Τελευταία μηνύματα

Σελίδες: [1] 2 3 ... 10
1
Α.Ο.Τ Ραφήνας / Απ: ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΚΑ 1/8 ΜΕ ΜΑΧΗ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις Χθες στις 02:45:32 μμ »
ΑΝΑΒΛΗΘΗΚ Ε Ο ΦΙΛΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ της 1/8 με τη ΜΑΧΗ ΜΑΡΑΘΩΝΑ,
2
Προφορική Παράδοση από τα χωριά της Βιθυνίας / ΚΜΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΝΤΕΡΕΚΙΟΪ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 29 Ιούλιος 2021, 09:16:27 πμ »
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συνεχίζετ αι η παρουσίασ η της Προφορική ς Παράδοσης από το αρχείο του ΚΜΣ, με τον τουρκόφων ο οικισμό ΝΤΕΡΕΚΙΟΪ (σημερινή ονομασία Dere), που βρίσκεται νοτιοανατ ολικά και σχετικά σε κοντινή απόσταση από το Γιαλιτσιφ λίκ και το Βελετλέρ. Το υλικό συλλέχθηκ ε από ένα πληροφορη τή το 1961 και έχει ενδιαφέρο ν αφού γεννήθηκε το 1894 στο Ντερέκιοϊ και έζησε εκεί το μεγαλύτερ ο μέρος της περιόδου μέχρι το 1922, επιστρατε ύτηκε και τον έστειλαν στο Τσανάκαλε, αλλά το έσκασε και πήγε στην Ελλάδα, όπου υπηρέτησε ως στρατιώτη ς για 5 χρόνια και μετά επέστρεψε στο χωριό του μέχρι την οριστική Έξοδο το 1922. Και αυτό το χωριό ήταν τουρκόφων ο, όπως το γειτονικό του Βελετλέρ. Η άτυπη ομάδα Τριγλιανώ ν απογόνων-ερευνητών επισκέφθη κε το Ντερέκιοϊ τον Σεπτέμβρι ο 2019.

ΝΤΕΡΕΚΙΟΪ

Τμήμα του Χάρτη Ι. Κοκκινίδη σε μεγέθυνση

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ

Η συλλογή έγινε από το συνεργάτη του ΚΜΣ Μπάμπη Νικηφορίδ η σε αποστολή του στα Κιμμέρια Ξάνθης το Δεκέμβριο του 1961. Το υλικό προέρχετα ι από 1 πληροφορη τή.

Ο πληροφορη τής Γιάννης Μητούδης γεννήθηκε στο Ντερέ κιοϊ. Τώρα είναι 70 χρονώ, [δηλαδή γεννήθηκε στα 1902 (σ.σ. πρόκειται για πρόσθετο σχόλιο με άλλο γραφικό χαρακτήρα που μοιάζει με εκείνον της Μέλπως Μερλιέ, αλλά το 1902 αποδεικνύ εται λάθος αφού 1961-70= 1891. Το σχόλιο της Μέλπως, για την ηλικία του πληροφορη τή, συνεχίζετ αι και στην επόμενη παράγραφο]. Οι γονείς κι οι απόγονοί του, όσο θυμάται, ήταν όλοι από εκεί. Ο πατέρας του ήταν γεωργός.

Σχολείο πήγε 3-4 χρόνια. Κατόπι πήγε στρατιώτη ς.

Το 1914 [σ.σ. συνεχίζετ αι το σχόλιο με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, μάλλον, της Μέλπως Μερλιέ, (Αν πήγε σχολείο 6 ετών κι έμεινε 4 χρόνια, πήγε στα 1898 κι έφυγε στα 1902. Αν έφυγε από το σχολείο 10 χρόνων, στα 1902, στα 1914, όταν τον πήραν στρατιώτη ήταν 22 ετών, τόσκασε και ήρθε στην Ελλάδα. 5 χρόνια στρατιώτη ς και ένα χρόνο περίπου στη Σαλονίκη, ο Μητούδης είναι 28 ετών στα 1920. Γυρίζει στο χωριό του για 2 χρόνια και φεύγει οριστικά στα 1922 σε ηλικία 20 ετών. Βέβαια οι αριθμοί είναι «περίπου», αλλά πιο εξυπηρετι κοί, νομίζω, από την αοριστολο γία) τον στείλαν σα στρατιώτη στο Τσανάκκαλ έ και κατόπιν τόσκασε και ήρθε στην Ελλάδα. Υπηρέτησε εδώ 5 χρόνια στρατιώτη ς και κατόπιν ήρθε στη Θεσσαλονί κη. Στη Θεσσαλονί κη εργάστηκε περίπου 8 μήνες σε εστιατόρι α και κατόπι γύρισε πίσω, στο χωριό του, για να ξαναφύγει πια οριστικά το 1922 με την καταστροφ ή.

Παντρεύτη κε στην Ελλάδα. Συγχωριαν ή του είναι και η γυναίκα του. Έχει 2 κορίτσια. Είχε κι ένα αγόρι και τόχασε.

Ο Γιάννης Μητούδης είναι λαμπρός πληροφορη τής: θετικός, πρόθυμος, σοβαρός. Το χωριό του το παίζει στα δάχτυλά του και η μνήμη του είναι ακμαιότατ η. Μολονότι τουρκόφων ος, επειδή έκαμε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα και πριν από την καταστροφ ή, μιλάει αρκετά καλά τα ελληνικά.

Πήρε και τετράδιο για να γράψει χειρόγραφ α.

(σ.σ. νέο σχόλιο με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα: Ο πληροφορη τής αυτός θα έμεινε στο χωριό του ως 22 χρόνων αν έκαμε στο Ντερέκιοϊ τη θητεία του, αλλά καθώς έφυγε «κατόπι» αν υποθέσουμ ε γρήγορα, δεν μετρούμε τη θητεία. Στα 22 χρόνια προσθέτομ ε τα 2 χρόνια την έξοδο=24. 24 χρόνια, σε χρόνια ταραχώδη είναι φυσικό να παίζει το χωριό «στα δάχτυλά του»)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Σ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙ ΑΣ
ΚΕΦΆΛΑΙΟ Α’ 1. Όνομα
      2. Δελτίο της Χαρτογραφ ικής Υπηρ. του ΚΜΣ (Γεωγρ.Τοπ οθέτηση)
      3. Ένταξη του Οικισμού
      4. Τουρκική Διοίκηση
      5. Εκκλησιασ τική Εξάρτηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ    Β’ Κάτοικοι
      Γ’ Γλώσσα
      Δ’ Δελτία με ποικίλο περιεχόμε νο
      Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
      ΣΤ’ Λαξευτές Σπηλιές
      Ζ’ Τοπωνύμια
      Η’ Εσωτερική μορφή του χωριού
      Θ’ Κοντινοί και μακρινοί Οικισμοί
      Ι’ Σχέσεις και Συναλλαγέ ς του Οικισμού

Κεφαλ Α’ ΟΝΟΜΑ (σ.3)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

ΝτερέκιοΪ ήταν τ’ όνομα του χωριού. Έτσι το λέγαμε κι εμείς, έτσι το ξέραν και οι άλλοι και Έλληνες και Τούρκοι. Και στα εκκλησιασ τικά τα χαρτιά και στα κρατικά έτσι ήταν γραμμένο.

Επειδή ήταν κτισμένο μέσα στο ντερέ το είπαν Ντερέκιοϊ .

ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ (σ. 4)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Ο Οικισμός Ντερέκιοϊ εντάσσετα ι στις παρακάτω ενότητες: Μικρασιατ ική Επαρχία Βιθυνίας, Περιφέρει α Προύσας, Τμήμα Μουδανιών .

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ (σ. 7)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Μητρόπολή μας ήταν η Νικομήδει α, από κει ερχόταν ο Δεσπότης. Το χρόνο μια φορά ερχόταν στο χωριό. Δεν είχε ορισμένη εποχή., όπως τόφερνε η σειρά, χειμώνα ή καλοκαίρι ερχόταν.

Δεσπότ Βεκιλί ήταν στην Απολλωνιά δα, εκεί ήταν ο Αρχιμανδρ ίτης, άδειες γάμου από κει παίρναμε. Είχαμε όμως και Έξαρχο στο χωριό. Τέσσερις παπάδες είχαμε, όλοι εντόπιοι ήταν. Ο ένας από τους τέσσερις ήταν Έξαρχος κι αυτός έπαιρνε από την Απολλωνιά δα τις άδειες. Εμείς από το χωριό τις παίρναμε, δεν ήταν ανάγκη να πάμε στην Απολλωνιά δα.

Εκεί διαζύγια δεν είχαμε. Άμα παντρευόσ ουν μια φορά, μαζί θα πήγαινες με τη γυναίκα ως το τέλος και παντρεμέν ος πέθαινες.
Ούτε Νικομήδει α πηγαίναμε, στη Μητρόπολη, δεν υπήρχε λόγος.

Κεφαλ. Β’ ΚΑΤΟΙΚΟΙ (σ. 9)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

700-750 σπίτια είχε το χωριό μας, όλοι Έλληνες ήμασταν και ντόπιοι σχεδόν όλοι. Δεν ξέρουμε να ήρθαν απ’ αλλού κάτοικοι. Κι αν ήρθαν από τη Μακεδονία ή από άλλα μέρη τίποτε μαστόροι ή γαμπροί, θα ήταν κάτι λιγοστοί.

Όταν πρωτοχτίσ τηκε το χωριό, ακούαμε ότι ήταν 12 σπίτια κι ύστερα αυξήθηκαν .

Εκεί ήτα δάσος πρώτα, κι όταν έβαλαν κάποτε μαχαίρι οι Τούρκοι στους Ρωμιούς, έτρεξαν από διάφορα μέρη και κρύφτηκαν εκεί, στα παλιά χρόνια, ίσως και 500 χρόνια πριν.

Αλλά φοβόνταν εκεί ο ένας απ’ τον άλλο. Ύστερα δώσαν αμνηστία και είπαν να βγουν όσοι είναι κρυμμένοι, αλλά φοβόνταν να βγουν.
Στέλνουν έναν στα Μουδανιά κι έρχεται και τους λέει να βγουν όσοι κρύβονται .

Και κάναν σπίτια τότε, εκείνα τα πρώτα 12.

Κεφαλ. Γ’ ΓΛΩΣΣΑ (σ. 11)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Η γλώσσα μας ήταν  τουρκική. Πολύ λίγοι καταλάβαι ναν τα ελληνικά. Τα παιδιά τα μάθαιναν όλα ξένη γλώσσα, εξήγηση έκαναν από τα ελληνικά στα τουρκικά κι από τα τουρκικά στα ελληνικά. Και στο σχολείο μας επιτρέπαν να μιλούμε τουρκικά. Τα βιβλία μας ήταν ελληνικά, είχαμε όμως και τούρκικα, στο σχολείο.

Στην εκκλησία ελληνικά λέγονταν ‘όλα και το Ευαγγέλιο ελληνικά, στις μεγάλες όμως γιορτές τα εξηγούσε και τούρκικα ο παπάς.
Και τα τραγούδια μας ήταν τούρκικα.

Από παιδιά η γλώσσα μας ήταν τούρκικη, ελληνικά δε θυμόμαστε να μιλούσαν καμιά φορά εκεί. Ελληνικά ακούαμε εμείς μόνο όταν πηγαίναμε στα Μουδανιά.


Κεφαλ. Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
1.   Θέση του χωριού
2.   Δρόμοι εξωτερικο ί
3.   Γεφύρια
4.   Κλίμα

ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 13)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Το χωριό μας ήταν κτισμένο μέσα σε ντερέ και έβλεπε στην Ανατολή.

Ντερέ λέγοντας δεν ήταν ένας ντερές, ήταν δύο ντερέδες που ενώνονταν μέσα στο χωριό και ο ένας λεγόταν Αραμπατζί ντερεσί και ο άλλος Κιλλίκ ντερεσί. Στεγνοί ντερέδες ήταν, το χειμώνα είχαν μόνο νερό, το καλοκαίρι δεν είχαν.

Το μπαίρι πίσω μας λεγόταν Άϊ Γιώργη μπαϊρί, ελιές και μουριές είχε, και πάνω από τις ελιές είχε πεύκα. Μόλις δέκα λεπτά ήθελες να τ’ ανέβεις.
Βουνά δεν είχαμε εμείς στο μερά μας (περιοχή που ανήκει στο χωριό) (στους χάρτες διαγράφον ται βουνά σε απόσταση 1, 2 και 3 χλμ).

Από τα Μουδανιά απείχαμε 2,5 ώρες (10 χλμ) νοτιοδυτι κά

ΔΡΟΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Ι (σ. 15)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Δημόσιος δρόμος, σωσέ γιολού δεν περνούσε σ εμάς εκεί. Με τα χωριά μας ένωναν καρά γιολ (άστρωτοι δρόμοι), άλλοι ομαλοί κι άλλοι ορεινοί.

Αραμπάς πήγαινε μόνο στο Τσέρκιργι ε (Cekirge) και στο Μπαλαμπαν ιζίκ. Σ’ άλλα χωριά μόνο ζώα πήγαιναν.

ΓΕΦΥΡΙΑ (σ 16)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Γέφυρα είχαμε μια μπροστά στο σχολείο, στην πλατεία, ξύλινη αλλά μεγάλη. Και μια ήταν στο Ντεϊρμέν Ονέϊ, κι αυτή ξύλινη, και μια ακόμα για να περάσεις στον Καρσί γιακά κι αυτή ξύλινη, και μια στον Κούμρου μαχλεσί, το όλον τέσσερις. Αν λογαριάσε ις και μια μπροστά στον έξω μύλο, μας κάνουν πέντε.

ΚΛΙΜΑ (σ. 17)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Το κλίμα μας ήταν πολύ καλό. Λίγη ελονοσία είχαμε και προπαντός τα παιδιά μας πιάναν πυρετό από τα ξινά φρούτα. Έπινες ένα σουλφάτο και γινόσουν καλά.

Το καλοκαίρι είχαμε το βοριά μας για λίχνισμα, είχαμε όμως και τους νοτιάδες μας ταχτικά.

Το χειμώνα έπιανε χιόνι πολύ. Κάθε χρόνο χιόνιζε, αλλά όχι με φουρτούνα . Άμα χιόνιζε, και 10 και 15 μέρες βαστούσε, ερχόταν καιρός που και 1 μήνα βαστούσε, αλλά το κρύο ήταν γερό, δε σε περόνιαζε . Ήρθε εποχή που με μισό μέτρο χιόνι μαζέψαμε ελιές, δεν πάγωνες.

Το χιόνι έπεσε το μεγαλύτερ ο? στα Χριστούγε ννα, ο χειμώνας μας τότε ήταν ……. όμως που και νωρίτερα έπεσε.

Ο χ. Δουλειές δεν είχαμε.

Άμα πιάναμε την Πεντηκοστ ή, ο χειμώνας πάει πια. Τότε δουλειά: στις ελιές, στ’ αμπέλια.

Βροχή δεν είχαμε, πολλές εμείς. Δε βγαίναμε πάντως σε γιαγμούρ εντρασί (δέηση βροχής) δεν ανακατευό μασταν στις δουλειές του Θεού.

Το καλοκαίρι μέτρια ζέστη είχαμε. Τότε φυσικά και στο χωράφι θα μείνεις, θα κοιμηθείς στη δροσιά.

Τα παιδιά κάναν χαβούζα στον Κιλλίκ ντερέ και βουτούσαν .

Ο τρύγο του σταφυλιού ήταν το Σεπτέμβρι ο.

Και τότε δεν είχαμε πολλές βροχές. Μέτριες.

Τις ελιές αρχίζαμε να τις τρυγούμε από του Αϊ Δημητρίου κι ύστερα. Από τις 15 Αυγούστου όμως κι έπειτα μαζεύαμε πρώτα όσες πέφταν κάτω. Κανονικά τις σχάλες? τις στήναμε στις 8 Νοεμβρίου, των Ταξιαρχών .

Κεφαλ. Ζ’ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ (σ. 20)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

1.   ΚΟΡΟΥ ΜΠΑΓΛΑΡ, Μισή ώρα προς το τουρκοχώρ ι Μουζά μπασί. Αμπέλια, ελιές και μουριές είχαμε εκεί.
2.   ΚΟΓΑΝΛΙΚ, ¼ της ώρας από το χωριό, επίσης προς το Μουζά μπασί. Ελιές και αμπέλια είχαμε κι εκεί.
3.   ΤΑΧΤΑ ΜΠΕΝΤΙ, Εκεί ήταν μπεντ, όπου περνούσε το νερό για να γυρίζει το μύλο και μάλιστα ξύλινο, γι’ αυτό το είπαν έτσι (Ταχτά μπεντί= ξύλινο φράγμα). 10 λεπτά ήταν από το χωριό, προς την ίδια που ήταν και τα προηγούμε να.
4.   ΝΤΑΟΥΛΙΚ, Και αυτή η τοποθεσία ήταν προς τη μεριά του Μουζέμπασ ί, βόρεια, ½  ώρα περίπου από το χωριό. Ελιόδεντρ α είχαμε κι εκεί κι αμπέλια.
5.   ΤΑΪΡ ΝΤΕΡΕ.15-20 λεπτά, κι αυτό βόρεια του χωριού. Μια χαράδρα ήταν αλλά δεν είχε νερό. Ελιές όλο είχαμε σ’ αυτό το μέρος.
6.   ΜΠΕΝΤ ΜΠΑΣΙ, Πλάι στο χωριό ήταν αυτή η τοποθεσία, ούτε 5 λεπτά απόσταση. Μπαξέδες με μουριές κι ελιές ανάμεικτα ήταν εκεί.
7.   ΣΙ(Γ)ΙΓΙΟΛΟΥ, ½ ώρα βορειοανα τολικά. Από κει περνούσε ο δρόμος για τη Σιγή γι’ αυτό λεγόταν έτσι. Ελιές και μουριές ήταν κι εκεί.
8.   ΑΡΑΠ ΓΕΡΛΕΡΙ, ½ ώρα από το χωριό, πλάι στο Σί(γ)ιγιολου. Κι εκεί ανάμεικτα ήταν: ελιές, αμπέλια, μουριές.
9.   ΣΟΥΠΟΥΡΓΚ ΛΙΚ, ¼ της ώρας στην ίδια πλευρά που ήταν και το προηγούμε νο. Αμπέλια κι ελιές ανάμεικτα κι εκεί.
10.   ΤΟΥΡΚΟΥΤΖ ΕΪ ΜΠΟΥΝΑΡΙ, 10 λεπτά από το χωριό, ανατολικά . Είχε και πηγή εκεί. Εκτός από μουριές είχαμε κα καρυδιές και κερασιές σ’ αυτό το μέρος.
11.   ΝΑΛΜΠΑΝΤ ΤΣΙΝΑΡΙ, 5 λεπτά απόσταση, άκρη του χωριού πες, ανατολικά . Κι εδώ είχαμε κερασιές και καρυδιές μαζί με μουριές.
12.   ΚΟΤΖΑ ΟΡΜΑΝ ΚΕΝΑΡΙ, ¾ της ώρας από το χωριό, ανατολικά . Ελιές και αμπέλια ήταν εδώ.
13.   ΣΑΖΛΙΚ, 1.2 ώρα περίπου, ανατολικά κι αυτό. Λιοτόπια ήταν.
14.   ΚΙΛΛΙΚ ΝΤΕΡΕ, Εδώ ήταν η άκρη του χωριού. Κιλλίκ ντερέ ήταν ο ένας από τους δυο ντερέδες που σμίγαν στο χωριό μας. Μπαξέδες με μουριές κι ελιόδεντρ α είχαμε κι εκεί.
15.   ΜΑΡΑ ΜΠΟΓΑΖΙ, ½ ώρα από μας, ανατολικά, Ελιές είχαμε εκεί.
16.   ΣΑΡΙΑΝΤΟΝ ΟΥΝ ΥΤΣΑΜΛΙΚ, 20 λεπτά, ανατολικά κι αυτό. Όπως λέει και τ’ όνομά του εδώ ήταν πευκώνας (Τσαμλίκ= πευκώνας, Το Σαρίαντάν είναι ανδρικό όνομα = ξανθός Αντώνης)
17.   ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ ΝΤΙΖΙ, Πλάι στο χωριό ήταν αυτό το μέρος, 5 λεπτά, προς την ίδια κατεύθυνσ η με τα προηγούμε να. Το πόδι του Άϊ Γιώργη σημαίνει η ονομασία, γιατί παραπάνω, στο ύψωμα, ήταν το Αγίασμα του Άϊ Γιώργη, κι επειδή αυτό ήταν χαμηλά, κάτω από κει, το είπαν έτσι. Μαχαλάς του χωριού ήταν, τόσο κοντά.
18.   ΚΙΡΟΝΑ, ανατολικά πάλι τώρα μάλιστα είμαστε ακριβώς ανατολικά, ενώ προηγουμέ νως είμασταν και λίγο βορειοανα τολικά. ½ ώρα απείχε από το χωριό. Ελιές είχαμε κι εκεί.
19.   ΜΕΖΑΡΛΙΚ ΟΥΣΤΟΥ, Πλάι στο χωριό, στην ίδια κατεύθυνσ η με το προηγούμε νο. Ελιόδεντρ α ήταν κι εκεί.
20.   ΚΟΤΖΑ ΚΙΡΑΝ, ½ ώρα από το χωριό, ανατολικά . Όλο ελιές ήταν κι εδώ.
21.   ΚΑΒΑΚ ΝΤΕΡΕ, μια ρεματιά, 20 λεπτά ανατολικά . Μπαξέδες ήταν κι εδώ.
22.   ΝΑΛ ΝΤΟΚΕΝ, ¾ της ώρας από το χωριό ανατολικά . Εκεί ήταν χωράφια.
23.   ΤΣΑΚΑΛ ΝΤΕΡΕ, 1.2 ώρα ανατολικά . Αμπέλια είχε εδώ αλλά και πεύκα.
24.   ΑΣΚΑ ΧΑΡΜΑΝΛΑΡ, ¼ της ώρας ανατολικά . Είχαμε και κήπους με μουριές και αλώνια επίσης εκεί.
25.   ΟΥΤΣ ΜΠΟΥΝΑΡ (Τρεις πηγές) ή ΜΠΑΧΑΜΠΑΝ ΤΖΙΚ ΟΡΜΑΝΙ, 1 ώρα, νότια. Χωράφια ήταν σ’ εκείνο το μέρος. Είχε πράγματι και τρεις πηγές, μ’ ωραίο κρύο νερό, γι’ αυτό λεγόταν και Ουτς μπουνάρ.
26.   ΤΣΕΚΙΡΓΚΕ ΟΡΜΑΝΙ, 1 ώρα, νότια, Κι εδώ χωράφια είχαμε.
27.   ΚΑΡΑ ΤΟΠΡΑΚ, ¾ της ώρας, νότια. Κι εδώ συνέχεια χωράφια ήταν.
28.   ΚΟΥΡΟΥ ΝΤΕΡΕ, ¾ της ώρας από το χωριό, νότια. Χωράφια ή κήποι ήταν ανακατεμέ να εδώ.
29.   ΚΟΥΡΟΥ ΝΤΕΡΕ ΑΓΙΑΓΙ, Συνέχεια με το προηγούμε νο, λίγο πιο κοντά στο χωριό, ίσαμε ½ ώρα δρόμο, νότια κι αυτό. Κι εκεί χωράφια είχαμε.
30.   ΓΚΕΜΠΕΤΖΕ ΛΕΡ, 1 ώρα δυτικά, πίσω του πέφτει το ελληνικό χωριό Μιλετλέρ (Βελετλέρ). Χωράφια και κήπους είχαμε κι εδώ.
31.   ΓΙΑΓΚΖΙ ΜΠΟΥΝΑΡΛΑ Ρ, 1.2 ώρα από το χωριό, προς το Πελαδάρι. Χωραφότοπ ος. Είχε και πηγές εκεί. Στη δική μας περιοχή είχαμε 90 πηγές, ωραία νερά αναβρύζαν από τη γη.
32.   ΑΓΖΙ ΑΤΣΙΚ, ¾ της ώρας προς το Μιλετλέρ (Βελετλέρ). Αμπέλια κι ελιές και πεύκα ήταν εκεί.
33.   ΣΑΡΙΟΓΛΟΥ ΝΟΥΝ ΤΣΑΜΛΙΚ, κι αυτό στην ίδια κατεύθυνσ η με το προηγούμε νο ήταν, ¾ της ώρας από το χωριό. Πεύκα είχε κι εδώ κι αμπέλια κι ελιές.
34.   ΜΠΟΣΤΑΝΛΙ Κ ΝΤΕΡΕ, Ελιές κι αμπέλια και κήπους με μουριές είχαμε εδώ. ½ ώρα ήταν προς την πλευρά του Μιλετλέρ (Βελετλέρ) κι αυτό, δυτικά.
35.   ΤΣΙΦΛΙΚΛΕ Ρ, 1 ώρα και τέταρτο, προς το Μιλετλέρ (Βελετλέρ). Κήποι κι ελιόδεντρ α ήταν κι εκεί.
36.   ΤΣΙΡΤΣΙΡ ΤΣΚΕΜΕΣΙ, κι αυτή η τοποθεσία δυτικά μας έπεφτε, ½ ώρα από το χωριό. Είχε μια βρύση εκεί που έσταζε σιγά-σιγά, γι’ αυτό τη λέγαν έτσι.
37.   ΣΑΚΑΛΛΙ, ¼ της ώρας προς το Μιλετλέρ (Βελετλέρ). Εκεί τα παιδιά που δεν περπατούσ αν τα πήγαιναν και τα βοηθούσαν να περπατήσο υν κι ύστερα πατούσαν. Λέγαν ότι εκεί όποιος κόψει ένα δέντρο πιάνοντας το χέρι του και στραβώνει . Μόνο για την εκκλησία και το σχολειό κόβαν. Μακούρ γερι (κοινοτικό κτήμα) ήταν. Είχε και μια πέτρα εκεί με παλιά γράμματα, βυζαντινά . Ακούσαμε ότι εκεί ήταν κάποτε Προφήτ’ Ηλίας εκκλησία.
38.   ΤΣΑΜ ΝΤΕΡΕ, Περίπου 1 ώρα και τέταρτο ή και παραπάνω, βορειοανα τολικά. Χωράφια και κήπους είχαμε εκεί.
39.   ΓΙΑΝΙΚ ΜΠΑΣΙ, ½ ώρα από το χωριό, στην ίδια κατεύθυνσ η με το προηγούμε νο. Αμπέλια κι ελιές ήταν εκεί.
40.   ΧΑΡΜΑΝΛΑΡ ΜΠΑΣΙ, 5 λεπτά απόσταση, σχεδόν στην άκρη του χωριού. Εκεί ήταν ανάμεσα σε κήπους τ’ αλώνια.


Κεφ. Η’ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
1.   Το πράσινο του χωριού
2.   Μαχαλάδες, Δρόμοι, Πλατείες
3.   Νερά του χωριού
4.   Εκκλησίες, Μοναστήρι α, Παρεκκλήσ ια, Ξωκκλήσια, Αγιάσματα
5.   Σπίτια
6.   Νεκροταφε ία
7.   Σχολεία
8.   Μύλοι

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 28)

Τα σπίτια που ήταν στις άκριες του χωριού είχαν και κήπους με φρουτόδεν τρα. Φρουτόδεν τρα εύρισκες και μέσα στο χωριό αρκετά και π, από μακριά αν τόβλεπες το χωριό ήταν καταπράσι νο. Ιδίως πλάι στους ντερέδες είχε πολλά δέντρα και οπωροφόρα και λεύκες και ιτιές.

ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ (σ. 29)

Οι μαχαλάδες ήταν: 1) Μεζαρλίκ σιρτί, 2) Αράπ μαχλεσί, 3) Άϊ Μαρίνα μαχλεσί, 4) Άι Παρασκευή μαχλεσί, 5) Κϊντάν μαχλεσί, 6) Ντεϊρμέν ονού, 7) Κιλισέ μαχλεσί, 8) Ορτά μαχλέ, 9) Πλατεία ή Χαρμάν γερέ, 10) Παπαζίν αραλίκ, 11) Αραμπατζί σοκκαγί, 12) Άϊ Γιώργη ντεζί, 13) Φελλαχέν αραλίκ, 14) Κούμρου μαχλεσί, 15) Καρσί γιακά.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 31)

Οι δρόμοι μέσα στο χωριό μας ήταν καλντερίμ ι, από την πλατεία ή την εκκλησία ο ένας, κι ο άλλος από την πλατεία ως τον Κουμρού μαχλεσί. Οι άλλοι ήταν άστρωτοι χωματόδρο μοι. Όταν έβρεχε είχαμε σε μερικές μεριές και λάσπη.

Δεν είχαν όλοι το ίδιο φάρδος, σ’ άλλους περνούσαν και δυο αραμπάδες μαζί, σ’ άλλους μόνο ένας.

Τη νύχτα ήταν πολύ σκοτεινοί, Δεν υπήρχαν φανάρια.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ (σ. 32)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Πλατεία είχαμε μια, δεν ήταν πλακοστρω μένη, χώμα. Είχε καφενεία γύρω, τρεις πλατάνους και στη μέση των τριών πλατάνων βρύση ή μάλλον μια χαβούζα με σιντριβάν ι, από μέσα πηδούσε το νερό. Τ’ όνομά της ήταν Χαρμάν γερέ, έτσι τη λέγαμε.

Οι χοροί στους γάμους, στις γιορτές, το Πάσχα εκεί γίνονταν, στην πλατεία, αντίκρυ στης κοινότητα ς το καφενείο.

Τα Φώτα το Σταυρό τον ρίχναμε στη χαβούζα εκείνη με το σιντριβάν ι, μεγάλη χαβούζα ήταν.

Είχαμε και μιαν ακόμα, εκείνη λεγόταν Νέϊρμεν ονού. Πήγαιναν και παίζαν τα παιδιά.

ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 33)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Βρύσες είχαμε αρκετές, θα ήταν 8-10. Το νερό τους ερχόταν απ’ έξω, με κιούγκια, μόνο στον Κούμρου μαχλέ έβγαινε από τη γη πηγαίο νερό.
Πηγάδια δεν είχαμε.

ΣΠΙΤΙΑ (σ. 34)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Τα σπίτια στα μέρη του χωριού ήταν πυκνά. Στα γύρω είχαν περισσότε ρη ευρυχωρία, είχαν και κήπους.

Επειδή πιάναμε κουκούλια έπρεπε να είναι μεγάλα σπίτια. Δίπατα ήταν τα περισσότε ρα, χωρίς να λογαριάσο υμε το ισόγειο, που βάζαμε τα ζώα και ήταν σαν αποθήκη.

Τα θεμέλια και πάνω, κανένα0-δυο μέτρα, ήταν πέτρινα, κι από κει και πάνω τσατμάς. Όλα κεραμίδια είχαν στις στέγες. Στα μέρη που βγάζαν κουκούλια όλο τέτοιου είδους σπίτια θα βρίσκεις.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ (σ. 35)

Εκκλησία είχαμε μια, αλλά μεγάλη, έπαιρνε όλο το χωριό μέσα, και τα 750 σπίτια. 28 μέτρα ψηλή ήταν και πάνω από την εκκλησία ήταν το καμπαναρι ό.

Σε υψωματάκι ήταν κτισμένη και έτσι από κάτω ήταν κούφια, από τη μια μεριά της, τη νότια, περνούσε δρόμος, στον οποίο έβγαινες από μια καμάρα, κάτω δεξιά, πλάι στα σκαλιά που ήταν μπροστά στην είσοδο. Από την άλλη μεριά των σκαλοπατι ών ήταν άλλη πόρτα, εκεί ήταν αποθήκη της εκκλησίας .

Το καμπαναρι ό ήταν στον μπροστινό τοίχο επάνω, συνέχεια με τον τοίχο, η καμπάνα μας ακουγόταν σε 3 ώρες δρόμο, από τη Ρωσία την είχαν φέρει και κόστισε 120 λίρες.

Τα σκαλοπάτι α εμπρός ήταν ημικυκλικ ά-κάπου 13 ή 14. Μόλις έμπαινες από την κύρια είσοδο είχε νάρθηκα κι από πάνω τον γυναικείο με 3 πατώματα, από το γυναικείο έβγαινες στο καμπαναρι ό. Η σκεπή από πάνω ήταν μπετίκ ορτουσάι (δίρριχτη).

Αυτή την έκτισε ο Αβραάμ ουστά, όμοια υπήρχε μια στη Ρουμανία και μια θαρρώ στη Ρωσία. Θα κτίστηκε πριν από 15-160 χρόνια. Αγία Παρασκευή ήταν.

Μέσα είχε δυο σειρές από 6 στύλους, κτιστοί ήταν κι αυτοί με χάρτζι? και απ’ έξω ασβεστωμέ νοι. Επάνω στους στύλους ήταν οι 12 Απόστολοι και στην οροφή ο Παντοκράτ ορας.

Και οι πόρτες ήταν εικονογρα φημένες και πάνω από τις πόρτες είχε κάτι σκαλίσματ α. Και φορητές εικόνες είχε μέσα πολλές.

Περιμάντρ ωμα δεν είχε, ανοιχτή ήταν γύρω-γύρω. Η μια πλευρά της, έξω, ήταν νεκροταφε ίο, 15 περίπου μνήματα, για κείνους που περνούσε το χατήρι τους. Τους παπάδες τους έθαβαν κάτω από την εκκλησία, από κείνη την πλευρά που περνούσε ο δρόμος.

Παρεκκλήσ ια δεν είχαμε.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ Α
ΠΑΝΑΓΙΑ (σ. 38)

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Η Παναγία ήταν 10 ως 15 λεπτά από το χωριό, δυτικά, μεγάλο Μοναστήρι, με 12 δωμάτια.

Βρέθηκε εικόνα εκεί της Παναγίας, αυτή η υπόθεση 100-120 χρόνια πριν, αν λογαριάσε ις από τώρα (σ.σ. 1841-1861). Αλλά πολύ θαυματουρ γή ήταν.

Πρώτα ήταν ένα υπόστεγο μόνο, κι αυτό Τούρκος το είχε κάνει, ένας τυφλός. Ο Τούρκος είπε: «Αν ανοίξουν τα μάτια μου θα κάνω υπόστεγο». Και γίνηκε καλά.

Στην εποχή μου, όταν ήμουν νέος (γεννήθηκε το 1891), η επιτροπή έκτισε το μεγάλο Μοναστήρι .

Η εκκλησία ήταν πέτρινη και μέσα είχε Αγίασμα. Και ψάρια είχε μέσα το Αγίασμα. Μια φορά ένας έπιασε ένα ψάρι και πιάστηκαν το χέρι και το πόδι του.

Στις 15 Αυγούστου γινόταν το πανηγύρι κι απ’ όλα τα μέρη γύρω ερχόταν κόσμος κι από την Προύσα ακόμα έρχονταν.

Το 1912 ήρθε μια γυναίκα από τη Χηλή και πήρε την εικόνα στα χέρια της και τη χτύπησε η εικόνα.

Τα Φώτα, την παραμονή, άντρες και γυναίκες, όσοι θέλαν, πήγαιναν τη νύχτα και πλένονταν στο Αγίασμα.

ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ
ΑΪ ΓΙΩΡΓΗΣ (σ. 40)

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Ο Άϊ Γιώργης ήταν πίσω από το χωριό, πάνω στο μπαίρι (bayir=πλαγιά λόφου ή βουνού). Σε 19 λεπτά ανέβαινες .

Αγίασμα ήταν, είχε και μια κάμαρη, θέση δηλαδή για την εικόνα, κι από πάνω μεγάλα-μεγάλα πεύκα. Κάπου 15-20 δέντρα.

Το γιορτάζαμ ε στη μνήμη του, πήγαινε ο παπάς, πήγαινε κι ο κόσμος, κι όποιος περνούσε κι ήθελε άναβε το κερί του.

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (σ. 42)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

5 λεπτά από το χωριό προς την πλευρά του ελληνικού χωριού Μιλετλέρ (Βελετλέρ) ήταν η Αγία Παρασκευή ή ένα Αγίασμα. Από πάνω είχε κι ένα μικρό κεμέρ (καμάρα), κτιστό, με την εικόνα της.

Ανήμερα της γιορτής της γινόταν πανηγύρι εκεί.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕ ΙΟ (σ. 43)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Το νεκροταφε ίο ήταν πλάι στο χωριό, ανοιχτό μέρος, χωρίς περιμάντρ ωμα, και ζώα μπαίναν μέσα κι ότι θέλεις έμπαινε.

Δέντρα δεν είχε.

Μερικά μνήματα είχαν μια πέτρα μόνο στο κεφάλι, μερικά ένα ξύλινο σταυρό. Γράφαν και γράμματα πάνω στους σταυρούς όταν βάζαν.

ΣΧΟΛΕΙΟ (σ. 44)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Το σχολείο ήταν ένα, στην πλατεία του σιντριβαν ιού. Όπως και τα σπίτια ήταν κτισμένο.

Δύο πατώματα είχε μαζί με το ισόγειο, κάτω όπου πήγαιναν τα κορίτσια. Το κάτω ήταν ένα δωμάτιο, δεξιά, για τα κορίτσια και αριστερά ο τόπος για ν’ ανέβεις επάνω, δηλαδή οι σκάλες.

Το επάνω πάτωμα ήταν χωρισμένο σε δύο δωμάτια, αριστερά και μια σάλα δεξιά. Για τ’ αγόρι ήταν αυτό. Εξατάξιο σχολείο ήταν.

Δασκάλους είχαμε δύο και δύο δασκάλες. Ο ένας δάσκαλος ήταν ντόπιος και ένας ξένος. Οι δασκάλες έρχονταν από την Τρίγλια, η μια παντρεύτη κε στο χωριό κι έμεινε.

ΚΤΙΣΜΑΤΑ -ΜΥΛΟΙ (σ. 46)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Δυο μύλους είχαμε, ο ένας ήταν μέσα στο χωριό κι ο άλλος λίγο παρακάτω. Εκείνος που ήταν μέσα στο χωριό είχε μια πέτρα, ο άλλος δυό.

Μόνο το χειμώνα δούλευαν που είχαν νερό οι ντερέδες μας.

Είχαμε και 4 λαδόμυλου ς μέσα στο χωριό.

Χαμάμ δεν είχαμε.

Θ΄ ΚΟΝΤΙΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΩΡΙΑ
ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΧΩΡΙΑ (σ. 47)

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Γύρω μας είχαμε αρκετά τούρκικα χωριά, το πιο σωστό είναι να πούμε: Όλα τούρκικα ήταν εκτός από ένα, το Μελετλέρ (πρόκειται για το Βελετλέρ), που ήταν 1 ώρα (4,5 χλμ) περίπου, δυτικά μας, και είχε 150-200 σπίτια Όλο ελληνικό χωριό ήταν.

1.   Το Μουζά μπασί ήταν 1 ώρα βόρεια του χωριού μας. Θα είχε 100-120 σπίτια. Γεωργοί ήταν κι αυτοί, σαν εμάς, ελιές είχαν.
2.   Κιζίλ κιοϊ, μία ώρα (3 χλμ) κι αυτό βόρεια ή μάλλον βορειοδυτ ικά, 120-130 σπίτια είχε. Γεωργοί  ήταν.
3.   Μπαϊτάλα, μισή ώρα ως ¾ (3 χλμ ΝΔ) δυτικά. Μικρό χωριό ήταν με 85 περίπου σπίτια. Κι αυτοί γεωργοί.
4.   Μπαλαμπαν τζίκ, μία ώρα και τέταρτο ως 1,5 ώρα από μας, νοτιοδυτι κά. Αυτό είχε 120-130 σπίτια.
5.   Τσερκιγκέ (Cerkige) Αυτό έπεφτε νότια, 1,5 ώρα περίπου (5 χλμ). Γεωργικό χωριό ήταν. 80-90 σπίτια είχε.
6.   Σαρί καζέλ (Sari Gazal), ,5 ώρα, νότια κι αυτό. Είχε 35 σπίτια. Αυτοί ήταν πρόσφυγες από τη Ρωσία.

Απ’ αυτά χωριά ότι πολλοί ήταν ντονμέλη (αλλαξοπισ τημένοι) ακούσαμε, να κάνουν όμως σταυρό πάνω στο ζυμάρι δεν ξέρουμε. Ούτε κανένα άλλο σημάδι είχαν στο χωριό τους που να δείχνει ότι ήταν χριστιανι κά.

Ι’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕ Σ (σ. 49)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Γιάννης Μητούδης, 3/12/1960)

Η παραγωγή μας ήταν κουκούλια, σταφύλια κι ελιές. Βγάζαμε λάδια, κάναμε ούζα. Είχαμε 8-10 καζάνια για τα ούζα. Πουλούσαμ ε όμως και σταφύλια φρέσκα  εκεί ένα γύρω, κάναμε και τα κρασιά, τα ρετσέλια μας.

Λάδια πουλούσαμ ε και στην Προύσα κι αλλού. Τα κουκούλια στην Προύσα, εκεί ήταν η μεγάλη αγορά κουκουλιώ ν.

Στο χωριό είχαμε 5 μπακάλικα και 5-6 καφενεία. Οι μπακάληδε ς πουλούσαν και υφάσματα.

Κάθε Κυριακή γινόταν και παζάρι, έρχονταν από τα γύρω οι Τούρκοι, φέρναν κριθάρια, αλεύρια, ρεβύθια, ξύλα, γιαούρτια .

Εμείς για να αγοράσουμ ε πετρέλαιο, ρύζι, , σαπούνι πηγαίναμε στα Μουδανιά και παίρναμε, από μας απείχαν 2,5 ώρες. Τα μπακάλικά μας ήταν για μικροπράγ ματα, σε ώρα ανάγκης άμα χρειαζόσο υν τίποτα.

Είχαμε και κουντουρα τζή, αλλά ράφτη δεν είχαμε, κι άμα ήθελες πήγαινες στην Προύσα κι έραφτες, αλλά τα περισσότε ρα τα ράβαν οι γυναίκες.

Γιατρό δεν είχαμε, γέρναμε ή από τα Μουδανιά ή από τη Σιγή, αλλά πολύ σπάνια ερχόταν σ’ εμάς γιατρός.

Κτηνοτροφ ικά προϊόντα είχαμε τα δικά μας. Το χωριό είχε ένα τσομπάνο που έπαιρνε απ’ τον καθένα τις κατσίκες του, 5-6, όσες είχε, και τα πρόβατα ή τις αγελάδες και πήγαινε και τάβοσκε.

Σιτάρια λίγα είχαμε. Αγοράζαμε αλεύρια από τους Τούρκους που φέρναν.

3
Α.Ο.Τ Ραφήνας / ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΚΑ 1/8 ΜΕ ΜΑΧΗ ΜΑΡΑΘΩΝΑ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 22 Ιούλιος 2021, 01:35:48 μμ »



Την Κυριακή 1/8/2021 και ώρα 5.30 μ.μ. στο Δημοτικό Γήπεδο Ραφήνας η Τρίγλια Ραφήνας αντιμετωπ ίζει τη Μάχη Μαραθώνα, σε φιλικό αγώνα.
  Ο Α.Π.Ο-/Αθλητικός Ποδοσφαιρ ικός Όμιλος / - ‘’Μάχη Μαραθώνος’’ ιδρύθηκε το1947. Ο Σύλλογος του Μαραθώνα έχει  χρώματα κίτρινα-μαύρα και έμβλημα το κεφάλι του στρατηγού Μιλτιάδη.


Ο Μαραθώνας και περίφημη Μάχη 490πΧ: Ο Μαραθώνας είναι αρχαιότατ η και σύγχρονη πόλη στην Ανατολική Αττική. Η αρχαία πόλη και η γύρω πεδιάδα πήρε το όνομά της από τον τοπικό ήρωα Μάραθο ή Μαραθώνα, κατά την άλλη εκδοχή από τον Αρκάδα ήρωα, Μάραθο. Ο Μαραθώνας μαζί με τις γειτονικέ ς πόλεις Προβάλινθ ο, Οινόη και Τρικόρυνθ ο αποτελούσ αν την Ιωνική Τετράπολη . 
Ο Μαραθώνας μετά τη συνένωση υπήρξε ένας από τους πλούσιους και ισχυρούς δήμους της Αττικής. Κατά την μυθολογία, στην πεδιάδα του Μαραθώνα, ο Θησέας σκότωσε τον Μαραθώνιο Ταύρο. Οι Μαραθώνιο ι πρώτοι θεοποίησα ν τον Ηρακλή και τον λάτρευαν.
 Περίφημη είναι η μάχη του Μαραθώνα, που έγινε το 490 π.Χ στην πεδιάδα του Μαραθώνα μεταξύ των Αθηναίων, βοηθούμεν ων από λίγους Πλαταιείς συμμάχους με επικεφαλή ς τον Μιλτιάδη και των Περσών τον Αρταφέρνη, κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες. Δέκα χιλιάδες Αθηναίοι πολεμιστέ ς και χίλιοι Πλαταιείς παρατάχθη καν απέναντι σε πολλούς περισσότε ρους Πέρσες. Ο Μιλτιάδης δυνάμωσε τα άκρα της παράταξης και άφησε λιγότερου ς στο κέντρο. Οι Αθηναίοι έσπασαν τα  άκρα της παράταξης και κύκλωσαν τους Πέρσες. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκα ν (6.000) και άλλοι τράπηκαν σε φυγή προς τα πλοία  που ήταν στον όρμο του Μαραθώνα. Το μήνυμα της νίκης στην Αθήνα αναγγέλθη κε από δρομέα οπλίτη, ο οποίος έφθασε στην πόλη και βροντοφών αξε «νενικήκαμεν»και έπεσε νεκρός. Σε ανάμνηση του γεγονότος καθιερώθη κε κατά τους πρώτους Ολυμπιακο ύς αγώνες της Αθήνας (1896)το αγώνισμα του Μαραθώνιο υ δρόμου. Οι 192 Αθηναίοι που έπεσαν στη μάχη τάφηκαν σε τύμβο( Τύμβος του Μαραθώνα) και τοποθετήθ ηκε τρόπαιο με επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κειου ,από το νησί Κεα,τη Τζια: «Ελλήνων προμαχούν τες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρω ν Μήδων εστόρησαν δύναμιν». =Υπερ. των Ελλήνων, μαχόμενοι οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα συνέτριψα ν τη δύναμη των χρυσοφόρω ν  Μήδων. (πάμπλουτω ν Περσών ).
Οι Πλαταιείς που έπεσαν στη μάχη τάφηκαν λίγο πιο πέρα (Τάφος των Πλαταιών). Στην ευρύτερη περιοχή του Μαραθώνα, έχουν έρθει στο φως σημαντικά αρχαιολογ ικά ευρήματα. Ο Μαραθώνας είναι μια από πιο τις ιστορικές πόλεις της Ελλάδας και παγκοσμίω ς γνωστή.


Ο Μαραθώνιο ς  δρόμος
 Η θρυλική παράδοση σχετικά με τον Αθηναίο οπλίτη, που διάνυσε τρέχοντας την απόσταση από τον Μαραθώνα έως την Αγορά των Αθηνών για να αναγγείλε ι στους συμπατριώ τες του τη νίκη τους επί των Περσών και αφού είπε τις λέξεις
‘’Νενικήκαμεν’’, ’Χαρείτε, νενικήκαμ εν’’ κατέρρευσ ε και εξέπνευσε, φλόγισε την φαντασία του Γάλλου λόγιου και Φιλέλληνα MICHEL BREAL.
Πρότεινε την τέλεση του δρόμου αντοχής από τον Μαραθώνα στην Αθήνα, προσέφερε μάλιστα και το ειδικό για το αγώνισμα έπαθλο. Ο πρώτος αγώνας Μαραθώνιο υ δρόμου στην ιστορία του αθλητισμο ύ έγινε στους Ολυμπιακο ύς Αγώνες των Αθηνών το 1896.
Ο BREAL δεν γνώριζε την εξαιρετικ ά μεγάλη απόσταση που χώριζε τον Μαραθώνα από την Αθήνα. Μία απόσταση που σήμερα είναι γνωστή σ’ ολόκληρο τον κόσμο. (42.195 μέτρα).
Στην διαδρομή τους από τον Μαραθώνα στην Αθήνα οι αθλητές και οι αθλήτριες περνούν από τον Τύμβο, που είναι 4.200 μ. από την αφετηρία, για να αποδώσουν τιμή σε εκείνους που έπεσαν στη μάχη του Μαραθώνα τον 490π.Χ.
Οι Μαραθωνοδ ρόμοι κάνουν ένα ωραίο και συναρπαστ ικό, λόγω της ιστορίας του αγώνα. Η κλασσική διαδρομή θεωρείται σαν η πιο δύσκολη του κόσμου.
Ο τερματισμ ός του Μαραθωνίο υ γίνεται πάντοτε στο Παναθηναϊ κό Στάδιο. Το ίδιο καλλιμάρμ αρο στάδιο που το 1896 έγιναν οι Α’ σύγχρονοι Ολυμπιακο ί Αγώνες.
 
4
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΕΛΕΚΗΣ, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓ ΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙ ΚΗ

Ο Αναστάσιο ς Κελέκης ήταν πρώτος που άνοιξε το 1925 ακτινολογ ικό εργαστήρι ο στην Θεσσαλονί κη. Γεννήθηκε στην Τρίγλια της Βιθυνίας, επίνειου της Προύσας, το 1888.
Γονείς του Λεωνίδας και Χρυσή Κελέκη.
Αποφοίτησ ε από την Τουρκική Στρατιωτι κή Ιατρική Σχολή της Κωνσταντι νούπολης.

Το 1920 αυτομόλησ ε στον Ελληνικό στρατό και μετά από δύο χρόνια, το 1922, μετέβη στην Βιέννη, όπου θήτευσε επί διετία κοντά στον Δημήτριο Κηλαϊδίτη και ειδικεύτη κε τόσο στην Ακτινολογ ία, όσο και στην Ακτινοθερ απεία και Ραδιοθερα πεία.
Το 1925 επέστρεψε στην Ελλάδα, εγκαταστά θηκε στην Θεσσαλονί κη και παντρεύτη κε την Αναστασία το γένος Προύσαλη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μετέφερε το ιατρείο στην ιδιόκτητη κατοικία του, επί της οδού Τσιμισκή, στον αριθμό 59, ενώ ταυτόχρον α προχώρησε σε ανανέωση του τεχνολογι κού εξοπλισμο ύ, εγκαθιστώ ντας την πρώτη μονάδα ακτινοσκό πησης στην Βόρεια Ελλάδα, επίσης του οίκου Siemens, και σταματώντ ας οριστικά τη χρήση της ακτινοθερ απείας και του ραδιοβελο νισμού.
Το 1960 επέστρεψε μετά από σπουδές Ακτινολογ ίας στην Ζυρίχη και στην Φρανκφούρ τη, γιος του Λεωνίδας, οποίος το 1962 ανέλαβε το ακτινολογ ικό εργαστήρι ο.

Την ίδια χρονιά, το 1962, Αναστάσιο ς Κελέκης συνταξιοδ οτήθηκε και Θεόδωρος Προύσαλης απεχώρησε και άνοιξε δικό του ακτινολογ ικό εργαστήρι ο. Διετέλεσε επί σειρά ετών διευθυντή ς του Ακτινολογ ικού Τμήματος του Κεντρικού Προσφυγικ ού Νοσοκομεί ου, το οποίο στεγαζότα ν επί της οδού Αναπαύσεω ς. Ποτέ δεν προχώρησε στην διεκδίκησ η Πανεπιστη μιακής θέσης, θεωρώντας ότι αυτή θα έπρεπε να ανήκει σε όποιον είχε αποφοιτήσ ει από ανωτάτη Ελληνική Ιατρική Σχολή.
Ομιλούσε την Γερμανική, την Γαλλική, την Αγγλική και την Τουρκική γλώσσα.
Ενημερωνό ταν συνεχώς για τις εξελίξεις της ειδικότητ άς του κυρίως από Γερμανικά και Γαλλικά επιστημον ικά συγγράμμα τα και περιοδικά .
Από τον γάμο του απέκτησε τρία τέκνα, την Χρυσαλίδα, τον Λεωνίδα και τον Δημήτριο, σήμερα Τακτικό Καθηγητή Ακτινολογ ίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστρ ιακού Πανεπιστη μίου Αθηνών.
Με τον δάσκαλό του Δημήτριο Κηλαϊδίτη, τους συνέδεε μακρά και ειλικρινή ς φιλία. Επισφράγι σμά της βάπτιση από τον Δ. Κηλαϊδίτη του γιου του Δημητρίου, στον οποίο και εδόθη το όνομα του αναδόχου.
Απεβίωσε το 1975.

("Η ιστορία της ακτινολογ ίας στην Ελλάδα" υπό Μπαλτά).
5
Προφορική Παράδοση από τα χωριά της Βιθυνίας / ΚΜΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΒΕΛΕΤΛΕΡ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 21 Ιούλιος 2021, 06:54:49 πμ »
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συνεχίζετ αι η παρουσίασ η της Προφορική ς Παράδοσης από το αρχείο του ΚΜΣ, με τον τουρκόφων ο οικισμό ΒΕΛΕΤΛΕΡ (σημερινή ονομασία Cinarli), που βρίσκεται νοτιοδυτι κά και σχετικά σε κοντινή απόσταση από το Γιαλιτσιφ λί (5,5 χλμ περίπου). Το υλικό συλλέχθηκ ε από ένα πληροφορη τή το 1960 και έχει ενδιαφέρο ν αφού γεννήθηκε το 1894 στο Βελετλέρ και έζησε εκεί το μεγαλύτερ ο μέρος της περιόδου μέχρι το 1922, επιστρατε ύτηκε το 1915, γνώρισε και άλλα χωριά και πόλεις ως στρατιώτη ς, επέστρεψε το 1919 στο χωριό του και μετά την Έξοδο πήγε πρώτα στην Κομοτηνή και μετά εγκαταστά θηκε στη Νέα Τρίγλια. Ενδιαφέρο ν έχουν και οι πληροφορί ες του και, ειδικά, αυτές για τη μητρική γλώσσα των κατοίκων (τουρκική). Ο πληροορητ ής αναφέρει ότι η εκκλησιασ τική επιτροπή "έκοψε" και δικό τους νόμισμα, πεντάρες και δεκάρες, που περνούσαν στη εκκλησία και στο σχολείο. Η άτυπη ομάδα Τριγλιανώ ν απογόνων-ερευνητών επισκέφθη κε το Βελετλέρ τον Σεπτέμβρι ο 2019.

Τμήμα χάρτη Ι. Κοκκινίδη σε μεγέθυνση


ΒΕΛΕΤΛΕΡ

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ

Η συλλογή έγινε από το συνεργάτη του ΚΜΣ Μπάμπη Νικηφορίδ η σε αποστολή του στη Νέα Τρίγλια το Σεπτέμβρι ο του 1960.

Το υλικό προέρχετα ι από ένα πληροφορη τή, τον Αριστείδη Χατζηκυρι άκο, ο οποίος γεννήθηκε στο Βελετλέρ. Σήμερα (1960) είναι 66 χρονώ (σ.σ. δηλαδή γεννήθηκε το 1894). Οι γονείς του ήταν ντόπιοι. Ο πατέρας του παππού του (από τον πατέρα) ήταν από την Πρέβεζα. Σχολείο πήγε ένα δυο χρόνια μόνο και κατόπι ασχολήθηκ ε με τη γεωργία.

Το 1915 επιστρατε ύτηκε και ως στρατιώτη ς γνώρισε τα Μουδανιά, την Προύσα, το Μιχαλίτσι και άλλα πολλά μέρη-μέχρι το Κάιρο έφτασε, στην Αραβία πιάστηκε αιχμάλωτο ς και τον μετέφεραν οι Εγγλέζοι στο Κάϊρο.

Το 1919 που οι Έλληνες βγήκαν στη Σμύρνη επέστρεψε στο χωριό του, ήταν μια εποχή που είχαν φόβο από Τούρκους αντάρτες κι όλο τους περίμεναν .

Παντρεύτη κε εδώ. Η γυναίκα του είναι από το Ντάνσαρι . Έχει 4 παιδιά.

Με την καταστροφ ή ήρθε πρώτα στην Κομοτηνή, όπου έμεινε 1 χρόνο και κατόπι μετοίκησε στη Νέα Τρίγλια.

Σήμερα ασχολείτα ι με την κτηνοτροφ ία και τη γεωργία.

Ο Αριστείδη ς Χατζηκυρι άκος είναι θαυμάσιος άνθρωπος, πρόθυμος στη συνεργασί α, πρόσχαρος και καλός πληροφορη τής. Η μητρική του γλώσσα είναι η τουρκική αλλά έμαθε και αρκετά ελληνικά ώστε να μπορεί να συνεννοεί ται κανείς μαζί του. Πάντως όταν μιλάει την τουρκική ευχαριστι έται περισσότε ρο και αναπτύσσε ι με πιότερη ευχέρεια την αφήγησή του. Ξέρει πολύ καλά το χωριό του και οι πληροφορί ες του είναι θετικές.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ Σ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙ ΑΣ
ΚΕΦΆΛΑΙΟ Α’ 1. Όνομα
      2. Δελτίο της Χαρτογραφ ικής Υπηρ. του ΚΜΣ (Γεωγρ.Τοπ οθέτηση)
      3. Ένταξη του Οικισμού
      4. Τουρκική Διοίκηση
      5. Εκκλησιασ τική Εξάρτηση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ    Β’ Κάτοικοι
      Γ’ Γλώσσα
      Δ’ Δελτία με ποικίλο περιεχόμε νο
      Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
      ΣΤ’ Λαξευτές Σπηλιές
      Ζ’ Τοπωνύμια
      Η’ Εσωτερική μορφή του χωριού
      Θ’ Κοντινοί και μακρινοί Οικισμοί
      Ι’ Σχέσεις και Συναλλαγέ ς του Οικισμού


Κεφαλ. Α’ ΟΝΟΜΑ (σ. 3)

Το όνομα  του  χωριού μας  ήταν Βελετλερ, έτσι το λέγαμε και εμείς και  άλλοι Έλληνες και οι Τούρκοι . Έτσι ήταν γραμμένο και στα βιβλία τα Ελληνικά και τα τούρκικα.

Πριν έλεγαν ότι ήταν εκεί μεγάλο βιλαέτι και ότι από το βιλαέτι έμεινε το όνομα, αλλά δεν ξέρω θετικά να σου πω.

Κεφαλ. Α’ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ (σ. 4)

Ο οικισμός Βελετλέρ εντάσσετα ι στις παρακάτω ενότητες:
Μικρασιατ ική Επαρχία: Βιθυνίας
Περιφέρει α: Προύσας
Τμήμα: Τρίγλιας

Κεφαλ. Α’ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (σ. 6)

Εμείς είχαμε μουχτάρη στο χωριό, Μουδουρλί κι ήταν η Τρίγλια, Καϊμακμαλ ίκι τα Μουδανιά. Από κει κι έπειτα Μουτεσαρι φλίκι δεν είχαμε, κατ’  ευθείαν στο Βιλαέτι της Προύσας υπαγόμαστ αν.

Κεφαλ. Α’ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ (σ. 7)
Ο οικισμός Βελετλέρ υπαγόταν στη Μητρόπολη Νικομηδεί ας. Αντιπρόσω πος του Δεσπότη μέσα στον οικισμό ήταν ο Έξαρχος, κοσμικός όχι κληρικός.

Δεσπότης μας ήταν ο Νικομηδεί ας, το χρόνο μια φορά ερχόταν στο χωριό, ίσα-ίσα για να μαζέψει τον παρά του. Όταν ερχόταν έμενε στου Έξαρχου το σπίτι. Ο Έξαρχος έδινε άδειες γάμου, πολίτης ήταν, όχι κληρικός, δεν ανακατευό ταν στην εκκλησία. Έδινες ένα εικοσάρι και σου έδινε την άδεια γάμου, αν ήταν κανονικός γάμος, χωρίς εμπόδιο. Άμα έβγαινε τίποτα συγγένεια στους γάμους τότε πήγαιναν στην Απολλωνιά δα, όπου ήταν ο Δεσπότ Βεκιζέ ο Σέργιος, και ρωτούσαν αν χωράει το στέφανο.

Παπά είχαμε ένα, δεν ήταν πάντα παπάς, έρχονταν κι απ’ έξω.

Κεφαλ. Β’ ΚΑΤΟΙΚΟΙ (σ. 9)

Το χωριό μας είχε 150-160 σπίτια χριστιανι κά όλα. Τούρκους δεν είχαμε, ούτε Αρμεναίου ς.

Όλοι ντόπιοι ήμασταν, οι ξένοι ήταν κανα δυό μονάχα. Πάντως ήταν παλιό χωριό. Παλιότερα λέγαν ότι ήταν μικρότερο, καμιά τριανταρι ά σπίτια και μεγάλωσε.

Κεφαλ. Γ’ ΓΛΩΣΣΑ (σ. 10)

Η γλώσσα μας ήταν  Τουρκική. Όλοι οι ντόπιοι τουρκικά μιλούσαν, πάππου προς πάππου. Μόνο αν έρχονταν κανένας απέξω, όπως ο προπάππος μου που ήρθε από την Πρέβεζα, ήξερε ελληνικά. Κι όταν έβγαινε κανείς έξω μάθαινε πάλι ελληνικά, αλλά σπάνιοι ήταν αυτοί.

Στην εκκλησία ελληνικά ψάλλανε. Άλλος παπάς ήξερε τα ελληνικά, άλλος δεν ήξερε. Όσοι δεν ήξεραν διαβάζαν χωρίς πολύ-πολύ να καταλαβαί νουν τι λέγαν. Το Ευαγγέλιο καμιά φορά το εξηγούσε τουρκικά ο παπάς, αν ήξερε τουρκικά, και τότε καταλάβαι ναν όλοι.
Διαφορετι κά μερικοί μόνο καταλάβαι ναν κι οι άλλοι όχι.

Ο Ειρηναίος, ο Δεσπότης, και είπε του παπά να μην παντρεύει κορίτσια όταν φορούν κόκκινο τούλι, όπως στην πατρίδα μας. Του είπα: θα πιάσω τον παπά από τα γένια να τον βάλω κάτω, αν κάνει πως αρνείται να παντρέψει . Εκεί στη Μικρασία, γύριζες με τον τζανταρμά να πάρεις τα λεφτά σου απ’ τα χωριά, αλλά δεν εφρόντισε ς να στείλεις κανένα κορίτσι από την Τρίγλια, καμιά δασκάλα, να μας μάθει ελληνικά και τώρα μας κοροϊδεύο υν εδώ έτσι που τα μιλούμε.

Ε’ Γεωγραφικ ά Στοιχεία
1.   Θέση του χωριού
2.   Δρόμοι εξωτερικο ί
3.   Κλίμα

ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 13)

Το Βελετλέρ απείχε 1,5 ώρα από την Τρίγλια, όπως και από τη Σιγή. Από τα Μουδανιά ήμασταν 2 ώρες δρόμο, από την Προύσα 5 ώρες κι από το Μιχαλίτσι απείχαμε 8 ώρες.

Σύνορα είχαμε με τα Τουρκοχώρ ια Γιαμάν Κϊοϊ, Καϊμά μπασί, Χαντουρζί και Σαρί Καζέλ και με το ελληνικό Ντερέκιοϊ .

Το χωριό ερχόταν σε ύψωμα και κοίταζε ανατολικά, αψηλό χωριό ήταν, αλλά στα πόδια του είχε και κάμπο, μιαν έκταση ίσαμε κανένα τέταρτο, και ρέμα με πλατάνια, είχε και μπαίρια ένα γύρω.

Από το χωριό και πίσω βουνά δεν υπήρχαν, βουνό είχαμε αντίκρυ μας, απέναντι από το τουρκικό χωριό Καϊμά μπασί, το ίδιο όνομα με το χωριό είχε και το βουνό κι έπιανε σύνορο με την Τρίγλια.

Και το ρέμα μας κατέβαινε από το Καϊμά μπασί και πήγαινε και χυνόταν στο μεγάλο ρέμα της Προύσας. Το Νίλουφερ. περνούσε σε απόσταση 15 λεπτών από το Βελετλέρ και είχε πλατάνια γύρω, γι αυτό και το λέγαν Τσινάροϊ ντερεσί (Τσινάρ= πλάτανος στα τούρκικα). Χειμώνα καλοκαίρι είχε νερό, αλλά το καλοκαίρι λίγο, το χειμώνα δεν είχαμε ζημιές.

Δικός μας ήταν αυτός ο κάμπος που λέμε, στο ρέμα, και μέχρι το Νίλουφερ, αλλά κανα δυο κομμάτια κτήματα είχαν πάρει κι οι Τούρκοι με το ζόρι.

ΔΡΟΜΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Ι (σ. 15)

Δημόσιο δρόμο, στρωμένο, που να πηγαίνει κάρο, δεν είχαμε ούτε για την Τρίγλια, ούτε για τα Μουδανιά. Δημόσιος δρόμος υπήρχε για το Γιαλί Τσιφλίκι κι έπειτα για την Τρίγλια, Σιγή, Μουδανιά. Μέχρι το Γιαλί Τσιφλίκ ο δρόμος, από μας ήταν μόνο για ζώο.

ΚΛΙΜΑ (σ. 16)

Καλό ήταν το κλίμα μας, αρρώστιες δεν είχαμε, δεν ακούσαμε ν’ αρρωστήσε ι κανένας.

Το χειμώνα χιόνιζε πολύ και παλιότερα ακόμη πιο πολύ, 2 μέτρα χιόνι. Τόφερνε μπροστά στις πόρτες και τις έκλεινε. Αλλά από τα σεφαρμπερ τια κι έπειτα λες και φοβήθηκε ο Θεός και δεν χιόνιζε. Από το Νοέμβρη άρχιζαν τα κρύα τα δυνατά, πρώϊμος χειμώνας.

15 Μαρτίου ανοίγαμε τα μάτια, το Μάρτη άρχιζε η άνοιξη. Πάντα ήταν βροχερή η άνοιξη. Δεν είχαμε βέβαια συμβόλαιο με το Θεό, όποτε ήθελε έβρεχε, αλλά ήξερε κιόλας ο κόσμος, τάδε μέρα θα βρέξει κι έβρεχε. Έπεφτε και πολλή δροσιά τότε, άμα έβγαινες έξω το πρωί έως τη μέση βρεχόσουν μες τα χορτάρια και τα στάχυα. Το Μάιο μήνα που είχαμε τα κουκούλια, το πρωί δεν έκανε να κόψης φύλλα, έπρεπε να περιμένει ς ως τις 10 να στεγνώσου ν από τη δροσιά τα φύλλα.

Τότε, την άνοιξη, άλλος λιογάριζε, άλλος τσάπιζε, άλλος κλάδευε τα λιόδεντρα . Κατά το πλείστον Νοτιάς μας έπιανε, αλλά ο Νοτιάς ήταν τρελός σ’ εμάς. Είχαμε και Βοριά, αυτούς τους δυο ανέμους είχαμε.

Το καλοκαίρι έκανε πολλή ζέστη, πολλές φορές γυρίζαμε από το θέρος γιατί δεν αντέχαμε από τη ζέστη. Αλλά και βροχές είχαμε το καλοκαίρι, θυμάμαι στ’ αλώνια, που αλωνίζαμε, είχαμε και βροχές.

Το φθινόπωρο είχαμε πιο πολλές βροχές. Κείνη την εποχή όλο με τις γεωργικές δουλειές ήμασταν απασχολημ ένοι: οργώματα ήθελε να κάνουν, κοπριές να βάλουν, ξύλα να φέρουν. Οι γυναίκες ετοίμαζαν τα ρετσέλια, κοπανούσα ν τα λινάρια, και το χειμώνα ακόμα άκουγες να κοπανούν πατ-κιούτ.

Κεφαλ. Ζ’ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

ΑΪΝΤΙΝ ΜΠΕΪ (σ. 19)

Η τοποθεσία Αϊντίν Μπέϊ ήταν μισήν ώρα από το χωριό, Βόρεια. Σ’ αυτό το μέρος βρίσκαν και πολλά κεραμίδια και κιούπια, Σ’ ένα κιούπι βρήκαν αρχαίο που έβαζε μέσα 50 τενεκέδες σιτάρι.

ΚΟΡΟΥ (σ. 20)

Πάνω από το χωριό, προς τα Βόρεια, ήταν η τοποθεσία Κορού, ένα τέταρτο της ώρας απόσταση. Χωράφια ήταν εκεί και ορμάνι. Γι’ αυτό λεγόταν και Κορού αυτό το μέρος. Κορού θα πει δάσος.

ΚΟΥΡΤ ΝΤΑΓΙ (σ. 21)

Το Κουρτ Νταγί ήταν 1,5 ώρα από μας, Δυτικά, ένα ύψωμα. Παλιά ήταν ηφαίστειο αυτό, κι ύστερα το καλλιεργο ύσαμε, είχε χωράφια.

ΜΠΑΛΙΚΛΙ ΝΤΕΡΕΣΙ (σ. 22)

Μιαν ώρα δυτικά του χωριού ήταν ο Μπαλικλί ντερές. Ντερές ήταν αλλά νερό δεν είχε, μόνο η κοίτη του ήταν, ένας λάκκος μακρύς.

ΣΑΤΑΚΙΑ (σ. 23)

Αυτή η τοποθεσία ήταν μια ώρα δυτικά του χωριού. Χωράφια ήταν κι εκεί. Δεν ξέρω τι θα πει Σατάκια, έτσι το λέγαμε.

Κεφ. Η’ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΕΦΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
1.   Το πράσινο του χωριού
2.   Μαχαλάδες, Δρόμοι, Πλατείες
3.   Νερά
4.   Σπίτια
5.   Εκκλησίες, Παρεκκλήσ ια, Ξωκκλήσια, Αγιάσματα
6.   Νεκροταφε ία
7.   Σχολεία
8.   Μύλοι

ΠΡΑΣΙΝΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 24)

Τα σπίτια που δεν ήταν στο κέντρο του χωριού αλλά στις άκριες είχαν και μπαξέδες με φρουτόδεν δρα. Δέντρα γεμάτο σχεδόν ήταν το χωριό, ήταν μπόλικο το πράσινο. Και βυσσινιές είχαμε και σκαμαινα και μηλιές. Στην πλατεία είχαμε και πλατάνια, μπροστά στην εκκλησία.

ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ (σ. 25)

Τι μαχαλάδες να πεις! Μικρό χωριό ήταν το δικό μας. Είχαμε ένα Γιουμαρί Μπαρίς μαχλεσί κι ένα Ασαά μαχλέ. Αυτούς είχαμε κι ένα Χατζηκυρι άκο μαχλεσί, λίγο παρα έξω.

Στη μέση του χωριού ήταν η αγορά με την εκκλησία και το σχολείο.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 26)

Οι δρόμοι του χωριού ήταν όλο χώμα, στην άκρη μόνο είχαν καλντερίμ ι. Και η πλατεία της εκκλησίας ήταν καλντερίμ ι.

Το χειμώνα είχαμε λάσπες πολλές, όσες θέλεις λάσπες ήμασταν πλούσιοι από λάσπες. Γι’ αυτό ήταν και τα καλντερίμ ια στην άκρη του δρόμου για να μπορεί κανείς να βαδίζει.

Την νύχτα σκοτεινοί ήταν οι δρόμοι. Δεν είχαμε φανάρια.

ΠΛΑΤΕΙΕΣ (σ. 27)

Η κεντρική πλατεία μας ήταν μία, η πλατεία της εκκλησίας, εκεί ήταν και τα καφενεία και η αγορά. Αυτή ήταν στρωμένη με πέτρες, καλντερίμ ι.
Κι άλλη μια είχαμε, αλλά με χώμα, μπροστά στο καφενείο του Κεμανετζή, και μια τρίτη ήταν στου Μπαλάσοβο υ τα σπίτια κι αυτή με χώμα κάτω.

Σ’ όλες αυτές στήναμε χορούς. Χορούς να δεις εκεί. Αιτία ήθελαν να χορέψουν. Και χοροί γίνονταν και μαζώματα γίνονταν.

ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ (σ. 28)

Βρύσες είχαμε τρεις στο χωριό. Οι δυο παίρναν το νερό από πηγή που ήταν 20 μέτρα πιο πάνω. Της άλλης το νερό ερχόταν απ’ έξω με τα κιούγκια.

Κι έξω από το χωριό είχαμε πηγές πολλές, επιφανεια κά νερά.

ΣΠΙΤΙΑ (σ. 29)

Τα σπίτια του χωριού ήταν και πέτρινα αλλά τα περισσότε ρα ήταν ξύλινα, ντολμαζίκ ια (ξύλινοι τοίχοι παραγεμισ μένοι με τούβλα ή πλίθους).
Σχεδόν όλα ήταν δίπατα, μεγάλα, γιατί πιάναμε και κουκούλι.

Μέσα στην αγορά, στην πλατεία ήταν πυκνά, τα άλλα που ήταν παραέξω ήταν πολύ αραιά, είχαν και μπαξέδες.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ (σ. 30)

Εκκλησία είχαμε μια, της Αγίας Παρασκευή ς, θα χωρούσε και 500 άτομα, είχε και γυναικωνί τη.

Πέτρινη εκκλησία ήταν κι από πάνω η στέγη ήταν τσατί με κεραμίδια . Καμπαναρι ό είχε και καμπάνα, που την σπάσαν οι Τούρκοι το 1914.

Πότε τη φτιάξαν δε θυμόμαστε, ήταν παλιά εκκλησία. Κι εμείς και οι πατεράδες μας εκεί τη βρήκαν,

Μέσα στην εκκλησία είχαμε και ένα Αγίασμα Αγίας Παρασκευή ς, σαν πηγάδι ήταν. Γιατρό αυτό είχαμε: «Αγία Παρασκευή να με κάνεις καλά», δέναμε κι ένα πατσαβούρ ι γινόμαστα ν καλά.

Παρεκκλήσ ια δεν είχαμε.

ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ
ΑΓΙΑ ΓΑΛΑΤΗΝΗ (σ. 31)

Ένα τέταρτο από το χωριό, κατά το Γιαμάν Κιοϊ ήταν το Αγίασμα της Αγίας Γαλατηνής . Είχε μια γούρνα κι από πάνω σαν κεμέρι.

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ (σ. 32)

Η Αγία Μαρίνα ήταν ένα Αγίασμα 5-10 λεπτά έξω από το χωριό, ένα βρυσάκι μόνο. Μας έπαιρνε ο δάσκαλος την άνοιξη και μας πήγαινε εκεί πέρα εκδρομή.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕ ΙΟ (σ. 33)

Το νεκροταφε ίο του χωριού ήταν παρα έξω σ’ ένα τόπο που λεγόταν Σιρτ Μπαϊρ. Δεν ήταν τοιχογυρι σμένο, μόλις έβαλαν σκοπό να το φράξουν έγινε η αναμπουμπ ούλα με τα σεφαρμπαρ λίκια και τους πολέμους κι έμεινε.

Είχε δένδρα μέσα αντεζά??, μεσέδες (δρύες). Οι σταυροί ήταν ξύλινοι, ποιος ήξερε εκεί μάρμαρο και πέτρα. Και οι τάφοι χώμα, κάτω.

ΣΧΟΛΕΙΟ (σ. 34)

Σχολείο είχαμε ένα με δυο κάμαρες, μια για τα κορίτσια και μια για τ’ αγόρια, από κάτω ήταν καφενείο και πάνω το σχολείο.

Ένα δάσκαλο είχαμε, είτε δικός μας ήταν είτε ξένος σε σπίτια του χωριού έμενε, γιατί δεν είχε δωμάτιο ειδικό το σχολείο. Η εκκλησιασ τική επιτροπή πλήρωνε το δάσκαλο, θυμάμαι που οι εντόπιοι 22 λίρες το χρόνο παίρναν, κάναν και τον ψάλτη.

ΜΥΛΟΙ (σ. 35)

Μύλους δεν είχαμε μέσα στο χωριό. Κάπου 1,5 ώρα από μας ήταν ένας, που γύριζε με το νερό, του Νίλουφερ , αυτός ήταν ξένος. Αναχώρ ντεϊρμενι (ντεϊρμεν= μύλος) τον λέγαν.

Έναν άλλον μικρό είχαμε εμείς που τον είχαν αγοράσει δικοί μας από Τούρκο. Αυτός ήταν μισήν ώρα από το χωριό κοντά στ’ αμπέλια μας, αλλά το καλοκαίρι δε γύριζε. Δούλευε με ο νερό της ρεματιάς μας.

Θ΄ ΚΟΝΤΙΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΩΡΙΑ
ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΧΩΡΙΑ (σ. 36)

Τουρκικά χωριά γύρω μας που συνορεύαμ ε ήταν το Γιαμάν Κιοϊ, το Καϊμά μπασι, το Χαντσερλί και το Σαρί Καζέλ.

Το Καϊμά μπασι ήταν 100 σπίτια περίπου και το Χαντσερλί το ίδιο. Το Γιαμάν Κιοϊ ήταν κάπου 50 σπίτια και το Σαρί Καζέλ καμιά εικοσαριά . Το Σαρί Καζέλ ήταν προσφυγικ ό χωριό, είχαν έρθει ναυτοί πρόσφυγες από τη Βουλγαρία .

Εμείς χωράφια παίρναμε απ’ αυτούς ή τ’ αγοράζαμε και μερικοί δούλευαν κιόλας στα κτήματά τους. Επί Χαμίτ καλά περνούσαμ ε, γιατί μας φοβόνταν. Ύστερα τα χαλάσαμε.

Ι’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕ Σ (σ. 37)

Εμάς η παραγωγή μας ήταν κουκούλι, καλαμπόκι, σιτάρι, λινάρι, σταφύλια, ελιές, φρούτα. Τα κουκούλια τα πηγαίναμε στην Προύσα και σιτάρι μερικοί που είχαν πολύ το πουλούσαν έξω. Τα φρούτα κι εκατομμύρ ια οκάδες νάχει δεν πουλιόντα ν. Το λινάρι έρχονταν έμποροι και το παίρναν. Εμείς όσα τρώγαμε βερεσέ από τον μπακάλη όλο το χρόνο, με το λινάρι τα ξεχρεώναμ ε. Σκοινιά κάναμε, τουρβάδες, μιντέρια και η ρίζα του ακόμα χρησίμευε για το σουβά. Το σπόρο τον παρακαλού σαν οι έμποροι να τον πάρουν για τα φαρμακεία . Αυτό ήταν καλό μαξούλι.

Στο χωριό είχαμε κανα-δυο μπακάλικα . Όποιος ήθελε λίγη ποσότητα έπαιρνε από το χωριό. Όσοι παίρναν μεγάλες ποσότητες πήγαιναν και ψώνιζαν από την Τρίγλια ή τα Μουδανιά, όπου ήταν το μονοπώλιο για το πετρέλαιο και τον καπνό.

Τεχνίτες δεν είχαμε. Οι γυναίκες ράβαν εκεί πέρα, ράφτες δεν μας χρειάζοντ αν. Άμα ήθελες κανένα κοστούμι καλό ή παπούτσι, πήγαινες και τα παιρνες από την Τρίγλια ή τα Μουδανιά ή την Προύσα.

Πάντως για είδη πρώτης ανάγκης που δεν βρίσκαμε στο χωριό πηγαίναμε στην Τρίγλια, η πιο κοντινή αγορά εκεί ήταν. Γινόταν και παζάρι κιόλας εκεί κάθε Κυριακή και φέρναν ζώα, αυγά, κότες, άχυρα κι ότι άλλο θέλεις.

Μόνο αν ήθελε κανείς να πάρει είδη προίκας, όπως τεντζερέδ ες, μεταξωτά, θα πήγαινε στην Προύσα για ακριβά πράγματα.

Άμα χρειαζόμα σταν γιατρό πηγαίναμε στην Τρίγλια ή τον φέρναμε από κει με ζώο στο χωριό. Και το ταχυδρομε ίο μας στην Τρίγλια έβγαινε κι από κεί με μιαν ευκαιρία ερχόταν στο χωριό, είτε γράμμα ήταν είτε εφημερίδα . Ο παπα Γιώργης χωρίς εφημερίδα δεν έμενε.

Ξύλα και κάρβουνα μόνοι μας κάναμε, αλλά ξυλεία καλή για τα σπίτια από τον Όλυμπο φέρναμε, είχε εκεί κορδέλες. Οι χτίστες ήταν κι από το χωριό μέσα, φέρναν κι απ’ όξω.

Συμπεθερι ά είχαμε με το Ντερέκιοϊ, το Ντάνσαρι, τα Κουβούκλι α, το Αναχώρι, το Μπας κιοϊ. Και στα πανηγύρια πηγαίναμε και στο δικό μας πανηγύρι έρχονταν, κι όχι μια μέρα, τρεις μέρες γινόταν πανηγύρι. Κι όταν ήταν να φύγουν το «ώρα καλή’ ήταν με τα όργανα και τα τραγούδια .

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Κεφάλαιο Α’ Η ζωή του ανθρώπου
Κεφάλαιο Β’ Θρησκευτι κή Ζωή και λαϊκή λατρεία
Κεφάλαιο Γ’ Σχολεία
Κεφάλαιο Δ’ Λαϊκή Επιστήμη
Κεφάλαιο Ε’ Λαϊκή Τέχνη
Κεφάλαιο ΣΤ’ Οικονομία
Κεφάλαιο Ζ’ Αυτοδιοίκ ηση
Κεφάλαιο Η’ Λαϊκό Δίκαιο
Κεφάλαιο Θ’ Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων
Κεφάλαιο Ι’ Φυλές

Κεφαλ Ζ’ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚ ΗΣΗ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ (σ. 41)

Οι κοινοτικέ ς αρχές μας ήταν ο μουχτάρης και 5-6 αζάδες που είχε. Εκλογές δεν γίνονταν για το μουχτάρη. Μαζευόντο υσαν εκεί καμπόσοι, φώναζαν «Αυτόν θέλουμε», έμπαινε «Άντε δώσε τη σφραγίδα» λέγαν στον άλλο. Τα παιδιά του φωνάζανε: «Μη γίνεσαι μπαμπά μουχτάρης» γιατί μόνο μπελάδες είχε, δεν είχε μέλι να γλύψει τα δάχτυλά του.

Αυτοί φρόντιζαν να φτιάξουν κανένα νερό, κανένα δρόμο. Τους φόρους ερχόταν ταχοιλντά ρης και τους μάζευε.

Ο μουχτάρης μάζευε μόνο από τους κατοίκους μασράφ παρασί (χρήματα για έξοδα), κι ύστερα έβγαζε σε μειοδοτικ ό διαγωνισμ ό τη φιλοξενία των ξένων, που θάρχονταν στο χωριό  όλο το χρόνο, δηλαδή το φαί τους, κυρίως, γιατί υπήρχε μουσαφίρ οντασί στο σχολείο. Όποιος δέχονταν με τα λιγότερα, κατακυρων όταν σ’ αυτόν η φιλοξενία, και είτε 5 έρχονταν όλο το χρόνο είτε 10 αυτός θα τους τάϊζε. Συνήθως έρχονταν είτε χωροφυλάκ οι, είτε ο ταχοιλντά ρης, αλλά και κανένας ξένος από μακρυά μπορούσε να πέσει.

Χώρια ήταν η εκκλησιασ τική επιτροπή που φρόντιζε για την εκκλησία και να πληρώνει το δάσκαλο. Οι επίτροποι κόβαν και δικό τους νόμισμα, πεντάρες και δεκάρες, που περνούσαν μέσα στην εκκλησία και το σχολείο.

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (σ. 43)

Το 1914 μας κυνηγήσαν και μας κάναν γιάγμα (τους λεηλατήσα ν) οι Τούρκοι από τα γειτονικά χωριά κι απ’ άλλα πιο μακρινά.

Ήταν 5? χωροφύλακ ες στο χωρίο μας. Έλεγαν στον αγροφύλακ α-αυτό ήταν ειδοποιητ ήριο-να πέι να ζητήσει από το Χαντουρλί ένα λουρί για το άλογο του Τσαούση. Ήταν συνεννοημ ένοι κι αυτοί να κλείσουν τα μάτια για να μας γυμνώσουν καλά.

Αυτός ο αγροφύλακ ας έπιασε κι έστειλε ένα τσομπάνο. Ο τσομπάνο πήγε στον πρόεδρο του Χαντσερλέ και του είπε για το λουρί. Εκείνος ξηρούρηζε? εκείνη την ώρα, ήταν καλός άνθρωπος, λέει: Αυτό είναι ειδοποιητ ήριο. Άντε, πήγαινε απ’ άλλο δρόμο γιατί θα σε σκοτώσουν στο δρόμο. Είχαν κιόλας ξεσηκωθεί κι έρχονταν. Πράγματι, όταν πήγαινε ο τσομπάνος είχε δει να έρχονται οι Τούρκοι αλλά δεν υποψιάστη κε.
Όταν ακούστηκε στο χωριό ότι οι Χαντσερζή δες έρχονται, οι τζανταρμά δες έκαναν τάχα πως θα μας προστατέψ ουν: «Βρε, να μας δείξετε το δρόμο να τους σταματήσο υμε». Αυτοί θέλαν να κερδίσουν καιρό για να μας μπλοκάρου ν και να μας περάσουν από την πόρτα, να μας γδύσουν, αν είχαμε και κανένα παρά. Αλλά δεν μας πρόφταξαν .

Εμείς όταν είδαμε τους Τούρκους να έρχονται πήραμε δρόμο και φύγαμε για την Τρίγλια. Την ίδια τύχη με μας είχαν και το Ντερέκιοϊ, το Ντανσάρι, η Τσάμλιτζα, το Τσεσνεϊρι, το Αναχώρι, το όλο κάπου 10-12 χωριά. Μόνο τα Κουβούκλι α ους βάστηξαν και μείναν στον τόπο τους, παληκάρια ήταν αυτοί.

Ύστερα από 15 μέρες ο Βαλής έφερε τζανταρμά δες και μας είπε να πάμε στα χωριά μας.

Όταν γυρίσαμε δεν βρήκαμε τίποτε, ακόμα και τα πατώματα τα είχαν πάρει. Αρχίσαμε από ξαναρχής, με το Α και το Β. Είχαμε και το φόβο πάλι.

Δεν μπορούσαμ ε στην αρχή να βγούμε παρα έξω.

Ύστερα, μια μέρα που πήγαινα στα Κουβούκλι α, είδα στο δρόμο κάτι Τούρκους με τα κάρα. Με φωνάζουν και μου λένε: «Έλα βρε παιδί μου, να σου δώσουμε τεντζερέδ ια μεντζερέδ ια απ’ τα δικά σας».

Τους λέω: «Τι να μου δώσετε τώρα! Έπρεπε να μην τα πάρετε. Μπορεί να μου δώσετε άλλου χωριανού και να πιαστούμε».

Είχε και καλούς απ’ αυτούς, αλλά η έχθρα πιάστηκε μια φορά.

Ύστερα παίρναν τον κόσμο στρατιώτε ς και τελευταία το ’22 με την οπισθοχώρ ηση φύγαμε πια οριστικά.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑ ΣΗ (σ. 48)

Οι περισσότε ροι πρόσφυγες από το χωριό μας είναι εγκατεστη μένοι στο χωριό Πολύκαρπο της Καρατζόβα ς (σ.σ. επαρχία Αλμωπίας) κι άλλοι στο συνοικισμ ό Χρυσή, πάλι της Καρατζόβα ς.

Και στη Δωροθέα Αρδαίας υπάρχουν 2 οικογένει ες και στις Σέρρες καμιά δεκαριά.

Οι υπόλοιποι, κάπου 60 οικογένει ες, είμαστε εδώ, στη Νέα Τρίγλια.
6
Α.Ο.Τ Ραφήνας / ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΟΣ Α' ΕΠΣΑΝΑ 18-19/9/2021
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 20 Ιούλιος 2021, 05:06:52 μμ »

Η κλήρωση των πρωταθλημ άτων Α΄, Β΄ , Γ΄ Κατηγορία ς καθώς και του Κυπέλλου θα διεξαχθεί την Δευτέρα 6/9/2021.
Η έναρξη του πρωταθλήμ ατος  Α΄ κατηγορία ς ορίζεται το Σαββατοκύ ριακο 18-19/9/2021.
 Το πρωτάθλημ α της Α΄ Κατηγορία ς θα διεξαχθεί σε δύο ομίλους
 Μετά την λήξη του πρωταθλήμ ατος θα ακολουθήσ ουν play off και play out.
Τα σωματεία Α και Β Κατηγορία ς υποχρεούν ται να δηλώσουν συμμετοχή σε δύο τουλάχιστ ον πρωταθλήμ ατα Υποδομών που διοργανών ει η Ένωση .
Δίνεται η δυνατότητ α  για συμμετοχή δεύτερων ομάδων με την προϋπόθεσ η συμμετοχή ς στην Γ΄ Κατηγορία χωρίς δικαίωμα ανόδου.
Οι ηλικίες Υποδομών που θα ισχύσουν στην Ένωση μας για την περίοδο 2021-2022 είναι οι κάτωθι :
Κ18        2003 (έως 4 ποδοσφαιρ ιστές στην ενδεκάδα)-2004 -2005 και μεταγενέσ τερα
Κ16        2006-2007 και μεταγενέσ τερα
Κ14         2008-2009 και μεταγενέσ τερα
Κ12         2010-2011 και μεταγενέσ τερα
Κ10         2012-2013 και μεταγενέσ τερα

7
Α.Ο.Τ Ραφήνας / Ο ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΙΓΛΙΑΣ ΡΑΦΗΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΕΚ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 20 Ιούλιος 2021, 05:00:42 μμ »

Στην ΑΕΚ θα συνεχίσει την καριέρα του ο μέχρι σήμερα Γυμναστής της Τρίγλιας Ραφήνας Άγγελος Κονταρίνη ς. Θα αναλάβει γυμναστής της Κ17 όπως και υπεύθυνος γυμναστηρίου.

Ο Άγγελος Κονταρίνη
ς είναι γέννημα θρέμμα Ραφηνιώτη ς, έχει αποφοιτήσ ει  από το Εθνικό Καποδιστρ ιακό Πανεπιστή μιο, Τμήμα Φυσικής Αγωγής, με ειδικότητ α στο ποδόσφαιρ ο και έχει  δίπλωμα UEFA Β Επίσης έχει αγωνιστεί ως ποδοσφαιρ ιστής στην Τριγλια Ραφήνας και στον Αετό Πικερμίου, ενώ έχει  διατελέσε ι γυμναστής και στις ακαδημίες της Τρίγλιας Ραφήνας.
8
Προσκύνημα στη Τριγλιανή Παναγία από την οικογένει α του μακαριστο ύ ιερέα Δημητρίου Κατερλή!

Μέσα σε κλίμα ιδιαίτερη ς συγκινησι ακής φόρτισης , μέλη της οικογένει ας, του μακαριστο ύ και τριγλιανή ς καταγωγής ιερέας της Εκκλησίας της Αμερικής π. Δημητρίου Κατερλή , προσήλθαν ταπεινοί προσκυνητ ές στον ιερό ναό της Παναγίας Παντοβασί λισσας στη Ραφήνα τιμώντας παράλληλα και την μνήμη τους πατρός τους.
Η πρεσβυτέρ α Αντωνία , τα παιδιά του Φλώρα και Γεράσιμος Κουμάτος , και συγγενείς του μακαριστο ύ πατρός ήταν ιδιαίτερα συγκινημέ νοι που αξιώθηκαν να προσκυνήσ ουν την εικόνα της τριγλιανή ς  Παναγίας , για την "ιστορία" της οποίας είχαν ακούσει τόσα πολλά απο τον ιερέα πατέρα τους, ο οποίος ήταν ένας ιερέας - κόσμημα για την ομογένεια και πατέρας για όλους τους ομογενείς .
Ο π. Δημήτριος Κατερλής πρωτοπρεσ βύτερος του Οικουμενι κού Πατριαρχε ίου στην Κωνσταντι νούπολη, υπηρέτησε με μοναδικό πάθος, πίστη και αφοσίωση για πάνω από 60 χρόνια τον Θεό και τους συνανθρώπ ους του στην εκκλησία της Αμερικής και άφησε πίσω του πολύ μεγάλο έργο σε όλη την περιοχή της Πενσιλβάν ιας.
Ακολουθεί ένα βιογραφικ ό σημείωμα για τον μακαριστό ιερέα.
(Πηγή: Εθνικός Κήρυξ)


Ο π. Δημήτριος γεννήθηκε στο Μανχάταν στις 13 Ιουλίου του 1931, το δεύτερο από τρία αδέλφια και είχε μία αδερφή την Ολυμπία και μία νεότερη, την Αθηνά. Ο πατέρας του, Σταύρος Δ. Κατερλής μετανάστε υσε στην Αμερική το 1912 από την Τρίγλια της Προύσας.
Η μητέρα του, Μίνι Λα Τουρ, ήταν Αμερικανί δα 5ης γενιάς, γεννημένη στο Ουιχόκεν της Νέας Ιερσέης. Μεγάλωσε στην αγκαλιά της γιαγιάς του Ζωής Κατερλή, η οποία και του μετέδωσε την αγάπη για την πατρίδα των προγόνων του, την Μικρά Ασία.
Από μικρό παιδί, ο π. Κατερλής επιθυμούσ ε να ακολουθήσ ει το μονοπάτι της ιεροσύνης . Υπηρέτησε δίπλα στους Αρχιεπισκ όπους Αθηναγόρα και Μιχαήλ και εμπνεύστη κε από την ταπεινοφρ οσύνη και την αγιότητα αυτών των μεγάλων Ιεραρχών.
Αποφοίτησ ε από το Γυμνάσιο του Στίβενσον με τιμητική διάκριση στην ηλικία των 16 ετών και εισήλθε στη Σχολή Θεολογίας του Τιμίου Σταυρού στο Μπρούκλιν, όπου υπηρέτησε ως υποδιάκον ος στον Αρχιεπίσκ οπο Μιχαήλ και ως Υποτακτικ ός στον Ηγούμενο της Σχολής, τον Επίσκοπο Ιεζεκιήλ. Στην Θεολογική Σχολή ξεκίνησε μια δια βίου φιλία με τον μελλοντικ ό Αρχιεπίσκ οπο Βόρειας & Νότιας Αμερικής, τον Ιάκωβο, όταν αυτός ήταν ακόμη ιερέας ενορίας. Μετά την αποφοίτησ η από την Θεολογική Σχολή, ο Αρχιεπίσκ οπος Μιχαήλ τον έστειλε στο Πανεπιστή μιο Αθηνών για περαιτέρω μεταπτυχι ακές σπουδές. Ελαβε το μεταπτυχι ακό του στη Θεολογία από την General Theologic al Episcopal Seminary στο Τσέλσι της Νέας Υόρκης και από το Θεολογική Σχολή Crozer στο Απλαντ της Πενσιλβάν ιας.
Ο π. Δημήτριος Κατερλής χειροτονή θηκε διάκονος τον Αύγουστο του 1958 στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Παύλου στο Χέμπστεντ του Λονγκ Αϊλαντ και χειροτονή θηκε ιερέας στις 15 Μαρτίου 1959 στο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στη Φιλαδέλφε ια από τον Επίσκοπο Γερμανό Πολυζωίδη ς. Ο π. Κατερλής ήταν ο πρώτος, γεννημένο ς στην Αμερική, ιερέας του Αγίου Γεωργίου.
Στη νέα του αποστολή ίδρυσε τα πρώτα προγράμμα τα «PTA» και άλλα προγράμμα τα για νέους. Το 1960, ο π. Κατερλής ξεκίνησε τις εκδόσεις «St. Photios» που ήταν βιβλία όπως: «Origins of Lenten», «Advent» και «Christmas services», τα οποία ο π. Κατερλής έγραφε στα αγγλικά για τους νέους και για όλους τους μη Ελληνόφων ους.
Επίσης ίδρυσε το G.O.A.L.S . (Ελληνική Ορθόδοξη Σειρά Εκμάθησης Ενηλίκων) που διδάσκει την Ορθοδοξία σε ενήλικες όλων των ηλικιών. Ο π. Κατερλής ήταν πάντα εκεί για να υποστηρίξ ει και να ενθαρρύνε ι τη νεολαία. Υποστήριξ ε επίσης την εγκαθίδρυ ση των τριγύρω Ορθοδόξων εκκλησιών . Αν και γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, τιμούσε τις ελληνικές του ρίζες. Ξεκίνησε την πρώτη παρέλαση για την Ημέρα της Ελληνικής Ανεξαρτησ ίας στη Φιλαδέλφε ια και ενέπνευσε άλλες εκκλησίες και ελληνικές κοινότητε ς να συμμετάσχ ουν στην πορεία προς το «Independence Hall». Αυτή η παράδοση ήταν η απαρχή της σημερινής παρέλασης για την Ημέρα της Ελληνικής Ανεξαρτησ ίας στη Φιλαδέλφε ια.
Τόσο ένθερμη ήταν η υποστήριξ ή του προς την Ελλάδα, ώστε η ελληνική κυβέρνηση του απένειμε τον χρυσό σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα. Ο π. Κατερλής είναι ο μόνος Αμερικανό ς κληρικός που έχει τιμηθεί με αυτό το βραβείο.
Η αγάπη του για την ιστορία τον οδήγησε να ερευνήσει την προέλευση του Καθεδρικο ύ Ναού του Αγίου Γεωργίου, διαπιστών οντας ότι σχεδιάστη κε από τον εξέχοντα αρχιτέκτο να John Haviland. Αφού υπέβαλε τα ευρήματά του στην Ιστορική Εταιρεία της Φιλαδέλφε ιας, καταχωρήθ ηκε ως ιστορική τοποθεσία #27 της Φιλαδέλφε ιας.
Ασχολήθηκ ε τόσο πολύ με την πόλη της Φιλαδέλφε ιας που δημιούργη σε στενές σχέσεις με τους δημάρχους της Φιλαδέλφε ιας Αte, Rizzo, Rendell, και Street. Ηταν μέλος του «Interfaith Clergy» της Φιλαδέλφε ιας και εκπροσώπη σε τους Ελληνες Ορθόδοξου ς πιστούς σε πολλά πολιτικά γεγονότα.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστή μιο Αθηνών γνώρισε και παντρεύτη κε την Αντωνία Ταμβάκη το 1958. Απέκτησαν δύο κόρες, τη Μίνι και τη Φλώρα, και τους δύο του γαμπρούς, Νικόλαο και Γερασίμο. Εζησαν μαζί 61 ευτυχισμέ να χρόνια γάμου και απέκτησαν τα εγγόνια Κωνσταντί νο και Τζένη Τριπολίτη (Constanti ne και Jenny Tripoliti s), Χριστίνα και Τόνι Παξινό (Christina και Tony Paxinos), Ειρήνη και Ιωάννη Βασιλείου (Erene και John Vasiliou), Δήμητρα Κουμάτου (Demetra Koumatos), Δημήτριο Σταύρο Τριπολίτη (Demetrios Stavros Tripoliti s), τα δισέγγονά του Νικόλαο και Aννα Τριπολίτη (Nicholas και Anna Tripoliti s) Σταύρο και Αγγελική Παξινού (Stavros και Angelique Paxinos), Δημοσθένη Βασιλείου (Dimosthen es Vasiliou).
Ο π. Κατερλής είχε την τιμή να λειτουργή σει ο Μητροπολί της Νέας Ιερσέης, Ευάγγελος, στον γάμο της εγγονής του, Ειρήνης και Ιωάννη Βασιλείου, αλλά και να βαφτίσει το δισέγγονό του, Δημοσθένη . Ο π. Κατερλής και ο Μητροπολί της Ευάγγελος μοιράστηκ αν την αγάπη για τον Ελληνισμό και το Πατριαρχε ίο
Οδήγησε πολλές ομάδες για προσκυνήμ ατα στους Αγίους Τόπους και στις Επτά Εκκλησίες της Αποκάλυψη ς στη Μικρά Ασία. Εχει στενή σχέση με τους πατριάρχε ς της Ιερουσαλή μ και της Κωνσταντι νούπολης. Σημαντικό στοιχείο της ζωής του π. Κατερλή ήταν το ταξίδι του με τον Οικουμενι κό Πατριάρχη Βαρθολομα ίο στην Τρίγλια, όπου ο Πατριάρχη ς έψαλε ένα τρισάγιο στο νεκροταφε ίο όπου θάφτηκαν οι πρόγονοι του π. Κατερλή.
Το 2017 ο π. Κατερλής έλαβε επιστολή από τον επί χρόνια φίλο τους, τότε Μητροπολί τη Προύσης, Ελπιδοφόρ ο (σήμερα Αρχιεπίσκ οπο Αμερικής) διορίζοντ ας τον ως τον Πρωτοπρεσ βύτερο του Ιερού Ναού της Παναγίας Παντοβασί λισσας στην Τρίγλια από το 1922.
Τα τελευταία 10 χρόνια, ο π. Κατερλής παρακολού θησε τη λειτουργί α στην Ελληνορθό δοξη Εκκλησία του Αγίου Θωμά στη Νέα Ιερσέη και ανυπομονο ύσε να δει την ολοκλήρωσ η των έργων για την ανακαίνισ η του ναού.

Πηγή άρθρου: https://pantovasilissa.gr/


9
Α.Ο.Τ Ραφήνας / Απ: ΦΙΛΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 12 Ιούλιος 2021, 12:04:33 μμ »
Την 19 Ιουλίου η Τρίγλια Ραφήνας ξεκινάει την προετοιμα σία για τη νέο σεζόν. Στο "τιμόνι" της τεχνικής ηγεσίας είναι και φέτος ο κος Γιώργος Παπακωστο ύλης. Η Τρίγλια Ραφήνας είχε εξαιρετικ η  πορεία μέχρι την διακοπή του πρωταθλήμ ατος ( 9 νίκες σε 9 αγώνες).
 Υπήρξαν αλλαγές στο πρόγραμμα των φιλικών αγώνων:


Κυριακή 1/8  Μάχη Μαραθώνα
Σάββατο 7/8 Κ19 Ατρομήτου
Τετάρτη 11/8 Κ19 Παναθηναϊ κού
Σάββατο 21/8 Θησέας Νέας Μάκρης
Τετάρτη 25/8 Βύζαντας Μεγάρων
Σαββάτο 28/8 Ανθούπολη
Τετάρτη 1/9 Κηπούπολη
Σάββατο Κυριακή, 4-5/9 "Χρυσοστόμ εια"
Τουρνουά Μικρασιατ ικών Συλλόγων
10
Προφορική Παράδοση από τα χωριά της Βιθυνίας / ΚΜΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΟΥΔΑΝΙΑ ΒΙΘΥΝΙΑΣ-ΜΕΡΟΣ Β'
« Τελευταίο μήνυμα από Μέλος Φόρουμ στις 11 Ιούλιος 2021, 07:05:01 πμ »
ΜΟΥΔΑΝΙΑ-ΜΕΡΟΣ Β'

6. ΝΕΚΡΟΤΑΦΕ ΙΑ (σ. 78)
(Μπ. Νικηφορίδ ης- Κωνσταντί νος Κιούμης, Ν. Τρίγλια, γεννήθηκε στους Ελιγμούς,28.9.1960)

Το νεκροταφε ίο στα Μουδανιά λεγόταν πεντάγωνο, επειδή είχε αυτό το σχήμα. Ρωτούσαν κανένα γέρο: «τι κάνεις, μπάρμπα», κι έλεγε: «Τι να κάνω! Είμαι πια για το Πεντάγωνο».

Ήταν έξω από την πόλη το νεκροταφε ίο, κάπου ένα χιλιόμετρ ο. Είχε και περίφραξη, είχε και μικρό οίκημα μέσα που μοίραζαν τη μακαριά-ορμούσανε οι πιτσιρίκο ι: «Δώσε κι εμένα, μπάρμπα». Εκεί είχανε συνήθειο, άμα πέθαινε κανένας, στη μακαριά μοίραζαν ψωμί κι ελιές και κρασί, με τις βούτες (βαρέλια) κουβαλούσ αν το κρασί. Ήταν και μερικοί τύποι και περίμεναν εκεί και πίναν τα υπόλοιπα κι ύστερα τους παίρναν με τα σέντια, γίνονταν τύφλα στο μεθύσι.

Υπήρχαν και ξύλινοι σταυροί και πέτρινοι και τάφοι με μάρμαρα και απλοί, με χώμα, και οικογενει ακοί τάφοι, κενοτάφει α, ανάλογα με κείνα που βαστούσε ο καθένας.

Ήταν κι ένας άλειωτος σ’ ένα κενοτάφει ο, ήταν αφορισμέν ος. Οι πιτσιρίκο ι πήγαιναν κι ανοίγαν το καπάκι και τον βλέπαν άλειωτο.

7. ΣΧΟΛΕΙΑ (σ. 80)
(Μπ. Νικηφορίδ ης- Νικ. Γαϊτάνος 13.6.1960)

Το σχολείο μας ήταν εξατάξιος αστική σχολή και νηπιαγωγε ίο. Σ’ ένα κτίριο στεγάζοντ αν τ’ αγόρια και τα κορίτσια, αλλά χωριστά.

Ήταν ωραίο σχολείο, πέτρινο. Είχε μια κοινή αίθουσα τελετών στη μέση κι απ’ τη μια μεριά ήταν οι 6 τάξεις για τ’ αγόρια κι απ’ ην άλλη οι 6 για τα κορίτσια. Σ’ αυτό στεγάζοντ αν και το νηπιαγωγε ίο.

Είχαμε καλούς δασκάλους . Θυμάμαι έναν Καραγιανν ίδη των μαθηματικ ών, έναν Ζιώγα, που διετέλεσε και διευθυντή ς. Ήταν κι ένας παπάς, πολύ καλός, κάποια εποχή είχαν κάνει και διευθυντή ς.

Το σχολείο συνετηρεί το από την κοινότητα, αλλά πλήρωναν κι οι μαθητές ανάλογα με την κατάστασή τους, άλλος περισσότε ρα, άλλος λιγώτερα.
Το σύνολο των μαθητών ήταν 250 περίπου.

(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 82)

Είχαμε εξατάξιο Αστική Σχολή και Νηπιαγωγε ίο. Πέτρινο, χτιστό. Χώρια όμως ήταν τα κορίτσια από τ’ αγόρια. 6 τάξεις για τ΄ αγόρια, 6 για τα κορίτσια, από τη μια πλευρά κι από την άλλη. Στη μέση είχε μια αίθουσα τελετών. Στο ίδιο κτίριο στεγάζοντ αν και το Νηπιαγωγε ίο. Όλα-όλα θα ήτανε 200-250 παιδιά. Τ σχολείο το συντηρούσ ε  κοινότης, είχαμε και εφορεία. Δίδακτρα έδινε ο καθένας ότι μπορούσε, άλλα και τίποτε.

Θυμάμαι ένα-δυο δασκάλους που ήταν εξαιρετικ οί. Έναν Καραγιανν ίδη, δάσκαλο μαθηματικ ών, τον Ζιώγα τον Διευθυντή, και έναν άλλον παππά που είχε κάνει διευθυντή ς μια εποχή, δε θυμάμαι τώρα πως τον λέγαν.

Είχαμε και έναν Έφορο τον Νικολαίδη, γέρο, με μακρυά άσπρα γένεια, αυστηρό και πολυμαθέσ τατο. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος, όχι μονάχα των παιδιών μα και των δασκάλων.

8 ΑΛΛΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ (ΤΖΑΜΙΑ, ΧΑΝΙΑ, ΛΟΥΤΡΑ, ΜΥΛΟΙ) σ. 83
(Μπ. Νικηφορίδ ης- Νικ. Γαϊτάνος 13.6.1960)

Στη συνοικία των Μύλων ήταν δύο μύλοι αλλά εγκαταλελ ειμμένοι, αερόμυλοι, Στην εποχή μας φέρναν απ’ έξω έτοιμα αλεύρια.

Οι Τούρκοι είχαν τα τζαμιά τους αλλά δεν θυμάμαι πόσα. Είχαν και σχολεία και λουτρά. Εκτός απ’ αυτά ήταν και τα δημόσια κτίρια που είπαμε (βλέπε και δελτίο «Τούρκικη Διοίκηση» του ίδιο πληροφορη τή), είχαμε και τα 5 εργοστάσι α του μεταξιού. Ένα ή δύο απ’ αυτά ήταν γαλλικό και τ’ άλλα ελληνικά.

(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 84)

Δυο ανεμόμυλο υς είχαμε στους «Μύλους» μα ήταν εγκαταλελ ειμμένοι. Κανείς δεν άλεθε πια εκεί.
Στην τούρκικη συνοικία υπήρχαν δυο τζαμιά και σχολείο για τα παιδιά τους.

Στα Εργοστάσι α υπήρχαν 5-6 εργοστάσι α μεταξουργ εία. Τα περισσότε ρα ελληνικά. Οι Τούρκοι δεν είχαν καθόλου.

(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68) (σ. 65)

Στην άκρη των Μουδανιών, κοντά στο δημοτικό σχολείο, ήταν ένας λοφίσκος με δυο μύλους.

Στα χρόνια μας δε δουλεύανε οι μύλοι, ήταν ερειπωμέν οι. Εμείς τ’ αλεύρια τ’ αγοράζαμε έτοιμα από την Πόλη και την Προύσα.

Οι Μύλοι ήταν ο περίπατός μας, ήταν όμορφη εξοχή, με τις λιακάδες πήγαινε πολύς κόσμος.

ΑΛΛΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ (σ. 86)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Στη θάλασσα δίπλα ήταν το κονάκι, ένα διώροφο κτίριο όπου στεγαζότα ν το καρακόλι και το δικαστήρι ο. Το κονάκι χώριζε τους δύο μαχαλάδες τον τούρκικο από τον ελληνικό.

Απέναντι στο κονάκι, μετά τον παραλιακό δρόμο, ήταν ένα μικρό ισόγειο κτίσμα που το είχαν για φυλακές.

Πιο κάτω, στον τούρκικο μαχαλά, ήταν το καϊμακαμλ ίκι, το οποίον στεγαζότα νε σ’ ένα διώροφο κτίριο.

Μεγάλα κτίρια δεν είχαμε στα Μουδανιά, διώροφα το πλείστον, τα καλύτερα ήτανε τα δικά μας, τα ελληνικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’- ΚΟΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ
1   Ελληνικά χωριά
2   Τούρκικα χωριά

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑ-ΑΡΒΑΝΙΤΟΧΩΡΙ (σ.87)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Καμιά εικοσαριά λεπτά από τα Μουδανιά, προς το μέρος της Σιγής, ήταν ένα μικρό παραθαλάσ σιο χωριουδάκ ι, το Αρβανιτοχ ώρι. Ήταν πολύ κοντά μας, με τα πόδια πηγαίναμε . Πάω στην Αγία Άννα λέγαμε, δεν το λέγαμε Αρβανιτοχ ώρι. Αγία Άννα ήταν η εκκλησία τους.

Ήταν μικρό χωριό θα είχε 30-40 οικογένει ες. Μόνο Έλληνες κατοικούσ αν εκεί. Ελληνικά μιλούσαν, ήταν ραγιάδες όπως κι εμείς.

Σχολείο δεν είχε, τα παιδιά κατέβαινα ν στα Μουδανιά για να μάθουν γράμματα. Και για να ψωνίσουν στα Μουδανιά έρχονταν, δεν είχαν μαγαζιά δικά τους, μόνο κάτι καφενεδάκ ια κοντά στη θάλασσα. Φτωχοί άνθρωποι ήταν, εργαζόντο υσαν κυρίως στα κτήματά μας. Δυο τρεις ήταν βαρκάρηδε ς, είχαν βάρκες για σεργιάνι, δεν ψαρεύανε.

Πότε κτίστηκε τ’ Αρβανιτοχ ώρι δεν ξέρω, ήταν πάντως παλιό χωριό όπως και τα Μουδανιά.

Δυο-τρία λεπτά έξω από το χωριό, σ’ ένα ύψωμα επάνω, ήταν η Αγία Άννα, εκκλησία κανονική, αρκετά μεγάλη με περίβολο. Πάρα πέρα από την Αγία Άννα ήταν το νεκροταφε ίο. Η Αγία Άννα λειτουργο ύσε κάθε Κυριακή, πήγαινε παπάς πότε από τα Μουδανιά και πότε από την Προύσα.

Ένα γύρο στην εκκλησία είχε πλατάνια πολλά, είχε κι ένα εξοχικό καφενεδάκ ι, πηγαίναμε εκεί συχνά, αυτός ήταν ο περίπατος των Μουδανιωτ ών.

Η Αγία Άννα είχε και Αγίασμα, ήταν πάρα πέρα σ’ ένα υπόγειο, κοντά στο καφενείο. Κατέβαινε ς κάτι σκαλάκια και το έβρισκες. Έτρεχε άφθονο κι ωραίο νερό. Πήγαιναν πολλοί Μουδανιώτ ες κι έπαιρναν απ’ αυτό. Πήγαιναν κι αμάξια με βαρέλια, τα γέμιζαν και το πουλούσαν .

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑ-ΝΙΧΩΡΙ (σ.90)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Ανατολικά στα Μουδανιά, περίπου μισή ώρα απόσταση, ήταν το Νιχώρι. Δεν ήταν μεγάλο χωριό, το πολύ να είχε εκατό σπίτια.

Τούρκους δεν είχε το Νιχώρι, ήταν καθαρά ελληνικό χωριό. Μιλούσαν ελληνικά όπως κι εμείς. Ήταν παλιό χωριό όπως και τα Μουδανιά.

Είχαν ένα μικρό σχολείο κι εκκλησία, ξεχνώ όμως πως την έλεγαν.

Στο Νιχώρι είχε κάτι λίγα μαγαζιά, είχε δύο μπακάλικα, χασάπικο και δυο τρία καφενεία. Οι μπακάληδε ς ψώνιζαν από τα Μουδανιά κι από τη Μισόπολη. Μα κι οι Νιχωρίτες όταν ερχόντουσ αν στα Μουδανιά ψώνιζαν είδη μπακαλική ς. Για ιματισμό πήγαιναν στην Πόλη και στην Προύσα.

Αυτοί ήταν κυρίως ψαράδες, πήγαιναν με τα καΐκια τους και ψάρευαν στους Ελιγμούς.

Είχαμε πολλές σχέσεις μαζί τους, τους παίρναμε εργάτες στα κτήματά μας. Δουλεύανε κυρίως στα κτήματα τα μουδανιώτ ικα, που ήταν μακριά στα διάφορα χωριά.

ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΧΩΡΙΑ-ΝΤΕΡΕΚΙΟΪ (σ. 92)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Το πιο κοντινό μας Τουρκοχώρ ι ήταν το Ντερέκιοϊ, σε απόσταση περίπου 1,5 ώρας από μας, μεσόγειο. Στη θάλασσα δεν υπήρχαν Τούρκικα χωριά.

Αυτοί έρχονταν στην αγορά μας, φέρναν γεωργικά προϊόντα και ψώνιζαν από μας ότι χρειάζοντ αν. Θυμάμαι, τα πρώτα κεράσια έρχονταν από το Ντερέκιοϊ .

(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68) (σ. 93)

Από τα τούρκικα χωριά που ήταν γύρω στα Μουδανιά, ξέρω αυτά με τα οποία είχαμε δοσοληψίε ς: Το Γιαλίτσιφ λικ, το Γιόργελι, το Αλτίντας, το Τσεπνί και το Φρεγκλί.

Οι Τούρκοι των χωριών αυτών ερχόντουσ αν στα Μουδανιά και πουλούσαν τις ελιές τους. Παίρνανε και δάνεια από τους Έλληνες και τα ξοφλάγανε στο μαξούλι, ήταν τίμιοι άνθρωποι. Οι Έλληνες όμως τους εκμεταλλε υόντανε, τους έπαιρναν τόκους μεγάλου κι από το μαξούλι τους κράταγαν πάρα πάνω απ’ ότι έπρεπε.

Κεφαλ. Ι’-ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕ Σ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ (σ. 94)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Στην αγορά μας υπήρχαν απ’ όλα, αλλά κυρίως για τη μεσαία τάξη και κάτω. Η ανώτερη τάξη κάθε λίγο και λιγάκι ήταν στην Κωνσταντι νούπολη για ψώνια: φορέματα, παπούτσια …

Τα Μουδανιά, όπως είπαμε (βλέπε και «δελτίο με ποικίλο περιεχόμε νο» του ίδιο πληροφορη τή), ήταν ενδιάμεσο ς σταθμός μεταξύ Κωνσταντι νούπολης και Προύσας κι έτσι περνούσαν από μας κάθε λογής εμπορεύμα τα. Τα περισσότε ρα άλευρα, φρούτα, βούτυρα, κρέατα, λαχανικά έρχονταν από την Προύσα. Από την Πόλη έρχονταν τα είδη ενδυμασία ς.

Πετρέλαιο ερχόταν κατευθεία ν στα Μουδανιά από το Βατούμ. Εκεί ξεφόρτωνε το πλοίο και δια του σιδηροδρό μου καθώς και με κάρα διοχετεύο νταν στην Προύσα, Ινέγκιολ, Μιχαλίτσι και τα χωριά τους. Από κει πάλι φέρναν ξυλοκάρβο υνα, στην εποχή τους διάφορα φρούτα, καρπούζια, πεπόνια και παίρναν πίσω με το ίδιο μέσο πετρέλαιο .

Όλη η παραγωγή του κόλπου της Βιθυνίας σε κουκούλια, από την Κίο, Σιγή, Τρίγλια, ακόμα και Πάνορμο διοχετεύε το στα Μουδανιά. Οι Σιγηνοί και οι Τριγλιανο ί έρχονταν στην αγορά μας και για τα καθημεριν ά ψώνια τους. Με την Κίο συνέβαινε το εξής: Ήταν σηροτροφι κό κέντρο κι εκεί, όχι όμως για την επεξεργασ ία των κουκουλιώ ν τόσο όσο για την παραγωγή του σπόρου. Ασχολούντ ο επιστημον ικά με τούτη τη δουλειά, έπρεπε να περάσουν από μικροσκόπ ιο οι σπόροι. Είχαν σπουδάσει αυτή την τέχνη ειδικοί κι έτσι είχε εγκαταστα θεί εκεί η μεγαλύτερ η αγορά σπόρου.

Παίρναν κι οι άλλοι παίρναμε κι εμείς. Άλλες εμπορικές δοσοληψίε ς δεν είχαμε με την Κίο. Το ίδιο πλοίο της γραμμής που περνούσε από μας περνούσε κι από κείνους.

Αστακούς και ψάρια μας φέρναν από την Καλόλιμνο . Είχαμε κι εμείς ψάρια: παλαμίδες, λαυράκια, αλλά η Καλόλιμνο ς ήταν κατ’ εξοχήν ψαρότοπος και αφθονούσα ν οι αστακοί. Φέρναν τα ψάρια, τους αστακούς και ψώνιζαν από μας, ψώνιζαν όμως κι από την Πόλη.

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ (σ.97)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Τα Θεοφάνεια ήταν μια γιορτή που εορτάζαμε με πολλή μεγαλοπρέ πεια. Για την τελετή της κατάδυσης του σταυρού κατέβαινε κόσμος κι απ’ την Προύσα να την παρακολου θήσει.

Είχαμε πολλά καΐκια στα Μουδανιά. Εκείνη την ημέρα συγκεντρώ νονταν όλα, βαπόρια, βάρκες σημαιοστο λισμένα στο λιμάνι και περίμεναν . Μετά τη λειτουργί α οι παπάδες -πολλές φορές με το Μητροπολί τη- μπαίνανε σ’ ένα πλοίο και ξανοίγοντ αν λίγο, με τον σταυρό. Ύστερα σταματούσ αν, και τον έριχναν στη θάλασσα. Αυτό περίμεναν και οι βουτηχτές . Βγάζανε τις γούνες τους-χιόνιζε καμιά φορά-τις πετούσαν και πέφτανε στο νερό.

Μάλλωμα μεσ’ το νερό, σπρωξίματ α, πράγματα ποιος να πρωτοπάρε ι το σταυρό. Όταν τον παίρναν, τον παρέδιδαν στην εκκλησία. Έπειτα ο παππάς με τον 1ο, τον δεύτερο και τον τρίτο βουτηχτή γύριζαν τα σπίτια και άγιαζαν. Παντού τους κερνούσαν και τους δίνανε λεφτά. Εκτός απ’ την τιμή είχανε και οικονομικ ό όφελος έτσι.

ΤΑ ΦΩΤΑ (σ. 99)
(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60)

Τα Θεοφάνεια γινόταν η μεγάλη τελετή της καταδύσεω ς του Σταυρού. Κατέβαινα ν κι από την Προύσα να παρακολου θήσουν. Ως παραθαλάσ σιοι είχαμε πολλά καΐκια κι αυτά συγκεντρώ νονταν στην περιοχή της παραλίας, όπου ήταν ο Αγ. Γεώργιος, σημαιοστο λισμένα.

Πρώτα γινόταν η τελετή στην εκκλησία, κατέβαινα ν έπειτα όλοι κάτω κι οι παπάδες μπαίναν σ’ ένα πλοίο, ανοίγοντα ν λίγο από την παραλία, διαβάζαν το Ευαγγέλιο και ρίχναν το Σταυρό. Θυμάμαι που χιόνιζε συχνά κι οι νεαροί, με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομέ νου Σου Κύριε …» πετούσαν τις γούνες και πέφταν στη θάλασσα. Μαλώναν ποιος θα πιάση το Σταυρό, καυγάς μεγάλος γινόταν μες στη θάλασσα, σπρωξίματ α, παραλίγο να πνιγούν.

Κατόπι παίρναν το Σταυρό, αυτός που το είχε βρει κι η παρέα του, δυο-τρεις, μαζί κι ο παπάς και γυρίζαν τα σπίτια, αγιάζαν και μαζεύαν χρήματα. Εκτός δηλαδή από την τιμή γιαυτόν που εύρισκε το Σταυρό ήταν και το συμφέρον.

Κεφ. ΣΤ’-ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚ ΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ (σ. 101)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Τα Μουδανιά ήταν ο ενδιάμεσο ς σταθμός μεταξύ Κωνσταντι νούπολης και Προύσας.

Απ’ την Προύσα μας έρχονταν τρόφιμα, βούτυρα, γάλατα, κρέατα, φρούτα. Απ’ την Κωνσταντι νούπολη, είδη ενδυμασία ς.

Ολόκληρη η παραγωγή κουκουλιώ ν του κόλπου της Βιθυνίας κατέληγε στα Μουδανιά. Έφερναν κουκούλια απ’ την Τρίγλια απ’ την Σιγή. Τους σπόρους για τους μεταξοσκώ ληκες τους φέρναν απ’ την Κίο. Ήταν η μεγαλύτερ η αγορά σπόρων, σηροτροφι κό κέντρο Υπήρχαν ειδικευμέ νοι άνθρωποι εκεί, που περνούσαν τους σπόρους από μικροβιολ ογική εξέταση, πριν τους διαθέσουν στο εμπόριο. Την δουλειά αυτή την κάνανε 3-4 άνθρωποι και είχαν οικογενει ακή παράδοση.

Από το Βατούμ έρχονταν τα πετρέλαια και διοχετεύο νταν μετά στην Προύσα, στο Ινεγκιόλ, στο Μιχαλίτσι . Το μετέφεραν με κάρα που τα σέρναν άλογα ή βουβάλια. Τα κάρα αυτά μας φέρναν ξυλοκάρβο υνα, καρπούζια, ή πεπόνια, φορτώναν μετά πετρέλαο κι έφευγαν.

Απ’ το Ντερέκιοϊ, το πιο κοντινό μας Τουρκοχώρ ι, 1-2 ώρες μακρυά, και μεσόγεια-δεν υπήρχαν παραθαλάσ σια Τουρκοχώρ ια- μας έφερναν γεωργικά προϊόντα. Τα πρώτα κεράσια, θυμάμαι, απ’ εκεί μας έρχονταν. Και κείνοι πάλι ψώνιζαν από μας είδη ιματισμού, μπακαλική ς κλπ.
Στο εξωτερικό δηλ. στη Ρουμανία και στη Ρωσσία στέλναμε ελιές. Είχαμε πάρα  πολλές.

Φρούτα πολλά είχαμε μα ήταν για εντόπια κατανάλωσ η. Που και που στέλναμε και στην Κων/πολη. Η Προύσα όμως είχε καλλίτερα φρούτα απ’ τα δικά μας, έκανε συστηματι κή καλλιέργε ια.

Τα διάφορα είδη ιματισμού, η ανωτέρα τάξη τα ψώνιζε απ’ ευθείας απ’ την Κων/πολη. Ρούχα, και άλλα κοσμήματα και λούσα. Απ’ τα Μουδανιά μέσα ψώνιζαν ο φτωχοί, η μεσαία τάξη και τα γύρω κοντινά τουρκοχώρ ια, τέτοια είδη.

Επίσης οι Έλληνες είχαν τα καφενεία και τα ξενοδοχεί α επάνω στη θάλασσα, κατέβαινε από την Προύσα κόσμος και παραθέριζ ε. Υπήρχε μεγάλη κίνηση.

Στις δουλειές των Ελλήνων οι εργάτες και οι υπάλληλοι ήταν Έλληνες, αλλά οι χαμάληδες στην αποβάθρα, στο τελωνείο, ήταν Τούρκοι.

Είχαν και καΐκια οι Μουδανιώτ ες που μεταφέραν κυρίως μεταξύ Πόλης και Μουδανιών εμπορεύμα τα. Τα πλείστα ήταν 10-15 τόννων, ιστιοφόρα . Αργότερα, μετά τον πόλεμο (1914-1918), βάλαν μηχανές αρκετά. Εκτός απ’ αυτά υπήρχαν και πολλά ψαροκάϊκα .

Κεφ. Θ’- ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝ (σ. 105)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Ως το 1909 οι Τούρκοι μας σέβονταν πολύ. Από κει κι έπειτα όμως χάλασαν τα πράγματα. Οι Τούρκοι είχαν ξυπνήσει και μας θεωρούσαν εχθρούς, επικίνδυν ους. Από μας δεν είχαν πάει να πολεμήσου ν στην Ελλάδα.

6 εργοστάσι α είχαμε. Απ’ αυτά 1 ή 2 ήταν Γαλλικά και τα υπόλοιπα Ελληνικά. Οι Τούρκοι δεν είχαν καθόλου.

Το εμπόριο ήταν σχεδόν στα χέρια των Ελλήνων. Τα πιο πολλά μαγαζιά ήταν ελληνικά. Η χονδρική πώληση των αλεύρων, ζάχαρης, καρυδιών, ορύζης κλπ και στην αγορά της τουρκικής συνοικίας ακόμη είχε ελληνικά μαγαζιά. Τα τούρκικα μαγαζιά ήταν χασάπικα, μανάβικα και μπακάλικα λιανικής πωλήσεως. Οι Έλληνες είχαν Έλληνες υπαλλήλου ς και εργάτες ακόμα. Οι Τούρκοι κάνανε δουλειές κατώτερες, ήταν χαμάληδες ως επί το πλείστον, στο λιμάνι, στο σιδηροδρο μικό σταθμό.

Στην τούρκικη συνοικία ήταν η αγορά τροφίμων, τα εμπορικά στην ελληνική.

Και το εξαγωγικό εμπόριο ως επί το πλείστον Έλληνες το κάνανε. Ελιές και κουκούλια .

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΙ (σ. 107)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κ. Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Τα Μουδανιά είχαν Τούρκους πολλούς αλλά κατοικο0ύ σαν χώρια από τους Έλληνες, Αριστερά της αποβάθρας ήταν δυο τζαμιά και γύρω η τούρκικη συνοικία. Εκεί ήταν η αγορά, το τσαρσί που λέγαμε εμείς. Το τσαρσί είχε τούρκικα και ελληνικά μαγαζιά. Αριστερά της αποβάθρας, παραλιακώ ς, ήταν η ελληνική συνοικία.

Επί Χαμίτ ζούσαμε καλά με τους Τούρκους. Είμαστε βασιλιάδε ς, που να τολμήσει ο Τούρκος να έρθει στην ελληνική συνοικία. Εμείς είμαστε εκεί τ’ αφεντικά. Είχαμε μεγάλες φιλίες με τους Τούρκους, μας σέβονταν πολύ. Όταν περνούσε ο πατέρας μου από το τσαρσί οι Τούρκοι σηκώνοντα ν και του έκαναν τεμενάδες «Corbasi geliyoza (=έρχεται τ’ αφεντικό) έλεγαν.

Το Πάσχα, τι μεγάλες γιορτές, οι Τούρκοι μας έφερναν γιαούρτια, πορτοκάλι α, ότι προϊόντα είχε ο καθένας. Όλοι οι Τούρκοι, με τους οποίους είχαμε δοσοληψίε ς, μας έστελναν δώρα. Εμένα ο πατέρας μου είχε το μπαλουχαν ά (Balikhane= λ. τουρκ. σημαίνει κτίριο κοντά στην ιχθυόσκαλ α, όπου συγκεντρώ νονται τα ψάρια), τον έπαιρνε στη δημοπρασί α, αλλά τον έδινε σε Τούρκο και τον εργαζόταν ε. Αυτός μας έφερνε τα καλύτερα ψάρια ριγάλο. Επίσης, ο καϊμακάμη ς και γενικά οι αρχές του τόπου έκαναν επισκέψει ς στους Έλληνες προύχοντε ς, πήγαιναν στα σπίτια των Γαϊτάνων, στους Μιχαηλίδη δες και σ’ άλλους.

Είμαστε αδελφωμέν οι με τους Τούρκους αλλά εμείς στα σπίτια τους δεν πηγαίναμε, ούτε οι γυναίκες μας είχαν επαφή με τις Τουρκάλες, Στις εκκλησίες μας δεν ερχόντουσ αν, αλλά σέβονταν τη θρησκεία μας, δε μας ενόχλησαν ποτέ. Είχαμε όλα τα προνόμια.

Οι Τούρκοι των Μουδανιών οι περισσότε ροι ήταν νοικοκυρα ίοι, είχαν δικά τους κτήματα, είχαν μαγαζιά, Υπήρχαν Τούρκοι με μεγάλες περιουσίε ς, προύχοντε ς. Δεν είχαν ανάγκη να δουλέψουν σε μας. Εμείς όταν είχαμε ανάγκη από ορισμένου ς τεχνίτες, όπως γύφτους, υδραυλικο ύς, καταφεύγα με σ’ αυτούς. Παίρναμε Τούρκους εργάτες για τ’ αμπέλια μας όχι όμως Μουδανιώτ ες, από τα χωριά. Τα δικά μας κτήματα ήταν μακριά, είχαμε έναν κεχαγιά που τα φρόντιζε και κάθε Σάββατο ερχόταν κι έδινε λογαριασμ ό.

Μετά το Σύνταγμα τα πράματα άρχισαν ν’ αλλάζουν, οι Τούρκοι πήραν θάρρος αρχίσαμε εμείς να τους έχομε ανάγκη και να ζητάμε την προστασία τους. Πάντως κακό δε μας έκαναν.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίο υ Πολέμου ξεσηκώναν ε τα χωριά και τα έστελναν εξορία σε τούρκικα χωριά. Από την Τρίγλια τους έστειλαν στο Αρμουτλί. Τα Μουδανιά δεν τα σηκώσανε, μόνο τον πατέρα μου εξορίσανε στην Προύσα το 1918, με δικαιολογ ητικό ότι τροφοδοτο ύσε τον ελληνικό στόλο. Ξεσηκώθηκ αν όμως οι Τούρκοι Μουδανιώτ ες κι έτσι δεν άφησαν να τον στείλουν πάρα μέσα, τον κράτησαν στην Προύσα.. Εκεί κυκλοφορο ύσε ελεύθερα, μόνο που δεν του επέτρεπαν να κατεβαίνε ι στα Μουδανιά. Κάθε Σάββατο ήταν υποχρεωμέ νος να δίνει παρών στο βαλή, ο οποίος άλλωστε ήταν και γνωστός του. Κατόπιν που ήρθαν οι Έλληνες τον ελευθερώσ ανε.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΙ (σ. 112)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου, 21/3/68)

Με τους Τούρκους ζούσαμε αδελφικά. Πριν από το Σύνταγμα η ζωή μας ήταν πολύ αρμονική. Στα Μουδανιά υπερείχε το ελληνικό στοιχείο κι οι Έλληνες είχαμε τα πρωτεία.

Οι παλιοί μας διηγούντα ν πως όταν το 1870 κάηκε η ελληνική συνοικία, οι Τούρκοι άνοιξαν τα σπίτια τους και δέχτηκαν όλους τους Έλληνες.
Τους φιλοξένησ αν για καιρό μέχρι που ανοικοδομ ήθηκε ξανά η πόλη. Αυτό, μάλιστα, στάθηκε αφορμή να μάθουν όλοι τούρκικα, οι γιαγιάδες μας τα μιλούσαν αρκετά καλά.

Με τους Νεότουρκο υς τα πράματα άλλαξαν, αυτοί άρχισαν να φανατίζου ν τον τουρκικό λαό. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά το 1915, μας έφεραν καινούργι ο καϊμακάμη, ήταν φανατικός Νεότουρκο ς.

Μια μέρα ο πατέρας μου πήγαινε σ’ ένα κτήμα μας και πέρασε από τον πίσω δρόμο της τουρκικής συνοικίας . Εκεί σε μια πλατεία, τα Εφτά Κυπαρίσσι α, είδε Τούρκους μαζεμένου ς και τον καϊμακάμη να τους βγάζει λόγο.

-   Αρρώστησε η γυναίκα μου, τους έλεγε, και ζήτησα γιατρό. Μου είπαν να πάω στο ρουμ μαχλεσί. Μου έδωκε ο γιατρός φάρμακα, μου είπαν να πάω να τ’ αγοράσω στο ρουμ μαχλεσι. Ότι και να ζήτησα μ’ έστειλαν στους Ρωμιούς. Θέλησα να κάνω μια συγκέντρω ση και δε βρέθηκε άλλο μέρος από τα Εφτά Κυπαρίσσι α …..

Ένας Τούρκος αντελήφθη τον πατέρα μου και τον πλησίασε.

-   Φύγε γρήγορα, του είπε, η συγκέντρω ση είναι μυστική και θα βρεις το μπελά σου.

Μιλούσε με ύφος αυστηρό κι επιτιμητι κό ο καϊμακάμη ς Τους επιτιμούσ ε για την εξάρτησή τους από τους Έλληνες.

Μιαν άλλη μέρα ζήτησε η καϊμακαμέ σσα να μας κάνει επίσκεψη. Μετά χαράς, της εμήνυσε η γιαγιά μου. Ήρθε λοιπόν στο σπίτι παρέα με άλλες Τουρκάλες . Όταν η μαμά μου τις άφησε για λίγο να πάει να ετοιμάσει τα τραταμέντ α, άκουσε την καϊμακαμέ σσα να λέει στις άλλες: «Όλα τα έχουν στα χέρια τους οι Ρωμιοί, εμείς είμαστε πίσω πολύ. Τώρα πια θ’ αλλάξει η κατάσταση . Δεν θα έχομε στρατό με φέσια, θα φοράνε χακί στολή όπως κι οι άλλοι, θα κάνομε συγχρονισ μένο στρατό, μας καθοδήγησ αν οι Γερμανοί».

Παρά την ανώμαλη κατάσταση που είχε δημιουργη θεί ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΧΡΌΝΙΑ, οΙ Τούρκοι οι δικοί μας δεν μας πείραξαν όταν φεύγαμε, ορισμένοι μάλιστα μας φέρθηκαν πολύ καλά.

Ήταν παραμονές του ξεσηκωμού μας, αμπαλάραμ ε τα πράματα και βλέπομε ένα Τούρκο που ζητούσε τη μαμά μου. Όταν η μαμά παρουσιάσ τηκε, της έδωσε ένα φάκελο και της είπε: «Αυτό μου το έδωσε τ’ αφεντικό, είναι ενοίκια έξη μηνών. Ταξίδι κάνετε και μπορεί να σας χρειαστού νε». Τα χρήματα ήταν από έναν ενοικιαστ ή μας που καθόταν σ’ ένα σπίτι εξοχικό που είχαμε. Ήταν Τουρκοκύπ ριος, εργαζόταν στο τελωνείο. Όταν πηγαίναμε στο περιβόλι, του κάναμε επίσκεψη. Θυμάμαι ήταν μια πατριαρχι κή οικογένει α, η μάνα και τα παιδιά έτρεφαν μεγάλο σεβασμό στον οικογενει άρχη.

Μια φορά, με την ελληνική Κατοχή, τους επισκεφθή καμε. Πιάσαμε κουβέντα για την κατάσταση κι αυτός μας έλεγε: «Γιατί να μας κακοφαίνε ται, είναι σαν ένα αντικείμε νο ενός φίλου που έφυγε και τ’ άφησε κι ήρθε τώρα να το πάρει. Έτσι συμβαίνει και μ’ αυτόν τον τόπο, ήταν κάποτε ελληνικός».

Ένας άλλος Προυσαλής, έμπορος, όταν διαλύσαμε το μαγαζί μας, πήρε τα θειάφια. Στην οπισθοχώρ ηση συνάντησε τον αδελφό μου στην Προύσα και του έδωσε 500 λίρες.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
1.   Τοπική Ιστορία
2.   Απηχήσεις ιστορικών γεγονότων

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (σ. 118)
(ΜΠ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος; Γαϊτάνος, 20/6/60)

Με τους Τούρκους ως το 1912 πηγαίναμε καλά. Έπειτα όμως ξύπνησαν και μας θεωρούσαν εχθρούς, όταν πάθαν την ήττα των Βαλκανικώ ν πολέμων, γιατί είχαμε εκδηλωθεί κι εμείς.

Στο μεγάλο πόλεμο δεν εξοριστήκ αμε. Με την ανακωχή, το 1918 ή 19, είχε αποφασιστ εί να γίνει μια κίνηση για να ενωθούν εκείνα τα παράλια με την Ελλάδα. Το Πατριαρχε ίο έστελνε πατριαρχι κούς αντιπροσώ πους να εξεγείρου ν τον πληθυσμό, να γίνει μια κίνηση για την ένωση.

Ο πατέρας μου, ο οποίος έκανε τον παλληκαρά και είχε μεγάλη πατριωτικ ή δράση, εξελέγη από το Πατριαρχε ίο να κηρύξη την ένωση των Μουδανιών με την Ελλάδα. Συνεννοήθ ηκε με τους προύχοντε ς και τους κατοίκους κι έγινε μια αυγκέντρω ση στον Άγιο Γεώργιο και ομοφώνως εκήρυξαν την ένωση της περιοχής με την Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ, όταν διαλύθηκε ο τουρκικός, είχαν δημιουργη θεί κάτι ανταρτικά τμήματα, οι τσέτες, αλλά δεν βρίσκοντα ν σε μεγάλη δράση. Κι όταν, μετά την ανακήρυξη της ένωσης, έφτασε αγγλικός στόλος και αποβίβασε άγημα, τότε οι κάτοικοι αναθάρρησ αν κι εξετέθησα ν. Άρχισαν να μη λογαριάζο υν του Τούρκους.

Έμειναν εκεί κανά δυο μήνες οι Άγγλοι κι απάνω που είχαν εγκαταστα θεί, σηκώνοντα ι και φεύγουν κι αφήνουν τους ανθρώπους εκτεθειμέ νους.
‘Έπιασαν τότε αρκετούς δικούς μας οι Τούρκοι και τους φυλάκισαν στην Προύσα. Ύστερα τους άφησαν.

Πολλοί, τότε, εκτεθειμέ νοι κατέβηκαν στην Πόλη.

Οι τσέτες μετά την αποχώρηση των Εγγλέζων κατέβηκαν στα Μουδανιά και κάμαν μερικά, κλεψιές κυρίως. Αλλά σ’ εμάς υπήρχε αστυνομία και δεν έκαμαν πολλά. Πιο πολύ υπέφεραν η Σιγή, η Τρίγλια. Εκεί γίνηκαν και φονικά.

Κατά την Μικρασιατ ική εκστρατεί α τα Μουδανιά είχαν γίνει μεγάλη βάση ανεφοδιασ μού. Στην υποχώρηση ο δρόμος από Προύσα μέχρι Μουδανιά είχε πήξει από χιλιάδες εγκαταλελ ειμμένα αυτοκίνητ α.

ΤΑΒΑΝ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ (Tavan= οροφή, tabur= τάγμα, Tavan taburu ονόμαζαν κατ’ επέκταση τους φυγόστρατ ους που κρυβόντου σαν στις οροφές των σπιτιών) (σ. 121)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου, 21/3 )

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επιστρατε ύσανε και τους Έλληνες. Πολλοί Μουδανιώτ ες, για να μην υπηρετήσο υν στον τούρκικο στρατό, έφυγαν κρυφά για την Ελλάδα, Όσοι δεν μπορούσαν να φύγουν κρύβοντα, Πήγαιναν κι έμεναν σε συγγενικά σπίτια που δεν τα υποπτευόν τουσαν. Για μεγαλύτερ η ασφάλεια τους κρύβανε στα ταβάνια κι από κει βγήκε η λέξη Ταβάν ταμπουρού .

Μια θεία μου έκρυβε έναν ανιψιό της. Αυτή αντί για το ταβάνι, τον έβαζε μέσα σ’ ένα κάπι. Κάπια λέγαμε κάτι τεράστια βαρέλια ξίλινα που βάζαμε τις ελιές. Ένα ήταν άδειο από ελιές, είχε μόνον άρμη κι εκεί μέσα τον έκρυβαν. Του είχαν γεμίσει μια σκάφη και δυο ξύλα για κουπιά και καθόταν μέχρι που να περάσει ο κίνδυνος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΧΩΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ Α’ ΠΑΓΚ. ΠΟΛΕΜΟΥ
(Ι. Λουκοπούλ ου-Μαρίκα Βλαχοπούλ ου, 21/3/68) (σ. 124)

Το 1915 σήκωσαν τον ελληνικό πληθυσμό από την Τρίγλια, τη Σιγή κι από άλλα παρ΄λια μέρη και τον έστειλαν στο εσωτερικό . Τα Μουδανιά δεν τα σήκωσαν. Επειδή όμως γίνονταν συλλήψεις Ελλήνων με το δικαιολογ ητικό ότι τροφοδοτο ύσαν τον ελληνικό στόλο, φοβηθήκαμ ε και φύγαμε.

Ένα γεγονός που μας φόβισε περισσότε ρο ήταν ότι ήρθαν μια μέρα και συλλάβανε τον πατέρα μου. Μαζί με τον Ξανθόπουλ ο κι έναν Τούρκο, τον Καλίπ μπέη, τους πήγαν στην Πάνορμο, Εκεί, δικάζανε στο στρατοδικ είο ένα Μουδανιώτ η, το Νίνο, που είχε ιταλική υπηκοότητ α. Το κατηγορού σαν ότι φυγάδευε Έλληνες στρατεύσι μους. Τον πατέρα μου και τους δύο άλλους τους πήραν για μάρτυρες, τους ζήτησε ο ίδιος ο Νίνος. Εμάς δεν μας είπαν τίποτε και 10 ημέρες που τον κρατήσανε ζήσαμε στην αγωνία. Μόλις γύρισε ο πατέρας μου η πρώτη του δουλειά ήταν να φύγει για την Πόλη. Σε λίγες μέρες, ετοιμαστή καμε κι εμείς και πήγαμε και τον βρήκαμε. Το σπίτι μας το παραδώσαμ ε σ’ ένα φίλο Τούρκο να το φυλάξει, τον Εστρέφ μπέη.

Στην Πόλη πήγαμε με αμάξι. Πήγαμε στην Προύσα κι από κει Κίο, Γιάλοβα, Πόλη. Είχε διακοπεί εκείνες τις ημέρες η ατμοπλοϊκ ή συγκοινων ία, είχε γείρει το βαπόρι από κάτι τορπίλλες που έρριξαν τ’ αγγλικά υποβρύχια . Από την Πόλη ήρθαμε σιδηροδρο μικώς στην Ελλάδα. Πριν από μας είχε φύγει η οικογένει α του Γαϊτάνου.

Στα Μουδανιά γυρίσαμε με την ελληνική Κατοχή.

ΙΣΤΟΡΙΑ (σ. 127)
(Αργίνη Ζάγορα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Θυμάμαι καλά τα γεγονότα μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1918, είχε αποφασιστ εί να γίνει μια κίνηση να ενωθούμε μετά της μητρός Ελλάδος, Το Πατριαρχε ίο της Κωνσταντι νουπόλεως είχε στείλει κόσμο να την προετοιμά σει. Ο πατέρας μου που έκανε τον παλληκαρά, και είχε αναπτύξει μεγάλη πατριωτικ ή δράση, εξελέγη απ’ το Πατριαρχε ίο να κηρύξει την «ένωση».

Για να μην τον πάρουν είδηση οι Τούρκοι νοίκιασε ένα μικρό πλοίο απ’ την Πόλη και βγήκε λαθραίως τη νύχτα στα Μουδανιά. Συνεννοήθ ηκε με τους προύχοντε ς, έγινε μια συγκέντρω ση στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και ομοφώνως κηρύξανε την «ένωση».

4-5 μήνες μετά την «ένωση» μια μοίρα του Αγγλικού στόλου έφτασε στο λιμάνι μας και αποβίβασε άγημα που έμεινε 1-2 μήνες. Οι Εγγλέζοι έμειναν σ’ ελληνικά σπίτια και άρχισαν χορούς και διασκεδάσ εις. Σιγά-σιγά πήραν θάρρος οι Έλληνες και άρχισαν να φέρονται σα να μην λογάριαζα ν τους Τούρκους τσέτες, τ’ αντάρτικα δηλαδή που είχαν δημιουργη θεί, λόγω της κατάσταση ς, μετά την υποχώρηση των τουρκικών αρχών. Μα ένα πρωί οι Εγγλέζοι έφυγαν, και τότε οι Τούρκοι έπιασαν μερικούς Έλληνες και τους φυλάκισαν .

Μετά την αποχώρηση των Εγγλέζων, οι τσέτες μπήκαν στα Μουδανιά, δεν έκαναν όμως πολλά κακά γιατί φοβόνταν τη χωροφυλακ ή. Δεν σκότωσαν πράγμα που έγινε για αντίποινα στην Τρίγλια και την Σιγή μα έκαναν πλιάτσικο .

Επειδή είχαμε εκτεθεί τότε με τους Άγγλους, αρχίσαμε οι Έλληνες να φεύγουμε στην Κων/πολη. Έπειτα οι περισσότε ροι από μας πήγαν στη Ραιδεστό. Στη διάρκεια του πολέμου, τα Μουδανιά ήταν βάση ανεφοδιασ μού.

Στην υποχώρηση του στρατού, σ’ ολόκληρο το μήκος του δρόμου που ενώνει τα Μουδανιά με την Προύσα υπήρχαν αφισμένα αυτοκίνητ α και είδη ανεφοδιασ μού.

Είχαμε και ένα Διοικητή, Παχνό, που δεν άφινε κανένα να φύγει, ως την τελευταία στιγμή.

ΑΠΟΒΑΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ ΤΩΝ ΣΤΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ (σ.130)
(Ι. Λουκοπούλ ου-Κώστας Ξανθόπουλ ος, 7/3/68)

Τέλος Ιουλίου ήταν που ήρθαν οι Άγγλοι κι έκαναν απόβαση στα Μουδανιά. Οι Έλληνες άρχισαν αμέσως να εκδηλώνον ται και να πανηγυρίζ ουν. Πολλοί από τους Τούρκους τους δικούς μας έφυγαν και για ασφάλεια πήγαν στα γύρω τούρκικα χωριά, φοβήθηκαν μήπως τους πειράξουμ ε.

Ένα εικοσιτετ ράωρο έμειναν οι Άγγλοι μετά μπήκα πάλι στα πλοία τους κι έφυγαν. Μόλις έφυγαν οι Άγγλοι γύρισαν οι Τούρκοι από τα χωριά. Αμέσως άρχισαν να συλλαμβάν ουν αυτούς που εκδηλώθηκ αν.

Εγώ τότε βρισκόμου να στην Πόλη μαζί με άλλους πατριώτες . Πήραμε μήνυμα από τα Μουδανιά όπου μας περιέγραφ αν την κατάσταση και μας έλεγαν να πάμε να διαμαρτυρ ηθούμε. στους Εγγλέζους .

Πήγαμε λοιπόν στους Εγγλέζους και τους εκθέσαμε τα γεγονότα. Οι Άγγλοι ζήτησαν έναν από μας, το Μοσχογιαν νίδη, σα διερμηνέα . Την άλλη μέρα το πρωί βρέθηκε ο Εγγλέζικο ς στόλος πάλι στα Μουδανιά κι έκανε απόβαση. Ένα άγημα ήταν με καμιά τριακοσαρ ιά ναύτες. Είχαν εστραμμέν α τα κανόνια τους προς τον τουρκομαχ αλά έτοιμα να ρίξουν, έρριξαν μάλιστα κι έναν κανονιοβο λισμό στον αέρα προς εκφοβισμό ν. Οι Τούρκοι τα χρειαστήκ ανε, μας παρακαλού σαν να μην τους καταδώσου με, όσους δικούς μας είχαν συλλάβει τους ελευθέρωσ αν. Ορισμένοι Τούρκοι φύγανε πάλι για τα χωριά γι’ αυτό οι Εγγλέζοι έβγαλαν προκήρυξη και τους καλούσαν όλους να γυρίσουν πίσω.

Δέκα πέντε μέρες ημέρες κάθησαν οι Εγγλέζοι. Μια μέρα, είμαστε παρέα ο Μοσχογιαν νίδης, εγώ και δυο Εγγλέζοι αξιωματικ οί. Εκεί που κάναμε περίπατο προς την Αγία Άννα, βλέπομε να έρχονται 3 ιππείς. Σαν πλησιάσαν ε είδαμε στα πηλήκιά τους το στέμμα, καταλάβαμ ε πως πρόκειται για Έλληνες στρατιώτε ς, άλλωστε τους περιμέναμ ε, μόνο που δεν γνωρίζαμε πότε ακριβώς θα ερχόντουσ αν. Μας ρωτήσανε αν είναι ελεύθερος ο δρόμος προς το διοικητήρ ιο και φύγανε. Ήταν ανιχνευτα ί.

Σε λίγο έφθασαν στα Μουδανιά καμιά τριακοσαρ ιά ιππείς. Κατέλαβαν το διοικητήρ ιο, από κείνη τη στιγμή κατέβηκε η αγγλική σημαία κι ανέβηκε η ελληνική. Έκτοτε είχαμε ελληνική κατοχή, οι Εγγλέζοι έφυγαν. Αρχές Αυγούστου του 1919 ήταν που ήρθαν τα ελληνικά στρατ6εύμ ατα. Ήρθε στρατός πολύς, είχαμε φρούραρχο, διοικητή.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑ ΣΗ (σ.135)
(Αργίνη Ζαγόρα-Νικ. Γαϊτάνος, 20/6/60)

Οι περισσότε ροι συμπατριώ τες μου, εργατικοί και ψαράδες βρίσκοντα ι εγκατεστη μένοι στα Νέα Μουδανιά της Εύβοιας.
Εκεί είναι και ένας Μούτσος Θωμάς, θαλασσοπό ρος.

Η αστική τάξη είναι εγκατεστη μένη, εδώ στην Αθήνα και έχει και αρκετούς στη Θεσσαλονί κη.

(Μπ. Νικηφορίδ ης-Νικόλαος Γαϊτάνος, 20/6/60) (σ. 136)

Από τους Μουδανιώτ ες οι περισσότε ροι εργατικοί, οι ψαράδες, ο λαός έχουν εγκαταστα θεί στα Νέα Μουδανιά της Χαλκιδική ς.

Οι περισσότε ροι αστοί βρίσκοντα ι εδώ, στην Αθήνα, και στη Θεσσαλονί κη.

Σελίδες: [1] 2 3 ... 10
SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal