μουδανιά, ούτε μια ώρα απόσταση ήταν ο Άϊ Παντελεήμ ονας. Αγίασμα ήταν εκεί, σκέτο ένα νερό, όπως το πηγάδι, μια πηγή και γύρω-γύρω ένα στρογγυλό φιλιατρό. Στη μνήμη του πηγαίναμε, ήταν και καλοκαίρι . Είχαμε και δικά μας κτήματα εκεί γύρω: ελιές, μπαξέδες, αμπέλια.

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΪ ΓΙΩΡΓΗΣ (σ. 61)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Ανάμεσα Μουδανιά και στο χωριό μας ήταν Άι Γιώργης, το λέγαμε  Σκοτεινό Άϊ Γιώργη.

Από τη γη είχε ίσαμ’ ένα μέτρο έτσι ένα όρθιο υψωματάκι και ήταν τρύπα εκεί κι έβγαινε μέσα από την τρύπα Αγίασμα, το Αγίασμα ήταν μέσα βαθειά κι έτρεχε σαν ρεματάκι έξω.
Μέσα ίσαμε 20 μέτρα πήγαινε. Νόμιζες ότι ήταν κτιστό, δηλαδή σκαμμένη πέτρα, αλλά φαίνεται ότι ήταν από Θεού, έτσι έλεγαν οι Μουδανιώτ ες οι παλιότερο ι. Και τώρα ακόμη θα σώζεται, δεν μπορεί να το χαλάσεις.

Η είσοδος ήταν εκείνη η τρύπα που είπαμε, ανοιχτή μπροστά, χωρίς πόρτα. Μόλις έμπαινες και προχωρούσ ες λίγο είχε ένα στενό πέρασμα, ανάμεσα στην πέτρα, με το πλάι έπρεπε να περάσεις γιατί ερχόταν πολύ στενό. Κι εκεί σ’ έπιανε και δεν σ’ άφηνε να μπεις άμα είχες τάμα κανέναν πετεινό ή τίποτε άλλο και δεν το πήγαινες, έπρεπε να πας το τάμα.

Από την τρύπα της εισόδου έμπαινες σκυφτός και προσχωρού σες σκυφτός-σκυφτός ίσαμε να πας να βρεις μετά 20 μέτρα ένα άνοιγμα 2Χ3 όπου στεκόσουν όρθιος. Κι εκεί τιναζόταν το νερό, το Αγίασμα, κι έβγαινε έξω σα ρεματάκι. Στη μέση από την είσοδο ως εκείνο το άνοιγμα ήταν το σημείο που στένευε η πέτρα κι έπρεπε να περάσεις με το πλάι. Και μένα με έσφιξε για! Είχαμε τάμα.

Με το κερί πήγαινες μέσα. Γι’ αυτό τον έλεγαν Σκοτεινό Άϊ Γιώργη. Πήγαιναν καμιά φορά τα κορίτσια, έσβηνε το κερί τους ίσαμε τη μέση κι αναγκάζον ταν να γυρίσουν πίσω.

Αυτό το Αγίασμα το εκμεταλλε υόταν η κοινότης Μουδανιών, αλλά επειδή ήταν κοντά, πηγαίναμε κι εμείς και το Νιχωράκι και οι Ελιγμοί, κι από την Κίο ακόμα έρχονταν στην πανήγυρη. Μισή ώρα θ’ απείχε από εμάς. Εικόνες και τίποτε δεν είχε μέσα. Σκέτη η σπηλιά ήταν και τ’ Αγίασμα.

Γινόταν καλό πανηγύρι. Ήταν κάτι καραγάτσι α εκεί μπροστά, και ελιόδεντρ α ένα γύρω. Ήταν και το νερό που έτρεχε από τη σπηλιά κάτω στο δρόμο, είχε κάνει και μια βρύση στο δρόμο. Ο δημόσιος δρόμος Μουδανιών-Προύσας περνούσε από κει.

Μια χρονιά εκεί στην πανήγυρη είχαν έρθει κι από τους ελιγμούς κάτι χωρικοί και σφάξαν μια πάπια και την έβαλαν να βράζει. Και πήγαν κάτι δικοί μα με τρόπο για να γελάσουν, πήραν την πάπια και βάλαν μέσα ένα παπούτσι. Έβρασε, έβρασε, όταν την κατέβασαν από τη φωτιά ανοίγουν το καπάκι και βάλαν τις φωνές: Γιάλλαχ (Ω Θεέ μου) η πάπια έγινε μποστάλα (παπούτσι). Έτσι μιλούσαν αυτοί.

Το λέγαμε έτσι γιατί πραγματικ ά και την ημέρα ήταν σκοτεινό, επειδή ήταν μέσα σε φυσική σπηλιά.

Όταν μπαίναμε μέσα ήταν σκοτάδι και ανάβαμε κερί για να βλέπουμε.

Μέσα ήταν μια μόνο παλιά εικόνα του Άι Γιώργη, που τη φροντίδα για το καντήλι του είχε όποιος πρόφταινε . Οι Τούρκοι δεν το πείραζαν, γιατί μας αγαπούσαν, αλλά και μας φοβόνταν.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕ ΙΑ (σ. 65)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Νεκροταφε ίο είχαμε ένα, έξω απ’ το χωριό, πηγαίνοντ ας για το Μοναστήρι του Άϊ Γιάννη. Ανοιχτό ήταν, χωρίς περιτοίχι σμα. Δέντρα είχε κάτι μικρά, κάτι ακακίες, τόνα τ’ άλλο φύτευε ο καθένας. Να μπει ζώο ήταν απαγορευμ ένο, ήταν οι αγροφύλακ ες και άμα έμπαινε κανένα ζώο πλήρωναν πρόστιμο, τους διόριζε η κοινότητα τους αγροφύλακ ες.

Όποιος βαστιόταν έφτιαχνε σιδερένιο υς σταυρούς και μαρμάρινο υς, αν ήταν κανένας πλούσιος γύρω-γύρω στον τάφο έφτιαχνε και κάγκελα σιδερένια . Το πιο συνηθισμέ νο ήταν ο ξύλινος σταυρός, γράφαν κιόλας επάνω στο σταυρό.

ΣΧΟΛΕΙΟ (σ. 67)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Σχολείο είχαμε ένα αλλά ήταν μεγάλο το σχολείο μας. Στο ίδιο πήγαιναν και τ’ αγόρια και τα κορίτσια, αλλά χώρια τ’ αγόρια ήτα, χώρια τα κορίτσια.

Πέτρινο κτίριο ήταν, μονόροφο. Τέσσερις αίθουσες είχε δεξιά και τέσσερις αριστερά και στη μέση το σαλόνι που ήταν για τις τελετές, τις εξετάσεις . Οι πόρτες όλες τζαμικιάν ι, οι σκάλες με τσιμέντα …

Η δεξιά μεριά ήταν για τ’ αγόρια, αριστερά για τα κορίτσια. Πεντατάξι ο ήταν μέχρι 5η δημοτικού ήταν. Εγώ πήγα 5η τάξη και ξεσκόλισα . Στις 4 τάξεις μάθαιναν ελληνικά. Μόνο η 5η τάξη μάθαινε και τουρκικά και γαλλικά. Όποιος βαστιόταν έστελνε τα παιδιά του κατόπι και κατά την Προύσα.

Δύο δάσκαλους είχαμε κι έναν παιδονόμο και χωριστά για τα κορίτσια 2 κυρίες. Η εκκλησία είχε κτισμένα χωριστά 2 σπιτάκια και μέναν εκεί οι δάσκαλοι. Απ’ έξω έρχονταν και οι δάσκαλοι και οι δασκάλες. Μόνο ο παιδονόμο ς ήταν δικός μας.

ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΆ ΣΕΙΣ (σ. 69)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Μύλο είχαμε ένα, μισή ώρα περίπου από το χωριό προς τα Μουδανιά, νερόμυλο. Γύριζε με το νερό του ντερέ που περνούσε και μέσα από το χωριό , μόνο το χειμώνα δηλαδή γύριζε.

Μέσα στο χωριό είχαμε και 4 λαδόμυλου ς, με πέτρα κι αυτοί που τη γύριζαν κι άλογα ζεμένα. Έπιανε την ελιά, την έκανε ζύμη, όπως το χαμούρι, τη βάζαν σε τρίχινους τουρβάδες και κατόπι τους τουρβάδες στ’ αδράχτια (πρέσες). 2 άτομα με τον ώμο στρίβαν το χέρι τ’ αδραχτιού και ο μάστορας δώστου έριχνε ζεστό νερό κι έβλεπες το λάδι έτρεχε.
Χάνι ή πανδοχείο ιδιαίτερο για ξένους δεν είχαμε. Αν ήταν κανένας δικός μας ξένος τον παίρναμε στα σπίτια μας, τρελαινόμ ασταν για μουσαφιρα ίους. Για τους άλλους ξένους είχε πάνω από τ’ Αδελφάτο, το καφενείο δηλαδή, της κοινότητο ς, δωμάτιο με κρεβάτια, με όλα.
Λουτρό δεν είχαμε. Για λουτρό κατεβαίνα με στα Μουδανιά.

Θ΄ ΚΟΝΤΙΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΩΡΙΑ
ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΧΩΡΙΑ
ΓΕΡΓΕΛΙ (σ. 71)

Το Γέργελι ήταν τούρκικο χωριό., ανάμεσα Μισόπολη και Ντερέκιοϊ, ένα τσιγάρο δρόμο πήγαινες. Τα κτήματά μας ήταν ανακατωμέ να. Βόρεια από μας ερχόταν, το τραίνο περνούσε γύρω απ’ αυτό το χωριό.

Καμιά εκατοστή σπίτια είχε. Γεωργοί ήταν κι αυτοί, είχαν κι ελιόδεντρ α.

ΓΚΕΤΣΙΤΙ (σ. 72)

Το Γκετσίτι ήταν 2 ώρες περίπου από μας, κι αυτό πηγαίνοντ ας προς την Προύσα, μετά το Μπαντεμλί έρχεται.

ΜΕΣΑΛ ΚΙΟΪ (σ. 73)

Το Μεσάλ ΚιοΪ ήταν 1 ώρα από μας, Νότια. Καμιά εκατοστή σπίτια είχε. Γεωργικό χωριό ήταν.

Εκεί δίπλα ήταν κι ένα Αγίασμα του Αγίου Νικολάου. Πηγαίναμε, σφάζαμε κουρμπάνι α, ανάβαμε κεριά, διασκεδάζ αμε.

ΜΠΑΝΤΕΜΛΙ (σ. 74)

Το Μπαντεμλί ήταν 1,5 ώρα από μας πηγαίνοντ ας προς την Προύσα, πριν να πας στο Γκετσίτι, κι αυτό τούρκικο χωριό.

Σπίτια είχε 70-80. Κι αυτοί γεωργοί ήταν. Δεν είχαμε και μ’ αυτούς πολλά πάρε δώσε, όπως και με τ’ άλλα τουρκοχώρ ια. Μόνο στο θέρος, άμα δεν είχαμε δουλειά, πηγαίναμε και δουλεύαμε σ’ αυτούς.

Ι’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕ Σ (σ. 75)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

7 μπακάλικα είχαμε μέσα στο χωριό, μόνο μπακαλική ς είδη είχαν. Φυσικά από το μπακάλη ένα αλάτι, κανένα γυαλί της λάμπας ή τίποτε σπίρτα παίρναμε. Τα μαζεμένα της χρονιάς θα τα παιρνες από τα Μουδανιά, και ρούχα και παπούτσια και εργαλεία, όλα από τα Μουδανιά.

Εκτός από τα μπακάλικα είχαμε και 8 καφενεία. Τεχνίτες δεν είχαμε. Ε, τα Μουδανιά κοντά ήταν, κατεβαίνα με εκεί. Και γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό. Στα Μουδανιά πηγαίναμε να τον βρούμε.

Με τα τουρκοχώρ ια δεν είχαμε αλισβερίσ ια. Μόνο στο θέρος, άμα δεν είχαμε δουλειά, ήθελε να πάμε σε κείνους να κάνουμε μερικά μεροκάματ α.

Την δική μας παραγωγή, τις ελιές το λάδι έρχονταν από τα Μουδανιά οι μεγαλέμπο ροι, την καπάρωναν και τη στέλναν κατόπι στην Πόλη. Ελιές, σταφύλι, Όλα τα τραβούσε η Κωνσταντι νούπολη, απ’ όλα τα χωριά εκεί γύρω. Τα κουκούλια πήγαιναν στην Προύσα.

Αλεύρια μας έρχονταν στα πόδια μας, από τους εμπόρους στα Μουδανιά. Φρέσκο ψάρι απ’ τα Μουδανιά ερχόταν επίσης: ένα μεταλίκι κάτι παλαμίδες τέτοιες. Και αλατισμέν α έρχονταν, κι από την Τρίγλια και από τα Μουδανιά, μέσα στα βαρέλια.

Συνοικέσι α είχαμε με τα Μουδανιά και το Νιχωράκι, παίρναμε, δίναμε αγόρια, κορίτσια.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΘΕΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
1.   Τοπική Ιστορία
2.   Απηχήσεις ιστορικών γεγονότων

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (σ. 77)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Επί Χαμίτ, όπως ακούαμε από τους μπαμπάδες μας, περνούσαμ ε πολύ καλά. Μετά το Χουριέτ όμως αγριέψανε οι Τούρκοι. Βγήκε το Μποϋκοτάζ το 1913 και στο Μεγάλο Πόλεμο επιστρατέ ψαν ως 45 ετών. Και μείναμε στα χωριά μόνο τα παλληκαρά κια εμείς 14 ή 15 ετών.

Απ’ αυτούς που πήγαν στρατιώτε ς ούτε 20 στα 100 δε γύρισαν πίσω. Όσοι πλήρωναν μέσα στον πόλεμο και πήγαιναν προσωρινά για την Κωνσταντι νούπολη κι από κει δια την Αμερική, εκείνοι γλύτωσαν. Αυτοί μείναν εκεί, δε γυρίσανε πια.

Μόλις έφυγαν από τα χωριά οι στρατεύσι μοι, δήθεν ότι δίναμε ψωμί στα υποβρύχια των συμμάχων, όλα τα παραθαλάσ σια χωριά. Κι εμάς μας σηκώσαν, μολονότι δεν ήμασταν πάνω στη θάλασσα, αλλά για ν’ αρπάξουν τα εισοδήματ α. Μας πήγαν σ’ ένα ελληνικό χωριό της Προύσας Ντερμεντέ σι ονομαζόμε νο.

Όσα μπορούσαμ ε να πάρουμε από τα πράματά μας τα πήραμε, έδωσαν σε κάθε οικογένει α ένα αμάξι, αλλά σ’ ένα αμάξι τι μπορούσες να φορτώσεις;

Υποφέραμε από πείνα εκεί. Πουλούσαμ ε τα ρούχα, κάτι καλά ρούχα της αξίας που πήρε ο καθένας. Και τι παίρναμε; Για ένα κομμάτι ψωμί τα δίναμε ιδίως στους Τούρκους, στα χωριά κι αγοράζαμε τρόφιμα. Από την πείνα χάθηκαν οι καλλίτερο ι οικογενει άρχαι. Έπεσε κι αρρώστια, ο κόσμος δεν είχε να φάει και πέθαινε. Ήρθε η γρίπη, η σπανιόλα, και τον καθάριζε τον άνθρωπο. Τότε άνω από 200 υπολογίζω να χάθηκαν.
Καθίσαμε 4 χρόνια και ήρθαμε στο χωριό το ΄19. Σ’ ένα χρόνο, μετά, ήρθε η Ελλάδα εκεί.

Τον καιρό που ήρθαμε πίσω, στο χωριό, τα σπίτια ήταν όλα ρημαγμένα μέσα. Το χωριό ήταν άδειο, μόνο 4 ντουβάρια ήταν τα σπίτια. Τα γύρω τουρκοχώρ ια ότι βρήκαν μέσα τα σήκωσαν.

Βάλαμε μπρος, αρχίσαμε να περιποιού μαστε τα κτήματα και σ’ ένα χρόνο ήρθε ο ελληνικός στρατός.

Μόλις κόντευε να ρθεί ο ελληνικός στρατός στην Προύσα, ήρθαν τα εγγλέζικα τα βαπόρια στα Μουδανιά! Υπήρχαν και τουρκαλάδ ες ως κομιτατζή δες γύρω-γύρω στα περίχωρα.

Εμείς δουλεύαμε, εγώ με τον αδελφό μου, σ’ ένα τούρκικο χωριό, στο Μεσάλ κιοϊ, κι ήταν ένας Τούρκος κομιτατζή ς, καπετάνιο ς, κι έρχεται και τραβάει τον αδελφό μου στην άκρη και του λέει: «Στρατή, εμείς πάμε για τους Έλληνες, να πολεμήσου με που έρχεται ο ελληνικός στρατός, άσε που εγώ είμαι αμοσμένος να μην ρίξω στους Έλληνες. Θερίστε τα χωράφια, πάρτε εσείς κι αφήστε το υπόλοιπο στο σπίτι το δικό μου. Εγώ μπορεί να μη γυρίσω». Μας πληρώνει κιόλα τα χρήματα προκαταβο λικά. Αυτόν τον έτρεμε όλη η περιοχή , γύριζε και λήστευε τα χωριά και μάζευε. Ξακουστός ήταν σ’ όλη την περιοχή. Στο χωριό μας όμως ερχόταν με καλό τρόπο και την ημέρα. Ποιος ξέρει γιατί ήταν αμοσμένος να μη ρίξει σφαίρα, αν έλεγε αλήθεια.

Έφυγε με τον ταϊφά του για τους Έλληνες από βραδίς, το κεντί. Τα ξημερώματ α ήρθανε πάλι πίσω. Μόλις ήρθε, έκρυψε τ’ άλογό του, τα όπλα του, τη στολή του, τα έκρυψε όλα κι ήρθε στο χωράφι και μας βρήκε που θερίζαμε. Και μας λέει:΅Ή απόψε ή το πρωί οι Έλληνες είναι μέσα στην Προύσα.

Τα ξημερώματ α μπήκαν οι Έλληνες στην Προύσα. Εμείς μόλις σηκωθήκαμ ε το πρωί και θερίζαμε ακούμε μια βοή. Επειδή ήμασταν κοντά στη γραμμή του σιδηροδρό μου λέγαμε ότι τα σύρματα θα βουίζανε στους στύλους επάνω. Λέει ο αδελφός μου. Δεν είναι τα σύρματα, είναι αεροπλάνα . Μόλις γυρίσαμε κατά τα Μουδανιά, βλέπουμε τ’ αεροπλάνα νάρχονται σ’ εμάς επάνω.

Λέει ο αδελφός μου: Άντε, μαζέψτε τα και φεύγομε. Στο διάολο να πάνε τα χωράφια του. Πάμε στο χωριό να δούμε τι γίνεται.

Φορτώσαμε τα ρούχα στα γαϊδουράκ ια και ξεκινήσαμ ε για το χωριό. Μόλις ήρθαμε στο Τεπέ Ντερβέντ, εκεί είχανε τα χαρακώματ ά τους οι τσέτες, περάσαμε ανάμεσά τους και δεν μας είπαν που πηγαίνετε . Αυτοί ξέραν που δουλεύαμε σ’ εκείνον τον καπετάνιο-τον είχαμε αφήσει κρυμμένο στο σπίτι του- και δεν μας πειράζαν.

Κατεβαίνα με για το χωριό μας. Υπήρχαν όμως κι άλλοι θεριστάδε ς, κι από τα Μουδανιά κι από το Νιχωράκι, που δούλευαν σε τουρκοχώρ ια και για τον ίδιο λόγο γυρνούσαν, περνούσαν από το χωριό μας να πάνε στα μέρη τους.

Μόλις μας είδε τ’ αεροπλάνο, επειδή τα δρεπάνια έλαμπαν στον ήλιο-αυτοί νόμισαν ότι είναι όπλα. Έκανε τ’ αεροπλάνο ένα γύρο-τι έκανε; Τι σημάδι έδωσε αντίκρυ στα βαπόρια; Κι όπως καθόμαστα ν κατόπι μέσα στο χωριό, καθένας στα σπίτια μας- οι άλλοι, από τ’ άλλα χωριά, τραβούσαν από τα ελιόδεντρ α μέσα για τα χωριά τους-ρίχνουν απ’ τα βαπόρια δυο οβίδες απέναντι στον Τεπέ Ντερβέντ. Οι τσέτες φύγανε.

Όπως καθόμαστα ν όλο το χωριό στο αδελφάτο εμπρός και μιλούσαν οι μεγάλοι, κι εμείς τα παιδιά ακούαμε, λέγαν οι χωριανοί: Η δεύτερη κανονικά είναι μέσα στο χωριό.

Πέφτει η δεύτερη πίσω απ’ το χωριό, μες στους μπαξέδες. Η τρίτη ήρθε μέσα στο χωριό, στον απάνω μαχαλά.

Βλέποντας ότι έπεσε η οβίδα μες στο χωριό, οι χωριανοί αναγκάστη καν να φύγουν μεσ’ από το χωριό, πηγαίναμε για το Νιχωράκι απ’ τις ελιές μέσα.

Εγώ πήγαινα να πω στον αδελφό μου που ήταν με τη γυναίκα του και τη μάνα μου-κι η γυναίκα του 15 μερώ λεχούσα- άντε, ελάτε και φεύγει όλο το χωριό- Τους παρακαλάω, δεν έρχονταν. Μόλις άρπαξα το σακάκι μου και είδαν ότι φεύγω, αναγκάστη κα να σηκώσουν και τη γυναίκα του, να την πάρουν από το μπράτσο και να βγουν. Βγαίνοντα ς από την πόρτα, λίγα βήματα κάναμε, η οβίδα έπεσε μέσα στο σπίτι, το κατάστρεψ ε, δεν άφησε μέσα τίποτα: ούτε ρούχα, ούτε έπιπλα, όλα τάκανε κομμάτια. Την πρόσοψη την πήρε όλη κι άφησε μόνο πίσω τα ντουβάρια .

Πήγαμε μετά όλοι οι χωριανοί στο Νιχωράκι. Σηκώθηκαν ο Πρόεδρος και κάτι άλλοι, πήραν μια βάρκα και πήγαν στα Μουδανιά και τους λένε:

Τι κάνετε; Ελληνικό χωριό βομβαρδίσ ατε.

Λέει: λάθος έγινε.

Εκείνο το βράδυ δεν πήγε κανένας, μόνο πήγαν τα παλληκάρι α και περίμεναν το χωριό. Το πρωί ξημέρωσε και δώσαν διαταγή και πήγε όλο το χωριό πίσω. Καταστράφ ηκαν 5 σπίτια και κάτι ζώα, εκείνα που είχαν αφήσει μέσα σκοτώθηκα ν. Δεμένα βλέπεις.

Ήρθε ο ελληνικός στρατός, παρέλαβε την Προύσα. Πιάσαν τα σύνορα, εκεί πάνω, Ινεγκόλ που λένε ένα μέρος και μετά μας πήραν στρατιώτε ς.

Απ΄ το χωριό μας θα πήγαν περίπου 40-50 άτομα. 23 χωριανοί μονάχα ήμασταν σ’ ένα λόχο.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑ ΣΗ (σ. 87)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Καλεπέρης, 4/12/1961)

Ομαδικά οι πιο πολλοί χωριανοί μας έχουν εγκαταστα θεί στην Πτολεμαΐδ α και σ’ ένα άλλο χωριό, κοντά στη Θεσσαλονί κη που λέγεται Μαγναντάζ .

Στην Ξάνθη είναι 2 οικογένει ες.

Από το Νιχωράκι είναι στην Κομοτηνή καμιά εικοσαριά οικογένει ες. Δεν ξέρω που αλλού βρίσκοντα ι.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal