Αποστολέας Θέμα: ΚΜΣ - ΟΙΚΙΣΜΟΣ (ΝΗΣΟΣ) ΚΑΛΟΛΙΜΝΟΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ  (Αναγνώστηκε 74 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Moderator
  • ***
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 12
  • -Λαμβάνω: 64
  • Μηνύματα: 180
  • Τόπος: Φιλοθέη
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΚΜΣ - ΟΙΚΙΣΜΟΣ (ΝΗΣΟΣ) ΚΑΛΟΛΙΜΝΟΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
« στις: 18 Αύγουστος 2021, 07:01:10 μμ »
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συνεχίζετ αι η παρουσίασ η της Προφορική ς Παράδοσης από το αρχείο του ΚΜΣ, με τον οικισμό-νησί ΚΑΛΟΛΙΜΝΟ Σ, που βρίσκεται στη νότια θάλασσα του Μαρμαρά, βορειοδυτ ικά από την Τρίγλια (σημερινή ονομασία Imrali), και ανήκει στην επαρχία της Βιθυνίας (σήμερα Bursa). Το νησί αυτό έγινε ιδιαίτερα γνωστό, από το 1999, ως φυλακή υψίστης ασφαλείας, στην οποία βρίσκεται φυλακισμέ νος ο Αμπντουλά χ Οτσαλάν, ιδρυτής και ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστά ν (PKK). Στην περίοδο πριν από το Μεγάλο Διωγμό το 1922, ζούσαν εκεί μόνον Έλληνες Χριστιανο ί, εκτός από τους εκπροσώπο υς των τουρκικών αρχών (Λιμενάρχη ς, Μουδούρης και χωροφύλακ ες). Είναι αξιόλογες οι μαρτυρίες των τεσσάρων πληροφορη τών, που γεννήθηκα ν στην Καλόλιμνο, και έχουν καταγραφε ί από τους συνεργάτε ς του ΚΜΣ, για όλα τα απαραίτητ α στοιχεία περιγραφή ς τόσο του μικρού αυτού νησιού, όσο και του τρόπου ζωής, της επικοινων ίας με τους οικισμούς της περιοχής, την παραγωγή τους κλπ.

Χάρτης Ι. Κοκκιννίδ η σε μεγέθυνση-Βόρειο τμήμα

ΚΑΛΟΛΙΜΝΟΣ

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ

Η συλλογή έγινε από δύο συνεργάτε ς του ΚΜΣ και τέσσερις πληροφορη τές, Ειδικότερ α: 1) από το συνεργάτη του ΚΜΣ Μπάμπη Νικηφορίδ η, σε δύο αποστολές: α) στο Κερατσίνι, το 1958, για τον πληροφορη τή Κώστα Αποστόλου, και β) στα Νέα Μουδανιά, το Σεπτέμβρι ο 1960, για τους πληροφορη τές Θεολόγο Αντώνογλο υ και Αντώνιο Θεοδώρου, και 2) από τη συνεργάτρ ια Ζωή Κυριτσοπο ύλου στη Μεσσήνη, το Μάρτιο 1965, για τον πληροφορη τή Απόστολο Τσακάλογλ ου.

Ο πληροφορη τής του 1ου συνεργάτη Κώστας Αποστόλου ή Κώστας του Νινή, γεννήθηκε στην Καλόλιμνο το 1888. Σχολείο δεν πήγε, έβοσκε πρόβατα μικρός. Μόνο την υπογραφή του ξέρει να βάζει.

Στο χωριό μικρός βοηθούσε τους γονείς του που ήταν γεωργοί. Ύστερα έκαμε κα στα ψαροκάϊκα και γνώρισε μ’ αυτό τον τρόπο την Αρετσού, την Αρτάκη, Πάνορμο, Μηχανιώνα, Μιχαλίτσι, Κίο, Μουντανιά .

Από το χωριό έφυγε κατά πρώτο το 1912, όταν τον πήραν στρατιώτη οι Τούρκοι και τους τόσκασε. Μπαρκάρισ ε σ’ ένα βαπόρι και πήγε στη Βράϊλα της Ρουμανίας, όπου έκατσε 3 περίπου χρόνια. Δούλεψε σαν ψωμάς κι έκαμε κάμποσα λεφτά, κάπου 100 ναπολεόνι α. Τον υποστηρίξ ανε οι Κεφαλλονί τες. Από κει κατέβηκε στη Θεσσαλονί κη, με τον πόλεμο, να πάει εθελοντής . Επειδή όμως δεν τα κατάφερε, ήρθε στον Πειραιά και μπαρκάρισ ε για τη Γαλλία. Επήγε πάλι εθελοντής με την ιδέα ότι θα πολεμήσει στο Τσανάκκαλ ε να λευτερώσε ι την πατρίδα του, αλλά οι Γάλλοι θέλαν να τον στείλουν στο Βερντέν, γι’ αυτό πριν ακόμα ντυθεί, τόσκασε.

Από κει μπαρκάρισ ε σ’ ένα εμπορικό που  μετά από κάμποσο γύρο τον έφερε πάλι στην Ελλάδα, Ξανάφυγε σαν εθελοντής για την Αίγυπτο, όπου εργάστηκε στον Αγγλικό στρατό κι έκαμε τον ψωμά. Όταν έμαθαν την τέχνη οι Αραπάδες, τον διώξαν και ξανάπιασε δουλειά στα βαπόρια σαν θερμαστής . Το 1917 τορπιλίστ ηκε το πλοίο τους και βγήκε στις Κανάριους νήσους. Δεν ήθελε να επιστρέψε ι στην Ελλάδα, που δεν υπήρχαν δουλειές κι ήταν φτώχεια, γι’ αυτό με την πρώτη τυχούσα ευκαιρία πήγε στην Κούβα. Εκεί ένας Ρωμιός τον περίλαβε μαζί με άλλους, τους πήγε κάμποσες ώρες με το τραίνο και τους έδωσε μια μαχαίρα να κόβουν ζαχαροκάλ αμα. Μάζεψε λίγα λεφτά και πήγε στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου μπαρκάρισ ε και πάλι. Ξεκινήσαν ε με νηοπομπή αλλά στο δρόμο χάλασε το πλοίο και ξέκοψαν μόνοι ώσπου να φτιάξουν τις μηχανές. Τους άρχισε στις τορπίλλες ένα γερμανικό υποβρύχιο . Δύο βολές τις αποφύγανε μα τότε αναδύθηκε το υποβρύχιο και τους άρχισε με το κανόνι, τους έκανε μαύρα χάλια. Χτυπούσαν κι αυτοί με το δικό τους, ώσπου καταφτάσα νε γαλλικά πολεμικά και τους συνόδεψαν στο Σάνζερ (έτσι το προφέρει ο πληροφορη τής), όπου τους έκαμε ο λαός μεγάλη υποδοχή. Φοβήθηκε όμως πια τη θάλασσα κι όταν ξαναγύρισ ε στην Αμερική συνεταιρί στηκε με κάποιον κι έκαμε το μάγειρα.

Το 1920 γύρισε στην Πόλη. Πήγε στο χωριό και παντρεύτη κε γυναίκα από την Καλόλιμνο . Με τα λεφτά που είχε οικονομήσ ει άρχισε πάλι τη γεωργία.

Οι άνθρωποι του χωριού είχαν προηγουμέ νως υποστεί την εξορία του 1914—15 τους είχαν μεταφέρει στα χωριά της Προύσας. Το 1919 που γύρισαν βρήκαν μόνο ερείπια μα ξαναρχίσα ν να τα φτιάχνουν . Το 1921 επιστρατε ύτηκε ο Αποστόλου από τους Έλληνες. Με την υποχώρηση έφυγε από τα Μουντανιά και πήγε στην Κων/πολη όπου αντάμωσε και με τη γυναίκα του.

Ταξίδεψε πάλι κάμποσα χρόνια και το 1925 εγκαταστά θηκε πια μόνιμα στην Ελλάδα. Πρώτα στα Ταμπούρια, στις παράγκες, κι από το 1930 εδώ που βρίσκεται τώρα: (αναγράφετ αι η διεύθυνση).

Είναι πρόθυμος πληροφορη τής κι ενθουσιάζ εται με την ανάμνηση των σχετικών με την πατρίδα του. Καλό είναι όταν εξετάζετα ι να παρευρίσκ εται κα η γυναίκα του κοντά για να συμπληρώσ ει ορισμένα πράγματα που τα θεωρεί ασήμαντα ο πληροφορη τής.

Ο πληροφορη τής του 1ου συνεργάτη Θεολόγος Αντώνογλο υ γεννήθηκε στην Καλόλιμνο το 1877. Οι γονείς του ήταν ντόπιοι, κι όσο θυμάται όλοι οι πρόγονοι του. Πατέρα δεν έφταξε, πέθανε νωρίς.

Σχολείο πήγε μόνο στην πρώτη τάξη, δεν ξέρει γράμματα. «Δεν είχαμε τάξη και δρομολόγι ο σ’ αυτά τα πράγματα». Λέει χαρακτηρι στικά ο ίδιος.

Στο χωριό εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλμα τα, είχαν μοτέρια και δούλεψε μ’ αυτά, έκαμε και μπακάλης κι έπειτα ράφτης.

Εκεί παντρεύτη κε, κι η γυναίκα του ήταν από το ίδιο χωριό. Παιδιά δεν έχει.

Το 1914 ακολουθών τας την τύχη των συγχωριαν ών του πήγε εξορία στη Μ. Ασία κι επέστρεψα ν το 1919. Ύστερα τον σηκώσαν πια οριστικά το 1922.

Πρώτα πήγε στη Θάσο, μαζί με τους άλλους συμπατριώ τες του κι ύστερα ήρθαν στα Νέα Μουδανιά το 1928. Κι εδώ έκανε τον ράφτη και τον αμπελουργ ό, τους δώσαν κάτι κτήματα.

Ο Θεολόγος Αντώνογλο υ είναι πολύ καλός πληροφορη τής. Παρ’ ότι αγράμματο ς είναι πανέξυπνο ς και πνευματώδ ης τύπος. Ξέρει το χωριό του άριστα κι οι πληροφορί ες του γι’ αυτό είναι θετικές, υπολογισμ ένες, καλοζυγισ μένες. Μολονότι τρέφει κάποια περιφρόνη ση για το παλιό χωριό, συγκρίνον τάς το με τη σημερινή τους εγκατάστα ση, εν τούτοις συγκινείτ αι εύκολα από τις αναμνήσει ς του και διηγείται χωρίς περιστροφ ές. Είναι ευχάριστο ς σαν άνθρωπος, διανθίζει την κουβέντα του με χιούμορ και βλέπει τα πράγματα μέσα από ένα πρίσμα ζηλευτής θυμοσοφία ς.
 
Ο πληροφορη τής του 1ου συνεργάτη Αντώνιος Θεοδώρου γεννήθηκε το 1907 στην Καλόλιμνο . Οι γονείς του ήταν ντόπιοι, πάππου προς πάππου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Κι ο ίδιος έκανε εκεί το γεωργό. Σχολείο δεν πήγε σχεδόν, μόνο στην 1η τάξη.

Με την εξορία του 1914 γνώρισε την Προύσα, τα Κουβούκλι α, το Σουσουρλο ύκι, το Ντεμιρντέ σι, το Ντάνσαρι, την Απολλωνιά δα.

Το 1922 πρωτοπήγε στην Καβάλα όπου εργάστηκε σαν καπνεργάτ ης και το 1934 ήρθε στα Νέα Μουδανιά, όπου παντρεύτη κε συγχωριαν ή του. Έχει 4 παιδιά. Στα Νέα Μουδανιά αποκαταστ άθηκα γεωργικά και σήμερα εξακολουθ εί να είναι γεωργός.

Ο Αντώνιος Θεοδώρου είναι σοβαρός άνθρωπος και προθυμότα τος πληροφορη τής.

Μολονότι έφυγε σχετικά νέος από την Καλόλιμνο, τη θυμάται πολύ καλά και μάλιστα κατά τρόπο που να μπορεί να διορθώνει σε λεπτομέρε ιες και πιο ηλικιωμέν ους συμπατριώ τες του. Αντίθετα μάλιστα μ’ αυτούς, που πρόφτασαν  να γνωρίσουν και να γευτούν ορισμένες κακές πλευρές της ζωής στο νησί τους, ο Θεοδώρου διατηρεί, επειδή ακριβώς έφυγε νέος, μιαν εικόνα πιο νοσταλγικ ή και παρ’ όλο που εδώ αποκαταστ άθηκε καλύτερα, εξακολουθ εί να τρέφει αγάπη για την παλιά του πατρίδα.

Ο πληροφορη τής της 2ης συνεργάτι δας Απόστολος Τσακάλογλ ου γεννήθηκε στην Καλόλιμνο από γονείς ντόπιους. Είναι σήμερα ως 80 χρονώ (σ.σ. δηλαδή γεννήθηκε το 1888). Έχασε το φως του από καιρό. Θυμάται πολύ καλά τον τόπο του. Έχει φοβερή νοσταλγία .

Μένει με την οικογένει ά του γιου του ανάμεσα στα πέντε εγγόνια του, που τον λατρεύουν, τον ακούνε και τον καμαρώνου ν.
Ότι είχε να πει το είπε με το παραπάνω, δουλέψαμε με υπομονή και με μεγάλη ησυχία.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Σ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙ ΑΣ
ΚΕΦΆΛΑΙΟ Α’ 1. Όνομα
      2. Δελτίο της Χαρτογραφ ικής Υπηρ. του ΚΜΣ (Γεωγρ.Τοπ οθέτηση)
      3. Ένταξη του Οικισμού
      4. Τουρκική Διοίκηση
      5. Εκκλησιασ τική Εξάρτηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ    Β’ Κάτοικοι
      Γ’ Γλώσσα
      Δ’ Δελτία με ποικίλο περιεχόμε νο
      Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
      ΣΤ’ Λαξευτές Σπηλιές
      Ζ’ Τοπωνύμια
      Η’ Εσωτερική μορφή του χωριού
      Θ’ Κοντινοί και μακρινοί Οικισμοί
      Ι’ Σχέσεις και Συναλλαγέ ς του Οικισμού


Κεφαλ Α’ ΟΝΟΜΑ (σ. 11)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Καλόλιμνο ς ήταν τ’ όνομα του χωριού μας, επειδή είχε καλό λιμάνι, έτσι το λέγαμε μεταξύ μας, κι άλλοι οι Έλληνες έτσι το ξέραν. Ο κάτοικος ήταν Καλολιμνι ώτης ή από την Καλόλιμνο . Επειδή βγάζαμε και πολλά κρομμύδια καμιά φορά μας λέγαν και κρομμυδάδ ες.

Τούρκικα τ’ όνομα ήταν Ίμραλι.

Από παππού προς παππού ακούαμε ότι τα παλιά τα χρόνια, πριν αιώνες, λεγόταν Βέσβικος το χωριό κι ύστερα πήρε τ’ όνομα Καλόλιμνο ς.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου, 12/3/66) (σ. 17)
Καλόλιμνο λέγαν το χωριό μου γιατί είχε καλό λιμάνι. Καλολιμνι ώτες ακουγόμασ ταν. Οι Τούρκοι τόλεγαν Ίμβραλη.


ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΙΣ ΟΙΚΕΙΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕ Σ (σ. 19)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-10/3/66)

Το χωριό Καλόλιμνο ς εντάσσετα ι στις παρακάτω ενότητες: Μικρασιατ ική Επαρχία Βιθυνίας, Περιφέρει α Προύσας, Τμήμα Μουδανιών .


ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (σ. 20)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-10/3/66)

Το χωριό Καλόλιμνο ς είχε Μουδουρλί κι τον Καλόλιμνο, Καϊμακαμλ ίκι τα Μουδανιά Μουτεσαρι φλίκι --, Βαλελίκι την Προύσα.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κώστας Αποστόλου, Κώστας του Νινή, 23/1/58) (σ. 21)

Το χωριό Καλόλιμνο ς είχε Μουδουρλί κι τον Καλόλιμνο, Καϊμακαμλ ίκι τα Μουδανιά Μουτεσαρι φλίκι --, Βαλελίκι την Προύσα.
(Ο πληροφορη τής λέει ότι στην εποχή των παππούδων τους Καϊμακαμλ ίκι είχαν την Αρτάκη, αλλά επειδή ήταν μακρυά μετά υπήχθησαν  στα Μουδανιά)

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60) (σ. 22)

Το χωριό Καλόλιμνο ς ήταν Μουδουρλί κι, Καϊμακαμλ ίκι ήταν τα Μουδανιά κι ύστερα κατ’ ευθείαν υπαγόμαστ αν στο Βαλελίκι της Προύσας. Μουτεσαρι φλίκι δεν είχαμε.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Απόστολος Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/66) (σ. 23)

Το χωριό Καλόλιμνο ς ήταν Μουδουρλί κι, Καϊμακαμλ ίκι είχε τα Μουδανιά και Βαλελίκι την Προύσα.

Ο Μουδούρης βοηθούντα ν από τέσσερους ζανταρμάδ ες. Στεγάζουν ταν σ’ ένα μικρό κτίριο κοντά στη θάλασσα, δυο δωμάτια ήταν όλα κι όλα. Δίκαζαν μικρές δίκες ως 100 γρόσια ποινή, για παραπάνω πήγαιναν στα Μουδανιά.

Επειδή είμασταν στη θάλασσα είχαμε και λιμενάρχη . Στεγάζουν ταν μαζί λιμεναρχε ίο και Μουδουρλί κι.

Τελάλη δεν ακούαμε, δε βάζαμε για καμιά δουλειά, Ότι ήταν το μαθαίναμε «ψόφησε το άλογό μου ή έπαθε το βόδι μου».

Τους ορισμούς του Μουδούρη περνούσαν οι ζανταρμάδ ες και τους πρόσταζαν στα μαγαζιά και στα καφενεία το μεσημέρι και το βράδυ που η σύναξη ήταν πολλή.


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ (σ. 25)

Το χωριό Καλόλιμνο ς υπαγόταν στη Μητρόπολη Νικομηδεί ας, με έδρα Μητροπολί τη τη Νικομήδει α.

Αντιπρόσω πος του Δεσπότη μέσα στο χωριό: Δεν υπήρχε άλλος εκτός από τον παπά.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60) (σ. 26)

Εκκλησιασ τικά υπαγόμαστ αν στη Μητρόπολη Νικομήδει ας. Ο Δεσπότης στα 5 χρόνια μια φορά να ερχόταν επειδή ήταν νησί η Καλόλιμνο ς και φτωχό χωριό, δεν είχε πολλά εισοδήματ α. 2 παπάδες είχαμε κι αυτοί τα κάναν όλα. Και στεφανώμα τα και βαφτίσματ α.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) ν(σ. 27)

Ο Δεσπότης μας έρχονταν από τη Νικομήδει α κάθε χρόνο, και δυο φορές τύχαινε νάρθει, της Παναγιάς της Κορφινής το Σεπτέμβρι ο που πανηγύριζ ε το μοναστήρι .

Έμενε ως δεκαπέντε μέρες, κοιμούντα ν στο Σχολείο. Η Κοινότητα ξόδευε και του στρώναν τράπεζα. Μια γριά έκανε τα φαγιά.
Ο Δεσπότης φρόντιζε για τους παπάδες και για τους δάσκαλους .

Ότι θέλαμε από άδειες τις παίρναμε από τους παπάδες μνας. Είμασταν νησί και δεν ήταν εύκολο να πάμε στη Νικομήδει α που έδρευε η Μητρόπολή μας.

Μετά από την Καλόλιμνο ο Δεσπότης πήγαινε κατά το νοτιά που είχε πολλά χωριά της περιφέρει ας Νικομήδει ας.

Κεφαλ. Β’ – ΚΑΤΟΙΚΟΙ (σ. 28)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

300 οικογένει ες ήμασταν περίπου 1500 άτομα. Τούρκοι ήταν μόνο ο Μουδούρης 2 ζαπτιέδες, 1 τελώνης, 1 λιμενάρχη ς κι ένας φορατζής για τα ψάρια.

Το νησί αυτό παλαιότερ α ήταν ακατοίκητ ο. Μόνο μεγάλα μοναστήρι α είχε παλιά, αλλά δεν ακούσαμε πως φτάσαν εκεί οι καλογέροι και τα κτίσαν.
 Έρχονταν λοιπόν όλο ξένοι, από την παλιά Ελλάδα: Χίο, Σαντορίνη, Μάνη, Σάμο, Ήπειρο, Κρήτη, κι από τη Μ. Ασία: Τρίγλια, Απολλωνιά δα, ακόμα κι απ’ τη Βάρνα είχαν έρθει.

Εμείς δεν τη φτάξαμε αυτή τη γενιά των αποίκων, αλλά είχαν μείνει ονόματα που μαρτυρούσ αν καταγωγή, εξακριβωμ ένη καταγωγή, όπως: Σαμιωτάκη, Σαντορινι ός, Βαρνιώτης κ.α.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 29)

Η Καλόλιμνο ς είχε 200 σπίτια, 2000 ψυχόμετρα (λέει την πληροφορί α που επανέλαβε δυο φορές. Οι συνεργάτε ς δεν την είχαν ξανακούσε ι). Βαστούντα ν από την Σάμον και από την Μάνη.

Ως φαίνεται όπως ρήμαξε τώρα το 1922 το νησί μας, ρήμαξε κι ένα καιρό που δεν ξέρουμε γιατί κανείς δεν έγραψε. Λέω πως από ότι έβλεπα κι από ότι άκουσα πως ήταν πολύ παλιό και ξανάγινε.

Οι πιο πολλοί είμασταν αγρότες, καλλιεργο ύσαμε τον κάμπο μας. Πέντε οικογένει ες ζούσαν ολοχρονής από τα καΐκια τους. Λίγοι ήταν μοναχά ψαράδες, μεροκαματ ιάρηδες, τεχνίτες και μπακάληδε ς.

Κανένας Τούρκος δεν έμενε στο νησί μας, μοναχά το Καρακόλι, το Μουδουρλί κι και το Κουμέρκι (Λιμεναρχε ίο).

ΑΠΟΙΚΙΣΜΟ Σ (σ. 30)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κώστας Αποστόλου, Κώστας του Νινή, 23/1/58)

Ο παππούς μου ήταν από την Τρίγλια. Ένας άλλος (εννοεί συνομήλικ ος του παππού του) ο Κρητής από την Κρήτη, άλλος από τη Σάμο και τον λέγαν Σαμιωτάκη, τα παιδιά του λέγαν : τα παιδιά του Σαμιωτάκη . ‘Άλλος από το Μαρμαρά. Είχαμε κι από το Αρμουτλή κι από την Απολλωνιά δα.
 Αυτούς ξέρω εγώ. Άλλους δεν ξέρω.
 

Κεφαλ. Γ’ – ΓΛΩΣΣΑ (σ. 31)

Η γλώσσα μας ήταν  ελληνική, η κοινή ελληνική. Σχεδόν δεν είχαμε ιδιωματισ μούς. Τούρκικα δεν ξέραμε φυσικά μες στο χωριό δεν είχαμε Τούρκους έξω από τους υπαλλήλου ς της διοίκησης . Όσοι βγαίναν έξω, είτε για να δουλέψουν είτε οι εμπορευόμ ενοι, αυτοί τα μάθαιναν. Οι γυναίκες δεν ξέραν καθόλου.


Κεφαλ. Δ’ – ΔΕΛΤΙΑ ΜΕ ΠΟΙΚΙΛΟ ΠΕΡΕΧΟΜΕΝ Ο (σ. 32)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κώστας Αποστόλου, Κώστας του Νινή, 23/1/58)

Η Καλόλιμνο ς, το νησί, είχε ένα κυρίως χωριό με το ίδιο όνομα. Πάω στην Καλόλιμνο, λέγαν οι κάτοικοι για το χωριό τους ονομάζαν το νησί και το χωριό Ίμπραλη.

Στα νότια του χωριού ήταν καμιά εικοσιπεν ταριά τσιφλίκια (αγροικίες), ένα μικρό χωριουδάκ ι κάπου μια ώρα από το χωριό (την Καλόλιμνο). Το λέγαν Λένα.

Στην παραλία της Λένας είναι μια στενόμακρ η γλώσσα αμμουδιά, που προχωρεί στη θάλασσα μέχρι τα μισά της απόστασης από την απέναντι ακτή, όπου είναι το Μπουγάζι (Μπουγάζι ονομάζουν την εκβολή του ποταμού στην απέναντι παραλία του Μιχαλιτσί ου), του Μιχαλιτσί ου. Από την μια μεριά της αμμουδιάς αυτής ήταν βαθειά τα νερά, από την  άλλη πολύ ρηχά, και πολλά πλοία που ήρθαν εκεί με τον πόλεμο και δεν ξέραν καλά τα νερά κάτσανε στον άμμο.

Καμιά δεκαριά σπίτια ήταν κι ένα άλλο χωριουδάκ ι, Ζουμπουρέ λι το λέγαν, τι όνομα είναι αυτό, κι εγώ δεν ξέρω. Ήταν 10 λεπτά απόσταση απ’ τη Λένα.

Υπήρχαν κι άλλα μεμονωμέν α τσιφλίκια στην ύπαιθρο. Οι κάτοικοι των μικρών αυτών οικισμών ή των μεμονωμέν ων τσιφλικιώ ν δεν έμεναν διαρκώς εκεί, αλλά ένα μέρος του χρόνου το περνούσαν στην Καλόλιμνο, προπάντων τις μεγάλες γιορτές: Πάσχα, Χριστούγε ννα, γιατί στη Λένα και στο Ζουμπουρέ λι δεν καθόταν παπάς, πήγαινε αραιά και που να λειτουργή σει κανένα εξωκκλήσι .

Στον Καλόλιμνο δεν είχαμε μαχαλάδες να σου πω. Λέγαμε έτσι παρατσούκ λια. Στου Μώλου, στ’ Αλώνια, στο Κονάκι (το χουκιουμά τι που λένε), η Μπαντούρα . Μόνο τ’ Αλώνια ήταν ψηλά, τ’ άλλα ήταν πάνω στη θάλασσα. Είχε λιμάνι καλό. Έβλεπες 30, 40 καΐκια μέσα, όταν ήταν κακοκαιρί α. Μόνο ένας σορόκος τόπιανε που έβγαινε από την Κίο.

300 οικογένει ες ήταν όλο το χωριό. Μόνο ο Λιμενάρχη ς, ο Μουδούρης και 2 τζανταρμά δες ήταν Τούρκοι. Κι αυτοί ελληνικά ξέραν. Ελληνικά μιλούσαμε όλοι. Τούρκικα δεν ξέραμε καθόλου. Μόνο οι ναυτικοί που ταξιδεύαν ξέρανε.

Είχαμε 2 εκκλησίες μέσα στο χωριό, τον Άϊ Γιάννη και τον Άϊ Θανάση, που δεν προλάβαμε να τον αποτελειώ σουμε. Πρώτος εγώ παντρεύτη κα μέσα. Είχαμε και δυο παπάδες.

Σχολεία είχαμε δύο, για τ’ αγόρια και τα κορίτσια σ’ ένα κτίριο διώροφο, πάνω τα κορίτσια, κάτω τ’ αγόρια. Είχαμε ένα δάσκαλο και δυο δασκάλες και παιδονόμο υς.

Το χωριό μας λίγα χρόνια ήταν που έγινε, ζήτημα αν απ’ τους παππούδες μας ή λίγο πιο παλιά. Πρώτα, λέγαν, ήταν οι καλογέροι στα μοναστήρι α κι ύστερα που πήγαιναν τα καΐκια και είδαν ότι είναι καλός ο τόπος μείναν κι άλλοι.

Η Καλόλιμνο ς ήταν Μουδουρλί κι και εξαρτιότα ν πρώτα, στον καιρό των παππούδων τους από9 την Αρτάκη. Ύστερα, επειδή ήταν μακρυά η Αρτάκη πήγανε στα Μουδανιά και Βιλαέτι είχαν την Προύσα. Εκκλησιασ τικά εξαρτιότα ν από τη Νικομήδει α.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60) (σ. 37)

Το χωριό μας τσακαλομπ άϊρο ήταν, πετρώδες μέρος, άχαρο, ο κόσμος φτωχός. Ένα κοστούμι 20 χρόνια το είχαν, ένα ζευγάρι παπούτσια 15 χρόνια, πήγαμε πρόσφυγες το ’14 και επιστρέψα με κι ακόμα τα ρούχα του χωριού είχαμε.

Αν ήμασταν βέβαια τώρα, αυτή την εποχή, με τα μηχανήματ α, θα τ’ αξιοποιού σαμε καλύτερα, προπαντός τη θάλασσα.

Τότε είχαμε ένα γρυπάκι μικρό και τ’ άλλα όλα ήταν δίχτυα, και στα κομπλέματ α και βόλβες (πετονιές). Και κοντός κόσμος: και να βγάλεις ψάρια που να τα πας, άμα χάλαγε ο καιρός; Τα πετούσαμε , ένα αυγό παίρναμε με μια παλαμίδα. Και στο χωριό μας ποιος ν’ αγοράσει και να φάει ψάρια, όλοι ψαράδες ήταν: Άντε πάρε τη βόλτα σου να βγάλης. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο, που μολονότι ήμασταν νησί δεν είχαμε πολλή κι οργανωμέν η ψαρική, αφού δεν υπήρχε εμπόριο ψαριών. Έρχονταν απ’ έξω πιο πολύ και ψάρευαν εκεί στα νερά μας.

Πολύ μας ωφέλησε που φύγαμε  κι ήρθαμε εδώ είμαστε πιο καλά εδώ, γιατί, μολονότι εκείνος που είχε πολλά εκεί, πήρε τα ίδια κτήματα εδώ, μ’ εκείνον που είχε λίγα ή καθόλου, νοικοκυρε υτήκαμε καλύτερα και τ’ αξιοποιήσ αμε εδώ τα κτήματά μας, το λέμε εμείς που ήμασταν καλοί νοικοκύρη δες εκεί και ζημιωθήκα με ως προς τα κτήματα.

Ζωή ήταν εκεί! Κι άσε που όλη μέρα φοβόσουν τον Τούρκο. Εδώ κοιμάσαι ήσυχα το βράδυ, άσε και την πόρτα σου ανοιχτή, κανείς δεν μπαίνει.


Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
1.   Θέση του χωριού
2.   Βουνά, Λόφοι
3.   Σπηλιές
4.   Νερά, Θάλασσα
5.   Κλίμα


ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 40)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Το χωριό ήταν κτισμένο στη βόρεια παραλία του νησιού, πάνω στο γιαλό, άμα πατούσε θάλασσα τα μαγαζιά τα έβρεχε. Είχε και ίσιωμα, πρώτα, κι έπειτα ερχόταν λίγο αμφιθεατρ ικά.

Άμα έβγαινες έξω ήταν αψηλωσιά. Το ύψωμα που ήταν πίσω από το χωριό, μόλις έκανες μιαν ώρα δρόμο, έπαιρνε ίσιωμα κι έπιανες τους πρόποδες της Αγίας Κορφηνής.

Λιμάνι είχαμε καλό, όποιο καΐκι κινδύνευε στο πέλαγος ήθελε να πιάση σε μας. Απ’ όλους του ανέμους ήταν προφυλαγμ ένο, λίγο η Νοτιά τόπιανε. Και μερικοί τραβούσαν τα καΐκια έξω όταν τους έπιανε ο καιρός στο λιμάνι.

Όπως μας λέγαν οι γονιοί μας, το χωριό ήταν παλαιότερ α μισήν ώρα πάνω από την παραλία, το μέρος που ήταν πριν λεγόταν Παναγία. Κατόπι όμως κατεβήκαν στην παραλία, πότε έγινε αυτό δεν μπορούμε να ξέρουμε, γιατί κι οι παππούδες μας κάτω το βρήκαν.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 42)

Η Καλόλιμνο ς είχε κάμποση έκταση, δεν μπορούσες να τη γυρίσεις με τα πόδια γιατί ο Άϊ Λιας έβγαινε απ’ τα νερά, γι’ αυτό τη φέρναμε βόλτα με τη βάρκα και κάναμε μια ώρα.

Τα σπίτια τάβρεχε η φουσκοθαλ ασσιά. Έβγαινες από τη θάλασσα κι έμπαινες στο σπίτι.

Όσο ήταν τα καΐκια με τα πανιά, με το νοτιά κάναν δυο μέρες να πάνε στα Μουδανιά. Το 1919 που βάλαν μοτόρια ξεφόρτωνα ν και γύριζαν, τόπιαναν σε 3-4 ώρες. Από τα Μουδανιά είχε σιδηρόδρο μο και πήγαινες στην Προύσα, ήταν μεγάλο μέρος.

Άμα έφευγε ένα πλοίο από την Πόλη, δεν είχε άλλο λιμάνι ξημερώνον ταν στην Κίο, αναγκαστι κά εκεί πήγαινε.

ΒΟΥΝΑ (σ. 43)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Τρία ήταν τα βουνά μας. Το Άϊ Λια, η Αγία Κορφηνή και του Μαυρονά.

Του Άϊ Λια (βλέπε σχετικό δελτίο και στα Μοναστήρι α) ήταν μόνο μιαν ώρα από το χωριό, δυτικά, κρεμάμενο, απότομο βουνό. Εμείς σαν παιδιά πηγαίναμε και μαζεύαμε από κει αυγά των γλάρων, και πολλοί σκοτώνοντ αν, είχαμε θύματα.

Μόνο από το πρόσωπο του χωριού μπορούσες να τ’ ανέβης αυτό το ύψωμα, σε 10 λεπτά μπορούσες να τ’ ανέβης.

Το μεγαλύτερ ο ήταν η Αγία Κορφηνή (βλέπε σχετικό δελτίο και στα Μοναστήρι α), μιαν ώρα ν’ ανέβης επάνω, από το χωριό, δυτικά μας έπεφτε.

Το ύψωμα του Μαυρονά ήταν βόρεια του χωριού, σε μισήν ώρα μπορούσες να τ’ ανέβης. Ήταν δασωμένο.

Είχαμε και το Γλάρο, βουνό παραθαλάσ σιο, μαλακό βουνό ήταν, σε μισήν ώρα μπορούσες ν’ ανέβης. Από την πλευρά της θάλασσας ήταν, συνέχεια μ’ αυτό η Λουμπάρδα, βράχος απότομος, γκρεμός, από τη θάλασσα δεν μπορούσες να βγης επάνω. Είχε κι ένα κυπαρίσσι εκεί κι από το χωριό φαινόταν έτσι ψηλό.

Ανατολικά του Άϊ Παντελεήμ ονα (βλέπε σχετικό δελτίο) ήταν κι ένα άλλο υψωματάκι, με πεύκα επάνω, το Κυπαρισσά κι. Στην εποχή μας κυπαρίσσι δεν υπήρχε εκεί.

Άλλο ένα ήταν κοντά στον Άϊ Γιάννη, το ερειπωμέν ο εκκλησάκι που ήταν μεταξύ. Άϊ Παντελεήμ ονα και Σωτήρος. Αυτό λεγόταν Καλογριά. Είχε πεύκα κι εκεί, ρουμάνια ήταν. Και χαράδρες είχε.

Τέλος δεξιά του Σωτήρος, κάπου 100 μέτρα, ήταν ύψωμα πάλι, χωρίς ιδιαίτερο όνομα, που προχωρούσ ε κατά τον Άϊ Γιώργη. Είχε και δάσος, καλό δάσος, βγάζαμε ξύλα για τα σπίτια, για τα καράβια, αυτό όμως στα τελευταία που του δώσαν φωτιά, πριν δεν άφηναν να κόψης.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/1966) (σ. 46)

Τα βουνά μας καλλιεργο ύνταν ρίχναμε στάρια και κρεμύδια, όπου δεν έβγαιναν αυτά φυτεύαμε αμπέλια. Δεν ακούονταν με ξεχωριστά ονόματα ήταν μοναστήρι α του Προφήτη Ηλία, του Άϊ Γιάννη, η Γέννηση της Παναγίας (η Κορφινή), επειδή ήταν στην κορφή τη λέγαμε Κορφινή. Από την Κορφινή τα έβλεπες όλα, σπίτια, λιμάνι της Προύσας, το βουνό Κατιρλή σηκώνουντ αν ανατολικά . Από τον Προφήτη Ηλία κατά τη δύση ήταν σαν σαμάρι και το χωριό δεν φαίνουντα ν. Το άλλο το βουνό ο Άγιος Γιάννης το βρήκαμε χαλάσματα, δεν φαίνονταν τι ήταν άλλοτε.

Κανένα σημάδι, μια γούβα είχε, ένα βάθος, όπως κάνουν για να ρίχνουν τα σκουπίδια . Όλα τα βουνά μας ήταν μέσα στη θάλασσα, απ’ όπου ήθελες με τα πόδια τα γύριζες.

Τον Απρίλη σαν έκανε καλό καιρό με φαναράκια γυρίζαμε με τη βάρκα και μαζεύαμε καβούρια που βγαίναν να αφίσουν το χαβιάρι τους.

Ένα βουνό μας που λέγονταν Μαυρουνιά ς, κοντά στη θάλασσα κι αυτό, ήταν πετρώδες κι απάνω είχε χωράφια και καλλιεργο ύνταν.

Ο Άϊ Λιας είχε κόψιμο και πατούνταν όλο το μέρος ρηχά, κάτι που έμοιαζε με κόλπο.

Από το Βοριά ήταν πετρώδες σαν ουνά ξέρες, σαν νησάκια ξερά, τα χτύπαγε η θάλασσα. Εκεί πιάναν ψάρια, με πλεμάτια, αγγίστρια, ειδών, ειδών.

Όσο έβλεπε το μάτι σου και δεν γνώριζες ποιος ήταν, είχε άμμο ως το βουνό τ’ Άϊ Λια, είχε πετραδάκι α έξω από τα σπίτια. Και κατά τη δύση, γάμα δεν ήταν, έβγαινε τ’ Άϊ Λια το βουνό. Είχε λιμάνι δεν τόπιανε ο καιρός κι άραζαν και κει, και κείνοι που ταξίδευαν και δεν ξέραν καλά εκεί άραζαν. Είχε και κατά το βοριά λιμάνι μα ήταν πολύ πετρώδες. Στις πέτρες αυτού του λιμανιού βγάζαν μεγάλα στρείδια, πιο πολύ το χειμώνα που τραβιούντ αν η θάλασσα.

Από τα σπίτια πέντε δέκα λεπτά, είναι δρόμος ανάμεσα σ’ αλώνια, αμπέλια και χωράφια σ’ έβγαζε στον Άϊ Λια.

Και για να πας στην Κορφινή από ένα στενό δρόμο περνούσες ανάμεσα σε μπαξέδες και μουριές. Η Κορφινή κατά δυσμάς καλλιεργο ύνταν.

Όλα τα βουνά μας ήταν λίγο παρά μέσα από τη θάλασσα και μπορούσες να τα φέρεις βόλτα, μοναχά από τον Άϊ Λια δεν μπορούσες από κάτω να περάσης γιατί έμπαινε πέρα πέρα η θάλασσα. Τα βουνά μας δεν στέκαν κοντά κοντά είχε ανάμεσα χωράφια.

Τα βουνά τ’ Άϊ Λια και τ’ Άϊ Γιάννη τα λέγαμε «κρεμαστά» γιατί είχαν πέτρινα γουβώματα, Δεν ήταν απάτητα δουλεύοντ αν μα ήταν και κρεμαστά.
Ο Άϊ Γιάννης όπως ήταν σαν σαμάρι δουλεύουν ταν από το νοτιά, μόνο κατά τα νησάκια ήταν άγονο.

Όποιος νοίκιαζε χωράφια είχε και τη φροντίδα τ’ Άϊ Λια. Μόνο ο Άϊ Γιάννης ήταν χάλασμα, Ο Άϊ Λιας είχε εκκλησία και πηγαίναμε στις 20 Ιουλίου με παπά λειτουργο ύσαμε και πανηγυρίζ αμε. Έβαζε ξύλα, είχε χωράφια που δίναν καλό εισόδημα.

ΤΕΠΕΣ-ΤΟΥ ΝΑΝΟΥ ΤΑ ΚΑΜΜΕΝΑ (σ. 50)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/1966)

Του Νάνου τα Καμμένα ήταν ένα ύψωμα, βρίσκοντα ν πιο πέρα από το γκρεμισμέ νο μοναστήρι του Άϊ Γιώργη.

Στην πλαγιά δουλεύοντ αν. Φύτρωναν ως 20 κυπαρίσσι α που φαίνονταν από το χωριό. Είχε πολύ καλό αέρα κι έρχονταν το καλοκαίρι από την Πόλη. Δεν ήταν μεγάλο, με τα πόδια το γύριζες. Μετά το ύψωμα αυτό που τόλεγαν και Κυπαρισσά κια, έβγαινες στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμ ονα.

Δεν ξέρω γιατί τόλεγαν του Νάνου τα Κομμένα.

ΤΟ ΚΑΤΙΡΛΙ (σ. 51)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 20/3/1966)

Το βουνό Κατιρλί σηκώνουντ αν ανατολικά από το νησί μας. Ήταν βουνό της Προύσας ανάμεσα Νίκαια και Ισμίτ, προς τον Άγιο Στέφανο. Το βλέπαμε που ψήλωνε και το άκουα που τόλεγαν

ΣΠΗΛΙΑ (σ. 52)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Σπηλιά εκεί είχαμε μια, στον ΆΪ Λια, και τον λιποτάκτη τότε από τον τουρκικό στρατό λέγαν ότι κρύβονταν μέσα. Εγώ τον είδα (ο Θεολόγος Αντώνογλο υ), του Άϊ Λια η σπηλιά τη λέγαμε. Ακούγαμε ότι κάποτε εκεί ζούσε ένας καλόγερος .

ΡΕΜΑΤΑ (σ. 53)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Μέσα από το χωριό περνούσε το ρέμα της Αγίας Κορφηνής, μικρή η απόσταση από κει που ξεκινούσε ως το χωριό, τι νερό ήθελε να κατεβάση! Σκορπούσε . Καμιά φορά δεν έκαμε ζημιές. Γεφύρι δεν είχε, βάζαμε δυο πέτρες και περνούσαμ ε.

Επίσης και στου Άϊ Σωτήρος είχε ρεματιά και στου Άϊ Παντελεήμ ονα και στου Άϊ Γιώργη και στου Άϊ Γιάννη αλλά μικρές ζημιές, ξερές, μόνο αν έβρεχε κατέβαζαν τα νερά της βροχής.

ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ (σ. 54)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/1966)

Ποτάμι δεν έτρεχε στο νησάκι μας. Το χειμώνα γίνονταν από τις βροχές ένα ξερόρεμα, το λέγαμε ντερέ. Δεν ποτίζαμε, ούτε τα ζωντανά πίναν.
Μια χρονιά φούσκωσε τόσο πολύ, ήταν Ιούνιος, που έρριξε δυο σπίτια. Τα βουνά κατέβαζαν πολλά νερά.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ (σ. 55)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/1966)

Μικρό μα θαυματουρ γό ήταν το νησί μας. Έβγαινες απ’ τη θάλασσα κι έμπαινες στο σπίτι. Γύρω γύρω μας έβρεχε. Όπου έγερνε ο ήλιος όλο σκιά.
 Παντού μπορούσαν να κάνουν μπάνιο. Ήταν πολύ  όμορφο, όπως έστεκε απάνω στο νοτιά. Τώρα που ήθελε να μας μάθει ο κόσμος χαθήκαμε.
Και πλούσια, καρπερά νερά, και τι δεν βγάζαμε και τι δεν ψαρέβαμε.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΖΩΗ (σ. 56)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966)

Το λιμάνι του νησιού μας άνοιγε σαν γάμα, λίγο παραμέσα στέκαν τα βουνά, εξόν από τον Άϊ Λια.

Είχε και από το βοριά λιμάνι, μα ήταν πετρώδες, εκεί γίνονταν μεγάλα στρείδια.

Όσο έβλεπε το μάτι σου και δεν γνώριζες ποιος ήταν, είχε άμμο, ως το βουνό τ’ Άϊ Λια είχε πετραδάκι α, κι όξω από τα σπίτια της παραλίας.
Μακρυά από τη στεριά αν κοίταζες, από τα σπίτια της παραλίας φαίνονταν αν ήταν βάρκες γύρω στο νησάκι το Γλάρο.

Μερικοί από μας ήταν ψαράδες και καϊκτσήδε ς, οι άλλοι καλλιεργο ύσαν τη γη. Είχαν ένα μαντένι κι αργαλειό ψάρευαν λογής λογής ψάρια και θαλασσινά τσελέρια, αστακούς,, χτένια. Τραβούσε γύρω γύρω η βάρκα, γέμιζε ο αργαλειός, τον άδειαζαν και πάλι.

Για συγκοινων ία είχαμε μοναχά καΐκια, πήγαιναν ως τη Μαύρη θάλασσα. Απ’ αυτή τη δουλειά ζούσαν ολοχρονής πέντε οικογένει ες. Το λιμάνι μας μοναχά ο νοτιάς το χτύπαγε, όποιο πλεούμενο θαλασσόδε ρνε σε μας άραζε ως να περάσει η αντάρα. Ήταν μέρες που πήζαν στο λιμάνι καΐκια, καράβια.

Μας έρχονταν από παντού και τα τελευταία χρόνια και από τη Μυτιλήνη.

Τον καιρό που δεν είχαν δουλειά Απρίλη, Μάη, τρεις μήνες πες, τραβούσαν τις βάρκες και τα καΐκια και τα καλαφάτιζ αν και τα μπογιάτιζ αν.

Το καλαφάτισ μα ήταν να χώσουν στουπί ανάμεσα στις χαραμάδες, μετά πίσσα και μετά τη μπογιά.

Δεν βάζαμε στα πλεούμενά μας ονόματα γνωστά σα να πούμε «Δελφίννι» ούτε της γυναίκας μας ή της κόρης μας ας πούμε «Μαρία», «Ελενίτσα» ούτε καμιανού Αγίου το όνομα. Τα λέγαμε με το όνομα του νοικοκύρη τους, του Μελαχροιν ού, του Χατζηκωστ ή, του Χατζηϊορδ άνη.


ΚΛΙΜΑ (σ. 59)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Το κλίμα μας ήταν καλό. Το χειμώνα έκανε χιόνι αλλά δε βαστούσε πολύ. Ούτε και κρύο είχε πολύ-όχι παλτά, αλλά ούτε και παπούτσια φορούσαμε .

Με το ψάρεμα μπορούσαμ ε ν’ ασχολούμα στε και το χειμώνα άμα φυσούσε βοριάς ψαρεύαμε στο νοτιά, κι άμα φυσούσε νοτιάς, στο βοριά, φέρναμε γύρω το νησί.

Την άνοιξη δεν είχαμε βροχές και ήταν η εποχή που πολύ τη χρειαζόμα σταν, έβγαινε ο κόσμος στα χωράφια να τσαπίση, να σπείρει το κοκκάρι.
Πάσχαμε από βροχή. Τώρα απέναντι, στην ακτή της Μικρασίας έβρεχε, αλλά εμείς-νησί μικρό- δεν είχαμε και δάσος να τραβήξη νερό, δεν είχαμε βροχές, βγάζαμε όλες τις εικόνες και κάναμε λιτανείες, και να δεις που έβρεχε τότε.

Το καλοκαίρι είχαμε δροσιές, τόπιανε αγέρας από παντού το χωριό. Μπάνιο κάναν μόνο τα παιδιά, οι νέοι. Οι γυναίκες δε κάναν, περιμέναμ ε να πάνε να πλύνουν τα πόδια τους να δούμε λίγη γάμπα, με τις βράκες ήταν τότε. Εμείς δεν βγαίναμε καθόλου από τη θάλασσα, θαλασσοπν ίχτες ήμασταν. Όλη μέρα τσαλαβουτ ούσαμε να βγάλουμε καβούρια. Του Άϊ Γιωργιού σκοτωνόμα σταν να πάρουμε ένα σπαρματσέ το από τον μπακάλη, να το βάλουμε στο φανάρι, να πάμε να πιάσουμε καβούρια. Λέγαμε: Απόψε τα καβούρια θα χορέψουνε . Και πράγματι τάβλεπες το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο που βγαίνανε. Αλλά ήταν η εποχή τους που βγαίναν, τι χορός!

Ούτε το φθινόπωρο είχαμε βροχές, ψιλοπράμα τα. Διψούσαμε, δεν έβρεχε εύκολα. Κάναμε τότε τις ετοιμασίε ς για το χειμώνα, κάτι λίγα. Ξύλα δεν κουμπανιά ραμε-που να βρης ξύλα! Από τ’ αμπέλια τις βέργες και τα τσαλιά φέρναμε ή κανένα ναυάγιο να πέση έξω, να πάρουμε ξύλο να μαγειρέψο υμε κανένα κάρβουνο να μας φέρουν από απέναντι.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 63)

Δεν ήταν θερμό, έκανε κρύο και ζέστες, άμα έρριχνε χιόνια άσπριζαν οι στεριές. Μαίστρος τραμουντά νας, ο καιρός έπιανε στα δύο τρία χρόνια.
Στα χωράφια, στα απάγια (κοϊτές= ) κάναν βδομάδες να λιώσουν τα χιόνια. Άμα έκανε βαρύ χειμώνα δεν μπορούσαμ ε να βγούμε όξω.

Γενάρη Φλεβάρη το κρεμύδι πρέπει να φυτευτεί πιάναμε τώρα κατά το χώμα, γιατί ήταν πετρώδες, ασπρόχωμα .

Το στάρι δεν κάνει εξαίρεση ρίχνεις ότι χώμα και νάναι. Ρίχναμε το κοκάρι, το σπόρο τέλεια Φεβρουαρί ου πρέπει νάναι πεσμένο στη γη να μην έχει ξέρα και το πάρουν τα μυρμήγκια, νάχει από κάτω νοτιά. Και το χώμα μας τη βροχή του Μάρτη δεν τη σηκώνει. Ήταν χαλασμός, από κάτω κρύο κι έβγαινε το σκουλίκι, ο κρομυδολό γος, κι έτρωγε το φυντάνι, στη ζέστη χώνουνται στη γη.

Σαν έβρεχε Απρίλη, Μάη, είχαμε εισοδήματ α καλά. Δεν ακούς που το λένε κι εδώ; Μόνο για τα στάρια ήταν αυτό.

Αρχάς Απριλίου τα καίλια είναι κάτι μαύρα πουλιά με κίτρινη μύτη ξεκόλωναν το μαραμένο το κρεμύδι και βρίσκαν το σκουλίκι και τότρωγαν.
Όποιος δεν είχε παιδιά, και οι ναύτες και οι ψαράδες παίρναν στον καιρό της δουλειάς εργάτες.

Είχαμε σωρούς τα κρεμύδια ξεραίνουν ταν τα φύλλα πηγαίναμε τη νύχτα με τη δροσιά, τα πλέκαμε και τα στιβάζαμε στο σπίτι, είχε φασαρία.

Κατά τον καιρό περνούσαν και τα πουλιά κοτσίφια, είχαμε το χειμώνα τον καιρό που φεύγαν τα χελιδόνια μέναν αυτά φεύγαν από το νοτιά και τα λελέκια και μας έρχονταν οι πάπιες.

Τρώγαμε συχνά φασόλια, ρεβίθια, κουκιά, ψάρια, σπάνια το χειμώνα τρώγαμε κρέας ας πούμε τα Χριστούγε ννα. Το καλοκαίρι είχαμε μικρά και σφάζαμε. Και το Πάσχα πάλι τρώγαμε πρόβατα.

Βγάζαμε και άφειο, είναι σαν το ρεβίθι, εδώ το λένε λαβύρινθο .

Δεν κυνηγούσα με, μόνο άγρια πουλιά χτυπούσαμ ε και σπάνια κανένα λαγό. Άλλοτε είχε πολλά, μα τα ξεπάτωσαν τα κατσούλια, φεύγαν από το χωριό τραβούσαν στη λαγκαδιά κι αγρίεβαν.

Ζεσταινού μασταν το χειμώνα με ξύλα που καίγαμε στα τζάκια ή με κάρβουνο στα μαγγάλια. Τα κάρβιουνά μας ήταν από οξά και γυάλιζαν.
Αγοράζαμε 100 οκάδες και περνούσαμ ε όλο τον καιρό, φαί, μαγγάλι, για το πλύσιμο καίγαμε πάντα ξύλα.


Κεφαλ. Ζ’ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ (σ. 65)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/1966)

Βγαίναμε έξω δυτικά στα παράλια, χαμηλωσά και πάνω ράχη, μακρύ ήταν το νησί. Βγαίναμε στον Παληοτσεσ μέ στην πεδιάδα όπου και να πήγαινες ένας δρόμος ήταν παραθαλάσ σιος.

Δεν ξέρω δεν θυμάμαι γιατί το λέγαμε «Παληοτσεσμέ».

Πρώτος μεράς ήταν το Καβάρι, από κει ήταν του Ασκού, η Λαγκάδα.

Κατά το νοτιά απλώνοντα ν ο μεράς του Λίμπου, μετά η Κουκουβάγ ια μετά το Κριτί, τέρμα. Πάμε που σούπα στο Γλάρο στη θάλασσα. Μετά του Γιακιράκη από τη θάλασσα 10 μέτρα ψηλά.

Δέκα μέτρα όξω έβγαινε μια ξέρα και ήταν η ρεματιά χωρίς νερό, είχε και ισώματα η περιφέρει α λέγουνταν Παπανίτσο ς κοντά σ’ αυτόν ο Μελάνος σώθηκε, ύστερα θάλασσα … από κει απάνω ο Γλάρος ύψωμα, όχι πολύ ψηλό, κατέβαινα ν τα άλογα και φόρτωναν τα κρεμύδια και λέγουνταν το μέρος Μπουνάτσα ς. Από κει τελείωνε και βγαίναμε στη ράχη, πλαγιά πήγαινε και γύριζε το νησί.

Απάνω προς το βοριά ήταν ο Μητράκος. Έμενε εκεί χρόνια καιρό κάτοικος ο Νεόφυτος, είχε σπίτια, πηγάδια, βόδια, άχερα, κοιμούντα ν, έτρωγε.
Είχε και παιδιά, κατέβαινα ν για το σχολείο με τα πόδια, άπεχε ένα τέταρτο με μισή ώρα από το χωριό.

ΒΟΛΕΣ (σ. 67)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Όλη η περιφέρει α του νησιού ήταν 17 μίλια, σ’ αυτό το διάστημα υπήρχαν μερικές βολές, όπου ψάρευαν. Μες στο χωριό, πρώτ’ απ’ όλα, ήταν δυο μεγάλες βολές: το Σφυρί και η Πέτρα. Ήταν κι η βολή του Σταυρακάκ η, προς το Σορόκο, και η Λένα προς νότο.

ΖΙΜΠΟΥΡΕΛ Ι (σ. 68)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Το Ζιμπουρέλ ι ήταν τσιφλίκι κι αυτό, καμιά δεκαριά αγροικίες, μιαν ώρα από το χωριό, μεσόγειο. Οι κάτοικοι πότε μέναν εκεί πότε κατεβαίνα ν στην Καλόλιμνο, το περισσότε ρο εκεί μέναν. Εκκλησία δεν είχαν, για να εκκλησιασ τούν και πότε κατέβαινα ν στη Λένα (βλέπε σχετικό δελτίο του ίδιου πληροφορη τή), πότε στο χωριό.

ΤΟ ΚΡΥΟΝΕΡΙ (σ. 69)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966)

Είχαμε ένα χωράφι είκοσι μέτρα ψηλά, και έτρεχε μια πηγή με πολύ κρύο νερό γι’ αυτό το λέγαμε «Κρυονέρι». Τα χωράφι το σπέρναν.

ΛΕΝΑ (σ. 70)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Λένα ήταν παραθαλάσ σιο τσιφλίκι, στα νότια του νησιού, απέναντι στο ποτάμι του Μιχαλιτσι ού, περίπου 1-,5 ώρα απ’ το χωριό μας. Δεν είχε δρόμο να παν ως εκεί, τσακαλομπ άϊρα ήταν (Μπαϊρια= ανηφοριές, Τσακαλομπ αίρια= κακοτοπιέ ς κατάλληλε ς για τσακάλια).

Εκεί μέναν καμιά εικοσαριά οικογένει ες, όλο το χρόνο. Μια φορά την εβδομάδα έρχονταν στο χωριό και  ψώνιζαν.

Είχαν εκκλησία Άϊ Θανάση, παλιό καλογερικ ό κτίσμα. Πέτρινη ήταν κι όχι πολύ μεγάλη, κάπου 150-200 άτομα θα χωρούσε. Είχε και καμπάνα κρεμαστή στο δέντρο. Εμείς εκεί τη σώσαμε, ποιος ξέρει πότε κτίστηκε.

Είχαν και δυο αερόμυλος στη Λένα, στο λιμανάκι της καταφεύγα ν με το βοριά τα καΐκια, ήταν καλό, προφυλαγμ ένο από το βοριά.


Κεφ. Η’
Εσωτερική μορφή του χωριού
1.   Το πράσινο του χωριού
2.   Μαχαλάδες, Δρόμοι, Πλατείες, Χοροστάσι α
3.   Νερά του χωριού
4.   Σπίτια
5.   Εκκλησίες, Παρεκκλήσ ια, Ξωκκλήσια, Μοναστήρι α, Αγιάσματα
6.   Νεκροταφε ία
7.   Σχολεία
8.   Χάνια, Καφενεία, Λουτρά, Μύλοι

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 72)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Τα σπίτια ήταν πυκνά μες στο χωριό, δεν υπήρχε χώρος για περιβολάκ ια. Εξάλλου ήταν πετρώδες το μέρος. Μόνο μερικά δέντρα υπήρχαν, κάτι σκαμνιές και συκιές.

ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ (σ. 73)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)
Μαχαλάδες με την έννοια που έχουμε εδώ δεν είχαμε εκεί. Απλώς μερικά ονόματα, αρχαλια κι εκείνα, για να καθορίσου με ορισμένα σημεία του χωριού.

Στ’ απάνω τ’ αλώνια, στον Παλιοτσεσ μέ, στη Μπαντούρα, στους Μύλους, στο Κονάκι. Να αυτά ήταν.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 74)
Όλο το χωριό ήταν δυο μαχαλάδες, χωρίς ονόματα.


ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 75)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Οι κεντρικοί δρόμοι του χωριού, δυο τρεις, ήταν καλντερίμ ι και οι υπόλοιποι με χώμα. Νερό όμως δεν έμενε με τις βροχές, ήταν γυρτό το χωριό κι έφευγε.

Στενοί δρόμοι ήταν , μόνο άνθρωποι και ζώα περνούσαν, κάρα εξάλλου δεν είχαμε εμείς. Τη νύχτα ήταν σκοτεινοί, δεν φωτίζοντα ν.


(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/1966) (σ. 76)

Όλο το χωριό ένα παραλιακό δρόμο είχε. Ήταν και άλλοι, όλοι στρωμένοι με καλντερίμ ι και πολλοί με χώμα. Το χειμώνα πιάναν λάσπη πολλή. Το φάρδος τους έφτανε τα 3-4 μέτρα.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ (σ. 77)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Στο σχολείο δίπλα εκεί, είχαμε μια πλατεία της εκκλησίας ο αυλόγυρος πες ήταν. Χορούς κάναμε εκεί, το Πάσχα, στις γιορτές χορεύαν οι νέες, οι νέοι, οι αρραβωνια σμένοι- ω τέτοια είχαμε. Μεθούσαν, σπούσαμε τα τζάμια.Κα ι στα καφενεία, κάτω στην παραλία, γίνονταν χοροί.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ-ΧΟΡΟΣΤΑΣΙΑ (σ. 78)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/1966)

Κάτω από το δικαστήρι ο είχε μια πλατεία, άλλη μια μεγάλη βρισκόταν στην εκκλησιά όξω,  θάταν όλες 2-3.

Εκεί χόρεβαν το Πάσχα όλοι μαζί. Τα Χριστούγε ννα, χόρεβαν τα παλληκάρι α μέσα στα καφενεία. Θυμούμαι ένα τραγούδι την ‘Κακούργα»
«Άμα την κατεβάζαν
Από τη σκάλα της
μικρή μεγάλη κλαίγαν (σ.σ. εννοεί, μάλλον, «μικροί, μεγάλοι κλαίγαν»)
την ομορφάδα της.
κι όταν την περνούσαν
από το καπηλιό,
κλαίγαν τον άσπρο της λαιμό»
Θυμούμαι κι άλλο ένα:
Όχου καϋμένη λευτεριά
και πως να σε ξεχάσουν
δε σε πουλάνε στα τσαρσί
νάρθω να σ’ αγοράσω


Είχαμε όλο τον καιρό ντόπιους παιχνιδιά τορες παίζαν ένα λαγούτο κι ένα βιολί. Στο πανηγύρι έρχονταν από άλλα μέρη.

ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ (σ. 80)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966)

Τα αλώνια τα είχαμε στο ύψωμα, όχι κοντά στη θάλασσα. Τους αλωνότοπο υς ποτέ δεν τους σπέρναμε. Στις θυμωνιές ξεκουραζο ύμασταν και τρώγαμε. Κάτω μεριά είχε και μουριές. Εκείνος που γύριζε τα άλογα δεν ήταν όλο ο ίδιος, πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Αλωνίζαμε με τις λουκάνες, ήταν δυο κομμάτια, τις φτιάχναν από ξύλο και πέτρες, μοιάζαν με κάρα, τις ζέβαμε στα αλόγατα.

Τη νύχτα που κουβαλούσ αμε τα δεμάτια τραγουδού σαμε. Όχι για παλέματα και για το Χάρο. Με βοριά αλωνίζαμε, με νοτιά δεν γινόταν να λιχνίσουμ ε. Μόνο με το βοριά λιχνίζαμε . Και οι ανεμόμυλο ί μας με βοριά γύριζαν κατά την ανατολή στο Μαυρονά στέκαν. Ανήκαν στον Αριστοτέλ η Αδάμ και στον Χ’’Ιορδάνη δεν τους δούλευαν οι ίδιοι τους νοίκιαζαν σε χωριανούς .


ΝΕΡΑ (σ. 82)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κώστας Αποστόλου, Κώστας του Νινή, 13/1/58)

Στο χωριό είχαμε νερό από μια πηγή που έβγαινε στ’ αμπέλια, κανένα τέταρτο απ’ το χωριό και το φέρναν με σωλήνες στις βρύσες. Είχαμε και πηγάδια γλυφά, μόνο για λάτρα.

Έξω από το χωριό 10 λεπτά, ήταν και δυο άλλες βρύσες που το νερό τους ερχόταν από μια ρεματιά, απ’ του Μαυρουδή το χωράφι, εκεί κοντά. Και τώρα να πάω θα το βρω.

Έχει κι άλλα νερά έξω. Δίπλα στο μοναστήρι τ’ Άι Δημήτρη είχε πλούσιο νερό (πηγαίο εννοεί) που έτρεχε μέρα-νύχτα και το φέρναν στις βρύσες του μοναστηρι ού. Τι νερό! Το χειμώνα άχνιζε, το καλοκαίρι ήταν κρούσταλλ ο. Κι άλλα δυο τρία νερά 10 λεπτά πιο πέρα από το πρώτο. Άλλα νερά ήταν στου Άϊ Γιάννη (βλέπε δελτίο «Μοναστήρια και εκκλησία» του ίδιο πληροφορη τή), του Πλοίαρχου, 5 λεπτά από το προηγούμε νο, του Ζαφείρογλ ου σ’ απόσταση 5-10 λεπτά από τ’ άλλα δυο. Νερά είχε και κανένα τέταρτο από το μοναστήρι τ’ Άϊ Γιωργιού.

Στη Λένα είχε δύο πηγάδια.

ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 84)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Εμείς φτάσαμε δυο βρύσες με λίγο νερό, μέσα στο χωριό, και δυο παραέξω. Τα νερά έρχονταν με τα κιούγκια απ’ έξω.

Μέσα στο χωριό ήταν του Μαρνέλλη η βρύση και του Αλοίμονο, παραθαλάσ σια αυτή. Δίπλα στο χωριό ήταν ο Παλιοτσεσ μές και 10 λεπτά περίπου από τα σπίτια μια άλλη, χωρίς όνομα, παραθαλάσ σιες κι αυτές οι δύο.

Πηγάδια είχαμε 3-4 μες στο χωριό. Έξω είχαμε πολλά νερά, όλα τα Μοναστήρι α είχαν νερά, τοπικά νερά, άφθονα. Έξω από το χωριό στάμνα δεν έπαιρνες, με το κατσαρόλι έπαιρνες απ’ όπου ήθελες νερό. Λέγαν ότι αυτά τα νερά ερχόνταν απ’ απέναντι, απ’ τον Όλυμπο.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 85)

Μέσα στα σπίτια δεν είχαμε νερό, βρύσες τρέχαν μια στη θάλασσα, μια στη μέση του χωριού. Έρχονταν από πολύ ψηλά που ήταν η πηγή, το κατέβαζαν με σωλήνες.

Παίρναμε νερό και από ένα πηγάδι, το καλοκαίρι στέγνωναν οι βρύσες και τραβούσαμ ε από το πηγάδι. Το πηγάδι αυτό ήταν κτιστό, δεν είχε σκέπασμα έκανε για πόσιμο και για πλύση, για πότισμα. Όλη ώρα, έπαιρνε όλο το χωριό και ποτέ δεν άδειαζε. Δεν ήταν μακρυά τα σπίτια, μόνο τα πολύ άκρια, δεν θυμούμαι καλά, είχαν ένα πηγάδι κατά τη δύση μ’ αυτό δεν πίνονταν.

ΣΠΙΤΙΑ (σ. 86)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Τα σπίτια ήταν πυκνά στο χωριό, παλιό, τουρκικό σύστημα, σπίτια λίγα, τ’ άτομα πολλά. Κάθε 5-10 σπίτια περνούσε δρόμος.
Μονόπατα ήταν σχεδόν όλα, σπάνια μερικά δίπατα. Από ξύλα ήταν φτιαγμένα και μερικά παλιά με πέτρα. Από πάνω είχαν κεραμίδια τούρκικα.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/1966) (σ. 87)

Τα σπίτια στην Καλόλιμνο τα χτίζαμε με 4 κάμαρες, με 5 κάμαρες, από δυο κάτω, κι απάνω άλλες δυο, κάτω κάναμε κατώγια. Είχαμε και χαμηλά και πατωμένα.

Πέτρες είχαμε από τα βουνά μας, τις ξεφόρτωνα ν τα καΐκια, άμμο κουβαλούσ αμε από τις παραλίες, ξυλεία μας πουλούσαν από τη Νεάπολη του Εύξεινου Πόντου. Αντί για τούβλα, κάναμε από χώμα, τα πετσώναμε . Τα παράθυρα τα είχαμε χωρίς ξώφυλλα και η βροχή χτυπούσε μα δεν έμπαινε. Στους τοίχους βάζαμε πρώτα τα καταξυλιά σματα, μετά βάζαμε τούβλα και ύστερα το πέτσωμα ((πέτσωμα είναι ο σουβάς). Στα ταβάνια στρώναμε τάβλες. Δεν αφίναμε μεγάλες αυλές. Όλοι είχαμε λίγη αυλή και μετά ο δρόμος.

Ναι, παίρναμε παπά και κάναμε αγιασμό, άδεια για το χτίσιμο δε βγάζαμε. Κρεμάγαμε μαντήλια και πουκάμισα στη σκεπή, κάναν το σταυρό, συγγενείς φίλοι. Έρχονταν η βαρκούλα με τη σημαία, βάζαμε κονκάρδα, και ήμουν στη σκεπή κι έλεγα Έφερε η Άννα για το χατήρι του αφέντη και την αγάπη των μαστόρων, εκείνη που φέρνει και κείνη που δεν φέρνει, κάναν πάλι καλά».

Και ψηλά να μην ήσουν και γύριζε η βάρκα την έβλεπες.

Όλα τα σπίτια ήταν ανατολικά και στα δυτικά άφιναν παράθυρα, μόνο στα κληρονομι κά δεν είχε από παντού.

Τα σπίτια μας στέκαν στο ίσωμα, στον κάμπο, όσα ήταν κοντά στη  θάλασσα η φουσκοθαλ ασσιά τα χτυπούσε.


ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ (σ. 89)
(Μπ. Νικηφορίδ ης- Θεολόγος Αντώνογλο υ, Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά0, 26/9/60)

Δύο εκκλησίες είχαμε, τον Άϊ Θανάση και τον Άϊ Γιάννη. Λειτουργο ύσε η μια μόνο, ο Άϊ Θανάσης, η τακτική αυτή ήταν. Την είχαμε κτίσει καινούργι α. Το 1913 με 14 και συνεχίζαμ ε μέχρι το 1920, όλο και κάτι φτιάχναν. Ήταν να φτιάσουν και γυναικωνί τη και προσωρινά βάζαν ξύλα εγρετίδικ α (προσωρινά, επιπόλαια) και πολλές φορές πέφταν οι γυναίκες κάτω, Τελικά μισοτελει ωμένη την αφήσαμε.

Ήταν πέτρινη, με δίρριχτη στέγη και μεγάλη εκκλησία, χωρούσε και 500 άτομα. Καμπαναρι ό δεν είχε, στο δέντρο ήταν κρεμαστή η καμπάνα.

Ο Άϊ Γιάννης ήταν η παλιά τακτική μας εκκλησία πιο μικρή, ίσως έπαιρνε 200 άτομα, επειδή δεν χωρούσε το χωριό, γι’ αυτό κάναμε την καινούργι α. Ήταν και χαμηλή, σκοτεινή εκκλησία. Από πέτρα ήταν κι αυτή κτισμένη κι η καμπάνα κρεμαστή στον τοίχο. Όταν κτίσαμε την καινούργι α έπαψε να λειτουργε ί τακτικά, αλλά πηγαίναν, τα καντήλια του τ’ άναφταν και στη μνήμη του λειτουργο ύσε.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ -Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (σ. 91)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσακάλογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/66)

Είχαμε στην Καλόλιμνο δυο εκκλησίες τον Άγιο Αθανάσιο και τον Άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο λίγο πιο κάτω. Ο Άγιος Αθανάσιος λειτουργο ύσε τακτικά. Ήταν παλαιά εκκλησία. Το 1900 ήρθε ο Δεσπότης κατεβάσαν τα τοίχια και τα κεραμίδια κι άνοιξαν καινούργι α θεμέλια. Γι’ αυτή τη δουλειά πέσαν τα καΐκια κι όπου είχε πέτρες φέρναν! Στα βουνά πέτρες κι άλλο τίποτα, μοναχά πέτρα και άμμο είχαμε. Ξυλεία ξεφόρτωνε ολόκληρο καράβι από τον Εύξεινο Πόντο.

Ο παπάς μετά τη λειτουργί α πάντα μιλούσε κι έλεγε πως όλοι πρέπει να βάλλουν παράδες για να μεγαλώσει η εκκλησία. Ένας ξακουστός τσιγγούνη ς, ο Χριστούλι ας, είπε μια Κυριακή «Έλα να σου μετρήσω 50 λίρες», κανείς δεν το πίστεψε, ο Χριστούλι ας να το κάνει αυτός. Πήγε στο μαγαζί του, είχε μπακάλικο, έβγαζε και ψωμί κι έστελνε το παιδί να φωνάξει τον τάδε, τον τάδε, τον τάδε, μαζεύτηκα ν 5-6 άρχοντες και μπροστά στο τραπέζι μέτρησε τις 50 λίρες. Έτσι αναγκάστη καν και οι άλλοι και δώσαν. Ο Άγιος Αθανάσιος χτίστηκε με το αίμα μας.

Δεν προφτάξαμ ε να την τελειώσου με, και το καμπαναρι ό πρόχειρο είχαμε. Όλο τον καιρό σε πόλεμο βρισκόμασ ταν.

Λειτουργο ύσαμε στον Άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο μα ήταν πολύ μικρή εκκλησία.

Παιδί μικρό έσωσα ένα παπά, ύστερα πέθανε εκείνος, Και θυμούμαι καρτερούσ αμε να κατεβεί ο ηγούμενος του μοναστηρι ού και κάναμε Δεύτερη Ανάσταση. Ύστερα είχαμε δυο δικούς μας. Ο ηγούμενος κατέβαινε 18 χρόνια πριν, τον είχαμε παπά 5-10 χρόνια όσο δεν είχαμε παπά. Δεν έμεινε πολύ στην ενορία. Πέθανε, κοιμήθηκε . Μπήκε στο καΐκι, πήγαινε στην Πάνορμο, ήταν από κει και βούλιαξε η βάρκα.

Ψαλτάδες είχαμε πολλούς. Όποιος σηκώνοντα ν πρωί και για κι εσύ άμα ήξερες και ο δάσκαλος έπρεπε να ξέρει, νέοι, γέροι και στην ηλικία μου.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Α-ΕΞΩΚΚΛΗΣΙΑ (σ. 94)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Κώστας Αποστόλου, Κώστας του Νινή, 23/1/58)

Μοναστήρι α είχαμε πολλά. Το νησί ήταν γεμάτο.

Μια ώρα ή τρία τέταρτα με τα πόδια απ’ το χωριό ήταν ο Άϊ Δημήτρης και του Χριστού Σωτήρος μαζί, ένα μοναστήρι μέσα στο δάσος με πλατάνια, πεύκα και καραγάτσι α. Το μοναστήρι αυτό ήταν πολύ αρχαίο, παλιό Βυζαντινό και μεγάλο. Αφού λέγανε, 300 καντάρια πιπέρι φάγανε ώσπου να το φτιάσουνε Τοίχο δεν είχε ίσιο (εννοεί λευκό, αζωγράφισ το), ήταν όλο ψηφιδωτά. Ακόμη βρισκόταν εκεί και τις βλέπαμε μπάλες σιδερένιε ς, που το βομβάρδισ ε ο Πάπας της Ρώμης, έτσι λέγανε.

Ένα τέταρτο μακριά από το χωριό ήταν ο Άγιος Παντελεήμ ονας. Είχε κι αυτό όπως και τ’ άλλο πολλά κτήματα, που τα νοίκιαζαν στους χωριανούς .

Άλλο μοναστήρι, η Παναγία η Κορφηνή ήταν ένα τέταρτο-20 λεπτά από το χωριό. Γιόρταζε στα γενέθλια της Θεοτόκου, στις 8 Σεπτεμβρί ου. Αυτό νερά δεν είχε, όπως τα άλλα που είχαν πλούσια νερά.

Ήταν κι άλλη παναγία, δίπλα στο χωριό, καμιά δεκαπεντα ριά δωμάτια είχε. Είχαμε και τον Προφήτη Ηλία, μισή ώρα και πάνω μακριά. Ήταν ανήφορος, δύσκολο να πας.

Στα νότια του νησιού, 5 λεπτά να κατέβεις στη θάλασσα, κοντά στη Λένα, ήταν ο Άϊ Γιώργης, μοναστήρι γκρεμισμέ νο. Μόνο τα χαλάσματα ήταν. Κι αυτό ο Πάπας το γκρέμισε.

Άλλα μοναστήρι α χαλασμένα ήταν ο Άγιος Κωνσταντί νος, η Αγία Παρασκευή, η Αγία Φανερωμέν η, όλα γκρεμισμέ να. Τα χάλασε ο Πάπας.

Έξω απ’ το χωριό είχαμε κι ένα παρεκκλήσ ι Αγία Μαρίνα. Πάνω (εννοεί σε αρκετή απόσταση από τη θάλασσα) ήταν παρεκκλήσ ι και κάτω, κοντά στη θάλασσα αγίασμα.

ΑΪΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (σ. 97)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Ο Άϊς Γιάννης ήταν μεταξύ Άϊ Παντελεήμ ονα και Σωτήρος, ίσαμε 300 μέτρα από τη θάλασσα, χαλασμένο κι αυτό εκκλησάκι ερείπιο. Τα ερείπια πιάναν μια έκταση 10Χ8. Είχε και νερά εκεί.

Στην εποχή μας, μας στέλναν οι γονείς μας καμιά φορά και θυμιάζαμε . Οι γυναίκες κυρίως τα κυνηγούν αυτά.

ΑΪΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (σ. 98)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Είχαμε κι άλλον Άϊ Γιάννη, βόρεια του χωριού, πάνω από το ύψωμα του Μαυρονά, σ’ απόσταση μιας ώρας περίπου από το χωριό. Ερείπιο ήταν κι αυτό μόνο χαλάσματα σώζονταν.

ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙ ΝΟΣ (σ. 99)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Ο Άγιος Κωνσταντί νος ήταν ανάμεσα Αγ. Παντελεήμ ονα (βλέπε σχετικό δελτίο) και στο χωριό, κι αυτό χαλασμένο μικρό ξωκκλήσι. Εμείς ερείπιο το βρήκαμε όταν γεννηθήκα με έτσι το βρήκαμε.

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (σ. 100)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Αγία Παρασκευή ήταν μεταξύ Αγ. Παντελεήμ ονα και του χωριού, περίπου 20 λεπτά από το χωριό, ένα ξωκκλησάκ ι 5Χ5. Είχε και εικόνες μέσα, μέχρι που φύγαμε λειτουργο ύσε στη μνήμη της. Καντήλι ανάβαμε τακτικά, πήγαινε η καλόγρια κι άναβε το καντήλι.

ΑΪΣ ΓΙΩΡΓΗΣ (σ. 101)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Ο Άϊς Γιώργης ήταν ένα εκκλησάκι μεταξύ Λένας (βλέπε σχετικό δελτίο)  και Άϊ Σωτήρος (βλέπε σχετικό δελτίο), κάπου 300 μ. από την παραλία.
Από το χωριό θ’ απείχε ή 1 ώρα ή 1 και τέταρτο. Εμείς το βρήκαμε χαλασμένο, φαίνεται όμως ότι παλιά θα ήταν καλό Μοναστήρι και θα κατοικούσ αν πολλοί, γιατί είχε εκεί πολλά χαλάσματα, θεμέλια.

Ήταν κι ένα ρεματάκι εκεί και κατέβαινε στην παραλία.


ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (σ. 102)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Μιαν ώρα ανατολικά από το χωριό ήταν ένα Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου μαζί και Χριστού Σωτήρος. Διατηρότα ν πολύ καλά στην εποχή μας λειτουργο ύσε.

Η εκκλησία ήταν πέτρινη, αρχαία, Βυζαντινή, και μεγάλη. Είχε και δωμάτια αρκετά ίσαμε 10 και άλλα δωμάτια χαλασμένα, είχε και βρύσες μέσα κι όλο ήταν τοιχογυρι σμένο.

Είχε και χωράφια δικά του, στην εποχή μας ήταν της Κοινότητα ς το Μοναστήρι τούτο και νοίκιαζε τα χωράφια και μ’ αυτά πλήρωναν τους δασκάλους . 200-300 μέτρα παράπλευρ α είχε και ιδιαίτερο κτίσμα για τα ζώα και την τροφή τους.

Πανηγύριζ ε του Σωτήρος στις 6 Αυγούστου .

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ (σ. 104)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Μεγάλη Παναγία ήταν ένα Μοναστήρι, μισήν ώρα από το χωριό, κ αυτό προς τη Δύση.

Η εκκλησία ήταν μεγάλη, πέτρινη-παλιό χτίσιμο, αρχαία όπως και των άλλων Μοναστηρι ών. Και δωμάτια είχε πολλά, αποθήκες θαλάμους και νερά μπόλικα και κτήματα μπόλικα, το μισό νησί το είχαν τα Μοναστήρι α, από δωρεές κι αφιερώματ α κι εμείς νοικιάζαμ ε τα κτήματα κι με τα λεφτά τούτα μάθαιναν τα παιδιά γράμματα.

Πανηγύριζ ε τον Δεκαπεντα ύγουστο.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ-Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩ ΣΗ (σ. 105)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/66)

Τη Μεταμόρφω ση τη λέγαν και Μεγάλο Μοναστήρι . Ήταν «μακούφη»» και το νοίκιαζαν, μεγάλο κτήμα και τι δεν είχε μέσα, χωράφια 300 με Χ00? Στρέμματα, τρέφαν πρόβατα, βόδια, βγάζαν ελιές, άχερο, κοκάρι, δούλευε λαδόμυλος, μελίσσια.

Ήταν γραμμένα σε ιδιώτες, πλήρωναν φόρο για να μην τα πάρει η Τουρκιά.

Όποιος το νοίκιαζε ότι εύρισκε τα κρατούσε για λογαριασμ ό του, αν δεν του χρησίμευα ν τα άφηνε και τάβρισκε ο άλλος. Το νοίκι ήταν 45 λίρες χρυσές Τουρκίας το χρόνο.

Το μοναστήρι αυτό ήταν πολύ παλαιά χτίση, βρίσκοντα ν σε μια πλαγιά και στο βοριά και στο νοτιά και στη ρεματιά και στον κάμπο και στη θάλασσα, σε δυο λεπτά κατέβαινε ς.

Λέγαν οι παππούδες μας πως περνούσε ο Πάπας, τον καιρό που χάλασε τις εκκλησίες μας, και πήρε τον κουπέ. Βλέπαμε το θόλο, είχε αψήλωμα κι απ’ αυτό το καταλαβαί ναμε, άμα πήγαινε άνθρωπος απάνω το γνώριζε. Ύστερα ρίξαν το θόλο και το κάναν ίσια σκεπή.

Πριν γεννηθώ εγώ, εδώ και εβδομήντα τόσα χρόνια το μοναστήρι το νοίκιαζε ο παπάς ύστερα το νοίκιαζε το χωριό, αυτός που το νοίκιαζε ήταν υποχρεωμέ νος να ανάβει το καντήλι και να λειτουργε ί μια φορά το μήνα.

Στέκαν τα τοιχιά του ιερού χτισμένα.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΟΡΦΗΝΗ (σ. 107)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Παναγία η Κορφηνή ήταν ένα Μοναστήρι προς τα δυτικά του χωριού για να πάς ήθελες παραπάνω από μιαν ώρα, ήταν ύψωμα. Περνούσες το ύψωμα που ήταν πίσω από το χωριό κι έπιανες τους πρόποδες, κι από κει άλλη μισήν ώρα ως το Μοναστήρι .

Το εκκλησάκι ήταν μικρό, 5Χ6, αλλά αρχαίο. Κι η εικόνα αρχαία-τη φέραμε εδώ την εικόνα Της.  Η γιαγιά μου (του Θ. Αντώνογλο υ) 100 χρονώ πέθανε κι έλεγε ότι ήταν 200 χρονώ η εικόνα. Είναι και θαυματουρ γή, χτυπάει κιόλας.

Είχε και 2 δωμάτια μικρά το Μοναστήρι . Η πανήγυρη γινόταν στις 8 Σεπτεμβρί ου, όλο το χωριό πήγαινε κι από γειτονικά χωριά έρχονταν με τα καΐκια. Προπάντων οι ναυτικοί την τιμούσαν.

Λέγαν οι γεροντότε ροι ότι η Παναγία η Κορφηνή είχε πολλά ασημικά και στα παλιά, οι Τούρκοι δυο φορές το πατήσανε το Μοναστήρι και το κλέψαν και τους βρήκαν ύστερα πνιγμένου ς στο πέλαγος. Έκανε το θαύμα Της. Μάλιστα στη μια επιδρομή, λέγαν, η καλόγρια ερχόταν νύχτα να ειδοποιήσ ει στο χωριό και στο δρόμο σα να την έφεγγε κάποιος.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΟΡΦΙΝΗ (σ. 109)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Τη λέγαμε, Παναγιά Κορφινή, γιατί βρισκόταν σε ύψωμα, σε κορφή. Πανηγυρίζ αμε το Σεπτέμβρι ο στα γενέθλια της Παναγίας. Μια φορά το χρόνο, στο μήνα δεν πηγαίναμε . Όποιος ήθελε να λειτουργή σει ανάμεσα πάγαινε που έτυχε να κάνει τάμα.

Το καλοκαίρι λειτουργο ύσαν κάθε βδομάδα, τα κορίτσια που δούλευαν στην Πόλη.

Είχε ένα μικρό εκκλησάκι με πολύ θαυματουρ γή εικόνα.

Το ύψωμα της Κορφινής απ’ όπου ήθελες το γύριζες με τα πόδια.

Έμενε σ’ ένα κελάκι ένας καλόγερος και νοιάζοντα ν, ότι έπρεπε. Πάντα ήταν τακτοποιη μένα.

ΑΪ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜ ΟΝΑΣ (σ. 110)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Περίπου μισήν ώρα δυτικά του χωριού ήταν ο Άι Παντελεήμ ονας, ένα Μοναστήρι πιο μακριά από του Σωτήρος και κάμαρες είχε λιγότερες κι η εκκλησία του ήταν πιο μικρή, περίπου κατά το 1/10. Είχε και νερά μέσα. Κοινοτικό ήταν κι αυτό. Πότε κτίστηκε δεν είναι γνωστό, μια φορά παλιό ήταν. Πανηγύριζ ε του Αγίου Παντελεήμ ονος.

ΠΡΟΦΗΤ’ ΗΛΙΑΣ (σ. 111)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Ο Προφήτ’ Ηλίας ήταν ένα Μοναστηρά κι μικρό, σε ύψωμα επάνω, μιαν ώρα από το χωριό, προς τη δύση.

Οι διαστάσει ς της εκκλησίας θα ήταν 10Χ5. Πήγαιναν και λειτουργο ύσαν στην ονομασία.

Είχε κτήματα αρκετά και κάποτε σκοτώσαν το Μουδούρη οι δικοί μας και για να τον αποζημιώσ ουν πούλησε η κοινότητα τα κτήματα αυτά.

ΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝ Η (σ. 112)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Αγία Φανερωμέν η ήταν πάνω από το Ζιμπουρέλ ι (βλέπε σχετικό δελτίο), ένα Μοναστήρι που το βρήκαμε εντελώς χαλασμένο, ερείπια υπήρχαν μόνο.

Λέγαν οι παππούδες μας ότι έφυγε η εικόνα από μας και πήγε στη Μηχανιώνα 2 φορές, λέγαν, τη φέραν πίσω και 2 φορές έφυγε. Τώρα ποιος ξέρει πως γινόταν αυτό, στα παλιά χρόνια.

Μάλιστα οι Μηχανιώτε ς εκεί που τη βρήκαν, στο βουνό, κτίσαν εκκλησία. Την έχουν ακόμα τώρα εδώ την εικόνα.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Α (σ. 113)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Είχαμε ένα μοναστηρά κι την Αγία Φανερωμέν η, στέκει ακόμη το ταμπάνι. Κατοικούσ αν καλογέροι και φύγαν. Δεν ξέραν να μας πουν τίποτα παραπάνου, αγράμματο ι ήταν οι παππούδες μας. Κανένα πάτερο δε σώζουνταν στη θέση του.

ΑΓΙΑΣΜΑ- Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (σ. 114)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Ανάμεσα στο χωριουδάκ ι Λένα και στο Μεγάλο Μοναστήρι ήταν ο Άγιος Γεώργιος χαλασμένη εκκλησία, μόνο το όνομα ακούγοντα ν κι έβγαινε και αγίασμα. Μας έπεφτε πολύ μακρυά δεν πηγαίναμε . Μόνο εκείνοι που δούλευαν στο μερά παίρναν και πίναν γιατί άλλο νερό δεν είχε. Ποτέ δεν θυμούμαι να πήραν παπά και να λειτούργη σαν.

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ (σ. 115)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Η Αγία Μαρίνα ήταν ένα Αγίασμα, 5 λεπτά έξω από το χωριό, παραθαλάσ σιο. Σκέτο Αγίασμα ήταν, εκκλησάκι δεν είχε. Όποιον τον έπιανε ο παροξυσμό ς, ο πυρετός, πήγαινε κι έπαιρνε Αγιασμό, κι έδενε ένα κουρελάκι εκεί, έβλεπες χρώματα-χρώματα κουρελάκι α.

ΑΓΙΑΣΜΑ-Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ (σ. 116)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Στη θάλασσα κοντά έβγαινε ένα νερό, το είχαν για αγίασμα, είχαν και την εικόνα της Αγίας Μαρίνας, όποιος ήθελε άναβε κερί. Νύβονταν και στο αγίασμα. Άμα έπιανε κανέναν ελονοσία έκοβε ένα κουρέλι από πάνω του και τόδενε στα βάτα, πλενόταν και στο νερό και πίστευε πως μ’ αυτό γίνονταν καλά.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕ ΙΟ (σ. 117)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Νεκροταφε ίο είχαμε ένα, πηγαίνοντ ας για την Παναγία, που ήταν έξω απ’ το χωριό. Ελεύθερο, σε χωράφι μέσα ήταν-σκάφταν βάζαν τους νεκρούς. Δεν ήταν περιμαντρ ωμένο αλλά ζώα δεν βάζαμε εκεί. Οι σταυροί ήταν ξύλινοι, φτωχινά πράματα, μαρμάρινο σταυρό δεν είδαμε καμιά φορά.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66) (σ. 118)

Το νεκροταφε ίο βρίσκοντα ν πάνω στο δρόμο της Παναγιά;, εκεί βγάζαν χορτάρα και για τα ζα.

Τα μνήματά μας δεν ήταν καλά, μπήχναν πάνω από το χώμα ένα σταυρό από βάτα, εκείνο ήταν. Όχι καντήλια, όχι, όχι.

Μόνο οι Τούρκοι στα Μουδανιά άναβαν ακοίμητο καντήλι, φύτρωναν και κυπαρίσσι α. Βγαίναμε, δουλεύαμε και τα βλέπαμε.
Σαν πέθαινε κανείς είχαμε ένα ύψωμα και είχε μάρμαρα, στου Χ’’Ιορδάνη φέραν ένα μαρμάρινο σταυρό, που ήταν καλός νοικοκύρη ς.

ΣΧΟΛΕΙΟ (σ. 119)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Σχολείο είχαμε ένα, κοντά στον Άϊ Θανάση, με 2 πατώματα, για τ’ αγόρια και για τα κορίτσια: 2 αίθουσες είχε, μια πάνω και μια κάτω. Οι τάξεις ήταν μοιρασμέν ες σ’ αυτές.

Ήταν ένας δάσκαλο και δύο δασκάλες, πλήρωνε η κοινότητα άμα ερχόταν ένας δάσκαλος κι αν δεν μας άρεσε: «Άντε ρε, τράβα» του λέγαμε.
Ξύλινο ήταν το σχολείο. Πότε κτίστηκε δεν ξέρουμε, εμείς το φτάσαμε κτισμένο.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66) (σ. 120)

Κοντά στην εκκλησία μας τον Άϊ Θανάση έστεκε το σχολείο του τόπου. Είχε πάνω και κάτω, ήτα από τα παλιά χρόνια. Λέγαν πως πέρασε το βασιλόπου λο από την Πόλη για να πάει στην Κίο, τα παιδιά του σχολείου τα παιδιά του σχολείου τα πήγαν στους μύλους, από εκεί κοντά θα περνούσε για να τον χαιρετίσο υν. Αυτό συγκινήθη κε και τους χάρισε 60 χρυσές λίρες για το σχολείο τους. Από τότε βάλαν τα θεμέλια. Τα χρήματα τα κρατούσε ο Δεσπότης, να δεν ήταν μόνο αυτά, άφιναν και δωρεές όσοι πέθαιναν.

Σιγά σιγά το σχολείο τόφτιασαν πολύ ωραίο, το διόρθωναν ολοένα. Ήταν από κείνα τα χρόνια. Πήγαιναν μαζί κορίτσια και παιδιά. Άμα ρίξαν άλλο πάτωμα πήγαιναν απάνω τα αγόρια και κάτω τα κορίτσια. Κάναν α αποχωρητή ριο.

Εγώ δεν έβγαλα ούτε την Τρίτη τάξη. Τα παιδιά τα άλλα φτάναν την Πέμπτη τάξη.

Δασκάλους και δασκάλες παίρναμε από την Πόλη, όποιον αρέζαμε. Έκανε δυο τρία χρόνια. Εύκολα δεν έφευγε.

Είχαμε σόμπα και καίγαμε ξύλα, σ’ αυτά φρόντιζε πάντα η κοινότητα, πολλές φορές έπαιρναν κάρβουνα.

Είχαμε δυο δασκάλες για τα κορίτσια γιατί μαζεύουντ αν και τα μικρά, κι ένα δάσκαλο για τα αγόρια. Τα τελευταία χρόνια παίρναμε μια δασκάλα για τ αγόρια και άλλη μια για τα κορίτσια. Οι δάσκαλοι πληρώνουν ταν από το κοινοτικό ταμείο, και ότι ανάγκη παρουσιάζ ουνταν από ζημιές και χαλάσματα . Εισοδήματ α είχαμε από τα μοναστήρι α μας.

ΧΑΝΙΑ (σ. 122)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Χάνια δεν δούλευαν στον τόπο μας, οι ξένοι ήταν υποχρεωμέ νοι να κοιμηθούν μέσα στο καΐκι τους για να τύχουν έννοια. Αν μας έρχονταν κανείς από Τρίγλια ή Μουδανιά τον παίρναμε στο σπίτι μας και τον περιποιού μασταν όπως έπρεπε.

ΚΑΦΕΝΕΙΑ (σ. 123)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Είχαμε πολλά καφενεία. Σερβίριζα ν ούζο. Πίναν πολύ ούζο, κρασί όχι τόσο.

Πάνω στη θάλασσα είχαμε δύο, δίπλα περνούσες δέκα βήματα  κι έπλυνες τα πόδια σου. Στην παραλία μπακάλικα είχαμε, αποθήκες όμως όχι.

ΛΟΥΤΡΑ (σ. 124)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Τον πιο πολύ καιρό βουτούσαμ ε στη θάλασσα, λουτρό δεν είχαμε. Λιγοστές φορές λουζόμαστ αν στα σπίτια μας, το χειμώνα, άμα ήταν να κοινωνήσο υμε ή να παντρευτο ύμε.

ΜΥΛΟΙ (σ. 125)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

3 ανεμόμυλο υς είχαμε έξω από το χωριό, καμιά δεκαριά λεπτά, στο Μαυρονά (βλέπε σχετικό δελτίο στα «Βουνά». Εκεί αλέθαμε τελευταία, πριν κανα-δυο χρόνια να φύγουμε φέραν μηχανή. Φυσούσε η θάλασσα από κάτω και γυρίζαν, να περιμένης πότε θα πάρη ο βοριάς-κι ήθελε δυνατό άνεμο για να γυρίσουν. Και μια φορά πήγε μια ν’ αλέση και βγήκε έξω να δει και την πήρε το νερό. Της βγάλαμε και τραγούδι:

Πάει ο μύλος, πάει τ’ αξόνι
Κι η Μαριέττα δε γλυτώνει.


Πολλές φορές δεν φυσούσε και πολεμούσα με ν’ αλέσουμε με το χερομύλι ή φορτώναμε στα καΐκια κι αλέθαμε απέναντι στα Μουδανιά.

Κεφ. Θ΄ ΚΟΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑ

ΤΟ ΖΟΥΜΠΟΥΡΕ ΛΙ (σ. 126)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Το Ζουμπουρέ λι ήταν πάρα πολύ μικρό χωριό, είχε 5-6 σπίτια χριστιανι κά καμιά σαρανταρι ά άτομα. Ότι χρειάζοντ αν πήγαιναν στην Καλόλιμνο και το βρίσκαν.

Η ΛΕΝΑ (σ. 127)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 14/3/66)

Η Λένα ήταν ένα μικρό χωριό ως 25 οικογένει ες, 250 άτομα. Τα χωράφια τους τα είχαν στο νοτιά, ανατολή στέκαν αλλά όπως έπεφτε το χωριό.
Ψώνιζαν από τα μπακάλικα του χωριού και όλες τους τις ανάγκες εκεί τις ξεπερνούσ αν, εκκλησία, σχολείο, Μουδούρη και Μουχτάρη.

Κεφ. Ι’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕ Σ (σ. 128)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Εμάς το κυρίως εισόδημά μας ήταν τα κρομμύδια, χιλιάδες οκάδες, η παραγωγή αυτή ήταν. Σταφύλια, σιτάρι, κλπ είχαμε λιγοστά, για δική μας χρήση. Κουκούλια κάναμε, μπόλικά, τα πουλούσαμ ε.

Ψάρια βγάζαμε αρκετά και αστακούς, στρείδια, χτένια, βγάζαμε μπαρμπούν ια ωραία, φαγκριά, συναγρίδε ς, αλλά κι αυτά για επιτόπια κατανάλωσ η εμάς ήταν φτωχό το μέρος, τι ήθελε να φάει ο κόσμος! Ούτε παστώναμε ούτε εξαγωγή κάναμε. Τα καΐκια που ήταν περαστικά για τα Μουδανιά ή την Πόλη, παίρναν καμιά φορά ‘όταν πετύχαινα ν καλή ψαριά.

Τα κρομμύδια τα πηγαίναμε στην Πόλη, και 3.500.000 οκάδες κρομμύδι κάναμε κάποτε, όταν έβρεχε- τα δικά μας καΐκια ήταν λίγα, δεν φτάναν για τη μεταφορά, έρχονταν κι απ’ άλλα θαλασσινά χωριά-και με την ευκαιρία αυτή πήγαιναν και οι νυκοκυραί οι μαζί, ψώνιζαν για το σπίτι τους.

Κυρίως όμως από τα Μο9υδανιά τροφοδοτο ύσαμε το χωριό, πηγαινοερ χόμασταν με τους πιγιαντέδ ες-μικρά καΐκια όπως τα ψαράδικα.

Πόλη έπρεπε να πας με 20-30 τόννων καΐκια κι έπρεπε να φυσήξη νοτιάς, και θα πήγαινες αν ήθελες κανένα ύφασμα για τα παιδιά σου, υπήρχαν βέβαια και στα Μουδανιά υφάσματα, αλλ’ η Πόλη ήταν πιο φτηνή. Και πάλι στην Πόλη πήγαινε κάπως ο κόσμος αφότου βγήκαν τα μεγάλα καΐκια με τις μηχανές. Το 1921 με 22. Ειδάλλως έπρεπε να είναι ευκαιρία για να πας ή είσαι εμπορευόμ ενος, όπως οι μπακάληδε ς, που πήγαιναν για κουμπάνιε ς στην Πόλη, πήγαιναν όμως και στα Μουδανιά για προμήθειε ς.

Εξάλλου, όταν δεν φυσούσε άνεμος να γυρίσουν οι μύλοι μας, φυτρώναμε τα σιτάρια στα καΐκια και πηγαίναμε ν’ αλέσουμε στα Μουδανιά, ήταν κοντά. Εκεί ήταν κι ένας μεγαλέμπο ρος, Φωτάκης Βοντίκης, που εδάνειζε στον κόσμο λεφτά, κι έτσι ήταν δεμένος ο απλός ο χωρικός ήξερε αυτός ότι στην εποχή του θα φτάση το μαξούλι στα χέρια του. Κι αν ήταν 70 οκάδες το σακκί που του πήγαινε ο χωρικός, αυτός ζύγιζε και φώναζε: 63 κι 100. Άκουγε ο άλλος ότι ο Φωτάκης ζυγίζει και τα 100 δράμια κι έλεγε: Σωστά τα λογαριάζε ι, ορκιζόταν στην τιμιότητά του.

Ύστερα λογαριάζο νταν, τους κερνούσε και κανένα εικοσιπεν τάρι ούζο κι αν είχαν να λαβαίνουν και 5-10 λίρες φεύγαν σπίτι τους κατευχαρι στημένοι.
-   Γυναίκα, λογαριάστ ηκα με τον Βοντίκη, πήραμε και 10 λίρες
-   Ε, πάλι καλά, έλεγε εκείνη
.

Γιατρό δεν είχαμε, άλλωστε εκεί κολάϊ-κολαΊ (δύσκολα) δεν αρρωσταίν αμε. Κι αν τον έπιανε κανέναν ο πόνος, ο σκωληκοει δίτης: Πονώ-πονώ, φώναζε, πέθαινε. Ή τον περνούσαμ ε με το καΐκι απέναντι, στα Μουδανιά. Αν αποφάσιζε κανείς να κάνη εγχείριση, πήγαινε στην Πόλη, που ήταν καλά τα νοσοκομεί α.

Ζώα προμηθευό μασταν από το Μιχαλίτσι και τα χωριά της Προύσας.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 20/3/66) (σ. 132)

Είχαμε μπακάλικα πολλά σκόρπια μέσα στο χωριό, ένα ήταν του Χατζή Ιορδάνη. Όσο στάρι έκανε το μοίραζε στην εργατιά, είχε βόδια, χωράφια. Πέντε άτομα ζούσαν στην πόρτα του. Το χειμώνα φώναζε, τούλεγαν παραμύθια και τους έδινε στάρι. Και ξένος κόσμος ένα δυο καΐκια τη βδομάδα, που τάπιανε ο καιρός και το χειμώνα σαν τάπιανε η θάλασσα από τα Δαρδανέλλ ια, από την Κίο, και δεν εύρισκαν λιμάνι, σε μας άραζαν, και κει στου ΧατζηΙορδ άνη τους φιλοξενού σαν.

Ήταν μέρες που κοντά κοντά ήταν τα καΐκια στο λιμάνι μας.

Δεν έμενε βδομάδα που να μη πάνε οι μπακάληδέ ς μας  στα Μουδανιά με τα καΐκια για να ψωνίσουν τροφήματα . Πήγαιναν στην Τρίγλια και στην Πόλη που τάβρισκαν πιο φτηνά, Αγόραζαν καφέδες, ζάχαρες, ρύζια, πετρέλαιο, λάδι, για όσους δεν κάναν, βούτυρα.

Ψουνίζαμε ακόμη γιαούρτια από τη Σιληβρία, από τους Εβραίους, από τα Μουδανιά, τη Βάρνα, το Πατίχι ψουνίζαμε στάρια. Πάντα το στάρι δεν μας έσωνε.

Το νησί μας ήταν πολύ εύφορο, ακόμη και τα βουνά καλλιεργο ύνταν.. Βγάζαμε στάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, κρεμύδια, κουκούλια, πιάναμε, ελιές είχαμε. Απ’ αυτά όλα , μας περίσευαν κρεμύδια που βγάζαμε στην Πόλη και κουκούλια που στέλναμε στην Προύσα. Όλα τα άλλα τα κρατούσαμ ε για τα σπίτια μας.

Οι περισσότε ροι είμασταν αγρότες. Τρέφαμε 25 ζευγάρια βόδια για τις δουλειές: αλόγατα που κουβαλούσ αν τα εισοδήματ α στα σπίτια και στα αλώνια, αλώνιζαν κιόλα. Τρέφαμε ακόμη και 2.000 αίγες και πρόβατα ο καθένας 1, 2, 10 και 50 και τα βρίσκαμε έξω από το χωριό. Πληρώναμε τσομπάνηδ ες και τα σαλαγούσα ν στα βουνά, και το καλοκαίρι όπου ήθελε. Τον τσομπάνη τον πλήρωνες στο εισόδημα στο χρόνο, με στάρι, με ελιές.

Τα μεγάλα ζωντανά: βόδια, άλογα βόσκαν στα ελεύθερα χωράφια, και τύχαινε και κατάπιναν τίποτα  και τους κάθονταν στο λαιμό, τότες φωνάζαμε τον αλμπάνη και τα γιάτρευε, τους γιάτρευε και τους γιουράδες (πλημί, γιαράς). Ο αλμπάνης για τις γιατριές δεν πληρώνοντ αν μοναχά σαν καλίγωνε τα άλογα έπαιρνε παράδες, γιατί του χρειάζουν ταν πέταλα και καρφιά. Με τη θάλασσα ολοχρονής μοναχά πέντε οικογένει ες ζούσαν, σε κάθε καΐκι πέντε ναύτες και ένας καπετάνιο ς. Είχαμε δέκα μοτόρια πρώτα δούλευαν με πανιά, ύστερα βάλαν μηχανή, δέκα καΐκια. Ζούσαν, περνούσαν ένα ποτάμι σαν τον Πάμισο και πήγαιναν στον Κασαμισά, αγόραζαν βόδια, άλογα, βρίσκοντα ν απάνω στο νοτιά κοντά στο Μιχαλίτσι . Δεν πήγα ποτέ, ακουστά το έχω.

Είχαμε πήγαινε έλα, και με τη Μυτιλήνη και τα τελευταία χρόνια άραζαν στο λιμάνι μας καΐκια.

Ψαρέβαμε με δίχτυα και με παραγάδια . Για συγκοινων ία μοναχά καΐκια δουλεύανε . Ρίχναν το Μάρτη δίχτυα, κλωστή, 10 βάρκες, και πιάναν 3-4 αστακούς, τους πήγαιναν στην Πόλη. Τους αστακούς τους έτρωγε η Πόλη. Ψάρεβαν ακόμη τσελέρια (δελφίνια), καλκάνια, χοντρά ψάρια με μικρή ουρίτσα, Αυτά πουλιούντ αν πολύ ακριβά 7 γρόσια την οκά. Πιάναν κολιούς, σκουμπριά, παλαμίδες . Μας έρχονταν τότε το μεροδούλι πέντε γρόσια. Ποτέ δεν πηγαίναμε αλλού να δουλέψουμ ε απόξω έρχουνταν, εμείς δεν πηγαίναμε . Τελευταία από τα Μουδανιά πηγαίναμε στη Φανερωμέν η της Κυζίκου, εγώ δεν πρόκανα πέθανε η μάνα μου.

Τα χωράφια μας τα δουλεύαμε μονάχοι, στο θέρο και στο αλώνι, παίρναμε και εργάτες με μεροδούλι . Εμείς μοναχά μέσα στο χωριό δουλεύαμε, δεν πηγαίναμε όξω πουθενά.

Τα μπακάλικά μας ήταν τόνα εδώ τ’ άλλο είκοσι μέτρα πέρα, εκείνα που αγόραζαν αλεύρια και μετά πουλούσαν βρίσκοντα ν στην παραλία.
Μικρό ήταν το νησάκι μας, μα θαυματουρ γό. Έρχονταν μια φορά το χρόνο στο νησί μας γυρολόγοι Χριστιανο ί και μας πουλούσαν ρούχα, παπούτσια και τέτοια.

Συνοικέσι α γίνονταν μοναχά μέσα στο χωριό. Την αγάπησες, την πήρες. Αν είχε ο γονιός σούδινε, δεν είχε δεν σούδινε.

Τα πλεούμενά μας πήγαιναν ως τη Μαύρη θάλασσα. Έξη μήνες δούλευαν οι Καλολιμνι ώτες και τους άλλους έξη βάζαν κρασιά, πίναν και γλεντούσα ν. Μας κοίταζαν και λέγαν: «Δεν πήγαμε σε χωριό να κάθουνται, και να ζούνε με την πετονιά»/ Από τέσσερης μήνες μέχρι οχτώ ψάρεβαν ύστερα κάθουνται . Δεν είχαμε εργοστάσι α όπως εδώ, γύρω γύρω μας έβρεχε η θάλασσα.

Έρχονταν μια φορά το χρόνο γυρολόγοι Χριστιανο ί για να μας πουλήσουν ρούχα.

Στο χωριό μας έμενε ένας Ρώσσος, κι άλλος ένας μα δεν τον θυμούμαι. Αυτοί κάναν δουλειές για τα βαρέλια, κι έρχονταν καράβι τα φόρτωναν και φεύγαν. Αυτό γινόταν το 1903.

Ούτε γιατρό είχαμε, ούτε κανένα χρειαζούμ ασταν, ούτε πεθαίναμε . Στα πέντε χρόνια να πεθάνει ένας νέος από ελονοσία. Δεν μπορούσαμ ε να καταλάβου με από που έρχονταν αυτό το κακό, μπορεί από τα καΐκια που ταξίδευαν στον Πάμισο, να πίναν νερό και να πάθαιναν;

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Κεφάλαιο Α’ Η ζωή του ανθρώπου
Κεφάλαιο Β’ Θρησκευτι κή Ζωή και λαϊκή λατρεία
Κεφάλαιο Γ’ Σχολεία
Κεφάλαιο Δ’ Λαϊκή Επιστήμη
Κεφάλαιο Ε’ Λαϊκή Τέχνη
Κεφάλαιο ΣΤ’ Οικονομία
Κεφάλαιο Ζ’ Αυτοδιοίκ ηση
Κεφάλαιο Η’ Λαϊκό Δίκαιο
Κεφάλαιο Θ’ Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων
Κεφάλαιο Ι’ Φυλές


Κεφ. ΣΤ’ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (σ. 138)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Τα προϊόντα μας ήταν μετάξι, στάρι, σταφύλια. Καθένας είχε και τα δικά του ζώα, πρόβατα και ζευγάρια.

Τα κουκούλια πήγαιναν στα Μουδανιά και στην Προύσα, τα κρομμύδια πήγαιναν στην Πόλη. Σιτάρι έκαμε καθένας το δικό του. Τα σταφύλια πάλι πήγαιναν στην Πόλη. Πολύ ψάρι.

Οι χωριανοί μου ήταν γεωργοί, ψαράδες, καϊκτσήδε ς, μπακάληδε ς, καφετζήδε ς, ραφτάδες, παπουτσήδ ες. Ένας ήταν σιδεράς για τ’ αλέτρια.

Ότι δεν έβγαινε στο χωριό μας το φέρναμε από την Πόλη. Φέρναμε κι από τα Μουδανιά, αλλά πιο πολύ απ’ την Πόλη.

Στα Μουδανιά πηγαίναμε άμα είχαμε ανάγκη από γιατρό. Στο χωριό γιατρό δεν είχε. Όταν αρρώσταιν ε κανένας, που να τον πάμε; Τον πηγαίναμε στα Μουδανιά που ήταν κοντά.

Στα Μουδανιά πηγαίναμε προπάντων για ανταλλαγή των προϊόντων . Ήταν κι ένας μεγάλος έμπορας εκεί, ο Μποντίκας, που δάνειζε έφτά στους χωριανούς . Ήξερε αυτό, άμα θάρτη ο καιρός, το μαξούλι (το προïόν, τα γεννήματα) θα πήγαινε σ΄αυτόν.

Κεφ. Ζ’ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚ ΗΣΗ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ (σ. 140)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Είχαμε το Μουχτάρη, τον τσορμπατζ ή που λέγαμε κι αυτός είχε συμβούλου ς, μαζί αποτελούσ αν τη Δημογερον τία, κι άμα γινόταν κανένα ζήτημα κάθονταν στο καφενείο και συνεδρίαζ αν, συναπατοί του τα συμβιβάζα ν.

Αν ήταν μεγάλος καυγάς πήγαιναν οι αντίθετοι να δικαστούν στα Μουδανιά. Και πάλι μέχρι να πάνε, ο ένας στην πλώρη κι ο άλλος στη πρύμνη του καϊκιού, τα συμβιβάζα ν.

Υπήρχε και επιτροπή που επέβλεπε την εκκλησία μαζί και το σχολείο.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 10/3/66) (σ. 141)

Βγάζαμε Χριστιανό Πρόεδρο, άλλαζε όπως εδώ με εκλογές. Τρεις τέσσερις ήταν οι άρχοντες, οι άλλοι δεν ξέραν, με τη σειρά, κουμαντάρ ιζαν. Είχαμε Εκκλησιασ τική Επιτροπή η ίδια ήταν και Σχολική.

Από τους φόρους που πλήρωναν όσοι νοίκιαζαν τα μακούφια των μοναστηρι ών, της Μεταμόρφω σης, του Αγίου Παντελεήμ ονα, της Κοίμησης συντηρούσ αμε την εκκλησία, τα σχολεία, αγοράζαμε ξύλα, κάρβουνα, λάδια, κεριά, πληρώναμε τους παπάδες και τους δάσκαλους .

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
1.   Τοπική Ιστορία
2.   Απηχήσεις ιστορικών γεγονότων

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (σ. 142)
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 18/3/66)

1897
Έσωσα τον πόλεμο του 97 που πολεμούσα ν Έλληνες και Τούρκοι ως τη Θεσσαλία φτάξαν οι Τούρκοι
1908
Έσωσα το 1908 το Σύνταγμα
1821
Λέγαν οι παππούδες για την Επανάστασ η του 1821 το γράφαν και τα βιβλία. Γίνηκε ένας αιώνας.
1912
Το 1912 τα Βαλκάνια, το 1914 Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, η καταστροφ ή των Χριστιανώ ν μαζέψαν τη λίρα, 45 λίρες μπεντέλι. Άλλοι φεύγαν και πέθαιναν στο δρόμο. Αυτά τα κάναν ο Εμβέρ Πασάς και ο Ταλάτ.
Έξοδος
Στην Καταστροφ ή του 1922 προαισθάν θηκαν τα ζώα και μούγκριζα ν.

1915
(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/66) (σ. 144)

Το χωριό μας άδειασε το 1915 το πήγαν στην Προύσα. Μετά το 1917-18 που έγινε η Ειρήνη όποιος ζούσε πήγε πίσω.

Τα σπίτια ήταν χαλασμένα .βγαλμένα πόρτες παράθυρα.

Εμένα με είχαν πάρει στρατιώτη τρία ολόκληρα χρόνια, αρρώστησα από τύφο κι έχασα το μάτι μου.

Σιγά-σιγά το 1920, 21 καλλιεργή σαμε τα χωράφια μας και βγάλαμε στάρια και κρεμύδια. Το 1922 αφήσαμε στολισμέν ο τη νησί κρεμύδια, στάρι.

Πολλοί που δεν θέλαν να πάνε στον τούρκικο στρατό βγαίναν στα βουνά.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑ ΣΗ (σ. 146)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Θεολόγος Αντώνογλο υ Αντώνιος Θεοδώρου (Ν. Μουδανιά), 26/9/60)

Σήμερα στα Νέα Μουδανιά κατοικούν 50 οικογένει ες από την Καλόλιμνο, στην Ποτίδαια 10, στα Μπεσίκια (Μικρή Βόλβη) άλλες 50 και άλλοι έχουν σκορπίσει: στην Καβάλα, Πειραιά, Θεσσαλονί κη, Φλώρινα.

Στα Νέα Μουδανιά η μητέρα του Γιάννη Καπουτά ξέρει τραγούδια από την πατρίδα  της.

(Κυριτσοπο ύλου Ζ.-Αποστ. Τσαλάκογλ ου (Μεσσήνη), 12/3/66) (σ. 147)

Οι Καλολιμνι ώτες βρίσκοντα ι στη Χαλκιδική, στα Νέα Μουδανιά, και είναι ανακατεμέ νοι. Έχει και στον Πειραιά μα είναι νέοι. Εδώ στο συνοικισμ ό στη Μεσσήνη δεν είναι άλλος από μένα. Δεν ξέρω γιατί δεν άκουσα.


 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal