Απανταχού Τριγλιανοί Απόγονοι

Ο Τόπος των Προγόνων μας (Ιστορίες και καταγραφές γι αυτόν). => ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ => Μήνυμα ξεκίνησε από: Αλέκος Κοκκαλάς στις 07 Σεπτέμβριος 2009, 12:30:45 μμ

Τίτλος: Τα μαξούλια της ελαιοκαρπίας Παλιάς Τρίγλιας
Αποστολή από: Μέλος Φόρουμ στις 07 Σεπτέμβριος 2009, 12:30:45 μμ
Τα μαξούλια της ελαιοκαρπ ίας Παλιάς Τρίγλιας

Στην παλιά πατρίδα Τρίγλια τα μαξούλια ήσαν ελιές και σηροτροφε ία (κουκούλια).
Ήταν όλη η περιοχή δεντροφυτ ευμένη από ελαιοδενδ ροφυτεία και μερική περιοχή από μουριές για θροφή της σηροτροφί ας.

Ο τρύγος της ελιάς αρχινούσε από τον Νοέμβριο και μέχρι τον Γενάρη και έβλεπες παρέες από 15-20 άτομα, γυναίκες και άνδρες να πηγαίνουν όλοι μαζί. Κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθει ές δηλαδή αλληλοβοή θειες, σήμερα στα δικά μου και αύριο στα δικά σου και έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν πελάγωνε ο κάθε νοικοκύρη ς, διότι ήτο κόπος μεγάλος αυτός . Οι ελιές θα τρυγηθούν με τη βέργα, δουλειά των ανδρών και μετά πάλι οι γυναίκες θα τις μαζεύουν από κάτω μια- μια, έπειτα όταν θα κουβαληθο ύν στο σπίτι θα γίνει αλληλοδια λογή, θα διαλεχθεί  η χοντρή ελιά, η οποία στην άρμη (σαλαμούρα), θα μπουν σε μεγάλα κάπια (βαρέλια)3000-4000 οκάδες σε κάθε βαρέλι. Αυτά τα βαρέλια τα λέγανε και Μπόμπες.
Έπειτα το δεύτερο χέρι θα πάει στο λαδαριό (ελαιοτριβ είο). Τις χονδρές ελιές ερχόντουσ αν έμποροι και τις παίρνανε για την Κωνσταντι νούπολη και άκουγες τους πουλητάς στην Πόλη να φωνάζουν στα μαγαζιά: «Ωραίες Τριγλιανέ ς χοντρές ελιές». Η παραγωγή της Τρίγλιας στην Πόλη είχε μεγάλη αξία, τις δε υπόλοιπες όπως γράφω πιο πάνω πήγαιναν στο λαδαριό, για λάδι.
Τέτοια λαδαργιά η Τρίγλια είχε πολλά , διότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα, όπως είναι σήμερα,τότε ήταν χειροποίη τα, όλα γινόντουσ αν με τα χέρια. Έβλεπες τον χαμουρκιά ρη να κρατάει στον αριστερό του ώμο το χαλινάρι του αλόγου και με τα δυο του χέρια, να κρατάει το ξύλινο φτυάρι  και έφερνε ένα γύρω την πέτρα που πατούσε τις ελιές.
 Μετά όταν τελείωνε το πάτημα και γινόταν το χαμούρι, το μετέφερε με το κουβαδάκι κοντά στο μάστορα και αυτός με τη σειρά του το έμπαζε μες στα τσόλια (σάκους), τα αράδιαζε ένα πάνω στο άλλο και γινότανε μια στοίβα (θημωνιά).Κατεβάζα νε μετά το μάγκανο και περνούσαν ένα χονδρό ξύλο έως 4 μέτρα, το οποίον το λέγανε μανέλα και σπρώχνανε την μανέλα 7-8 άνθρωποι και ο μάστορας από το έξω μέρος πήγαινε πίσω-πίσω και κάπου-κάπου έχυνε με τον κουβά ζεστό νερό πάνω στη στοίβα.
Τα πατούσαν 1-2 φορές και το λάδι πήγαινε κάτω στη δεξαμενή, μετά άνοιγε το καπάκι της δεξαμενής ο μάστορας και με μια γρατζούνα (μπούκλο όπως  το λέγαν) και μάζευε το λάδι και από κάτω έμεναν τα νερά.
Μετά ερχότανε αυτός που κουβαλούσ ε το λάδι στα σπίτια του καθενός, αυτόν το λέγανε λαδά. Είχε ένα στενόμακρ ο βαρέλι, το οποίον το λέγανε βούτη, στο επάνω μέρος ήτο στενό και στο κάτω φαρδύ, όπου έβαζε μέσα ως 50 οκάδες λάδι. Αυτή τη βούτη θα την πάρει ο λαδάς στον ώμο του όρθια, στο επάνω μέρος ανοικτή δίχως καπάκι και θα την πάει στο σπίτι αυτουνού που έβγαλε το λάδι.
Το πήγαινε λ.χ.από τον πάνω μαχαλά στον κάτω μαχαλά, βάδιζε μάλιστα και ξυπόλυτος, δίχως να φορεί κουντούρε ς, γιατί αν γλιστρούσ ε μια σε κείνα τα καλντηρίμ ια λιθόστρωτ α, θα πήγαινε αλλού εκείνος, αλλού η βούτη και αλλού το λάδι.
Όταν θα πήγαινε στο σπίτι που ήτο για μα πάει θα φώναζε από κάτω «κοκόνα (κυρία) κατέβα κάτου γιατί έφεραμε το μαξούλι».
Κατέβαινε  μετά η κοκόνα, άνοιγε το λεγόμενο κελάρι και μες στο κελάρι είχε μεγάλα πήλινα πιθάρια, τα οποία τα λέγανε καβανούς. Εκεί μέσα ύριζε με το ουσούλι ο φέρων τη βούτη και έτρεχε το ευλογημέν ο λάδι μες στο πιθάρι. Μετά η κοκόνα τον κερνούσε ρακί, τσίπουρο αγνό και φεύγοντας ο λαδάς φώναζε «Άντε να το φάτε με υγεία!». 
Εκεί τα λαδαριά αυτά δουλεύανε μέρα-νύχτα το πρωί και έτσι όποιος δεν είχε ύπνο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί πήγαινε στο λαδαριό και καθότανε κοντά στο καζάνι και ζεσταινότ ανε και αν πάλι πεινούσε, άνοιγε το κελάρι.
Μέσα είχε ψωμιά χάσικα από τον φούρνο του Προύσαλη και έκοβε 1-2 φελιά (φέτες) και τις έκανε στη φωτιά καροτές (φρυγανιές) και μετά τις βουτούσε στο λάδι και έτρωγε και χόρταινε.
Εκεί το τραπέζι ήταν κοινό για όλους, όποιος πήγαινε στο λαδαριό, θα κάτσει να φάει και να δεν καθότανε να φάει φαγητό, «έτρωγε ξύλο».     
                                             
Το κείμενο είναι του Μαργαρίτη Σταύρου.
Τίτλος: Απ: Τα μαξούλια της ελαιοκαρπίας Παλιάς Τρίγλιας
Αποστολή από: Μέλος Φόρουμ στις 24 Σεπτέμβριος 2009, 07:20:48 μμ
Toυ πρωτοσύγκ ελου

Τα βράδια, που του Δεκέμβρη οι νύχτες είναι ατέλειωτε ς, ο Πρωτοσύγκ ελος ερχότανε  μέσα στο λαδαριό και κάθιζε μαζί με τους εργάτες του για να πει κανένα καλαμπούρ ι, για να περάσει η ώρα και στη συνέχεια να δίνει και κουράγιο στους εργάτες να δουλεύουν, να μη νυστάζουν . Αρχινούσε τότε και έλεγε : «Βρε παιδιά δεν είστε Τριγλιανο ί, τι κάθεστε; Κάντε καροτές (φρυγανιές) και βουτάτε στο λάδι» και συνέχιζε «Μπορεί να είμαι εδώ πέρα στα Μουντανιά και να περνώ καλά, αλλά είναι σαν να βρίσκομαι στην ξενιτιά. Αν και είναι κοντά η Τρίγλια καλά και έχω ‘δω κοντά στο μαχαλά μου του Τσίτερ το Αποστολό ντο γιατρό και κάνουμε λίγο κοννούσι (συζήτηση) και λέμε κομάϊ τα χωριανά μας και ξεσπάνω λίγο, έρχομαι συχνά και καλλιόνω». Το χτηνό του, το καημένο αυτό το άλογο δε το άφησε ποδάρια να υρίζει ούλα τα χωριά της Χαλκιδική ς           
SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal