Αποστολέας Θέμα: ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ- Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ- Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΗ-ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ  (Αναγνώστηκε 7493 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
 ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ


ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤ ΡΑ- Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕ ΙΑ- Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑ ΓΩΓΗ-ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ  ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ.

Η ΕΛΙΑ-ΤΟ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤ ΡΟ

 Η ελιά είναι  γνωστή στη Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια .Oι Έλληνες ανέκαθεν λάτρευαν την ελιά  και την θεωρούσαν σύμβολο φρόνησης, ειρήνης και ευφορίας. Οι ελιές προτιμούν τα εύκρατα κλίματα, χωρίς ακρότητες θερμοκρασ ίας, γι’ αυτό είναι διαδεδομέ νες στην Μεσογειακ ή ζώνη (Μικρά Ασία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Αλγερία κ.α.). Η ελιά είναι δένδρο πολύτιμο για τον φαγώσιμο καρπό της, για το λάδι, για το ξύλο και για τη σκιά  του φυλλώματό ς της , ενώ κατατάσσε ται ανάμεσα στα πιο χρήσιμα δένδρα.
Η ελιά στην Μ. Ασία ευδοκιμεί κυρίως στις παραλίες, όπου δάση ολόκληρα από ελιές καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις. Την καλλιέργε ια της ελιάς την είχαν κυρίως οι Έλληνες. Όλα τα παράλια του Κιανού Κόλπου(Τρίγλια, Σιγή,Αρβανιτοχώρι, Μουδανιά, Ελιγμοί, Κίος κ.α) με το ηπιότατο κλίμα καλύπτοντ αν από απέραντου ς ελαιώνες.

ΟΙ ΕΛΙΕΣ ΤΗΣ ΤΡΙΓΛΙΑΣ-ΤΑ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤ ΡΑ

«Γη της Επαγγελία ς» ονόμαζαν οι παλιοί Τριγλιανο ί, την «αλησμόνητη» πατρίδα Τρίγλια. Εύφορη γη ο Μεράς (μεράς=γεωργική περιοχή)της Τρίγλιας. Απέραντος ελαιώνας  όλη την περιοχή που έφτανε μέχρι την ακροθαλασ σιά. Εκτός από τις ελιές είχε συκαμιές, αμπέλια, συκιές, κυδωνιές, καρυδιές, απιδιές, δαμασκηνι ές, κερασιές, μποστάνια κ.α. «Πλούσια τα ελέη του τόπου». Στα βυζαντινά χρόνια η Τρίγλια ήταν αμπελότοπ ος. Η γη, το κλίμα και τα μοναστήρι α (μοναστηρό τοπος) ευνοούσαν την αμπελοκαλ λιέργεια και την οινοποιεί α (Τρίγλειος οίνος). Τα μοναστήρι α της Τρίγλιας είχαν αμπέλια. Η αμπελοκαλ λιέργεια στο Βυζάντιο ήταν κερδοφόρα . Η γη των αμπελιών ήταν δέκα φορές πιο ακριβή από την αρόσιμη γη, παρόλο που το σιτάρι ήταν απαραίτητ ο είδος διατροφής . Κατά τους πρώτους χρόνους της Οθωμανική ς κατάκτηση ς, οι Χριστιανο ί στα Μουδανιά και στα γύρω-Σιγή-Τρίγλια κλπ. αναφέροντ αι ως αμπελουργ οί και ως ψαράδες, αφού ήταν παραθαλάσ σιοι τόποι. Τα κτήματα της περιοχής, κατά την πρώτη Οθωμανική περίοδο, ανήκαν στα μοναστήρι α (ιερές ιδιοκτησί ες). Αντίπαλος των αμπελιών και του σταφυλιού ήταν η ελιά. Οι αλατισμέν ες ελιές και το λάδι αποτελούσ αν επίζηλα είδη διατροφής . Στην Τρίγλια, τα νεότερα χρόνια επικράτησ ε πλήρως η καλλιέργε ια της ελιάς. Εκατοντάδ ες χιλιάδες οκάδες υπολογιζό ταν η παραγωγή της ελιάς κάθε χρόνο. Όλοι οι κάτοικοι της Τρίγλιας , άλλος λίγο άλλος πολύ, είχαν το δικό τους ελαιώνα.  Ελαιώνας είναι έκταση φυτεμένη με ελιές.
Τους ελαιώνες τους έλεγαν «λιοτόπια». Τα ελαιόδεντ ρα «λιόδεντρα».


■ Οι Τριγλιανέ ς ελιές. Πουθενά αλλού, σε μεσογειακ ό τόπο, από το Γιβλαρτάρ ως τη Γάζα, δεν έδωσε η φύση τόσο απλόχερα την ευλογία της στο βιβλικό αυτό δέντρο όσο έδωσε στην Τρίγλια μας. Κάθε δέντρο της ελιάς έδινε δυο φορτία βαριά μουλαρίσι α.    

Αναστάση Τακά: Επιστολή στο γιο, Μονόλογος-Χρονικό (σελ.29)
Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1983.


Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς

Συνεχίζετ αι...

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ
« Απάντηση #1 στις: 25 Νοέμβριος 2009, 07:52:33 μμ »
H  ΚΑΛΛΙΕΡΓΕ ΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΓΛΙΑ

■ Στην παλιά πατρίδα οι ρετσεπέρη δες (αγρότες) καλλιεργο ύσαν την γη σ΄όλες τις περιφέρει ες με τα λισγάρια (1) ή σε ίσωμα ήτο το κτήμα ή σε μπαϊρι (ανηφοριά).Παντού δούλευε το λισγάρι, ζευγάρια με άλογα για να τα οργώσουν δεν ζέβανε, αν και μερικοί είχαν ζευγάρια διότι σπέρνανε μερικά σιτηρά μέρη, αλλά δεν βάζανε άροτρα μέσα στα λιοτόπια (2)φοβούμενο ι μήπως σπάζουν τις ρίζες των δέντρων (3) και αυτός βέβαια ο φόβος τους ήτο δικαιολογ ημένος. Λοιπόν, συγκεντρώ νονταν παρέες από οκτώ και δέκα άτομα και κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθει ές (αλληλοβοή θειες), σήμερα στα δικά μου- αύριο στα δικά σου. Αυτά γίνονταν στους μικροπαρα γωγούς. Στους μεγαλοκτη ματίες κάνανε ταϊφάδες (παρέες)που τους δούλευαν με γρόσια μεροκάματ ο. Ο νοικοκύρη ς έβαζε έναν που τον λέγανε κεχαγιά δηλαδή αρχιεργάτ ης. Αυτός θα εύρισκε τους εργάτες και γύριζε να βρει μάλιστα τους καλύτερου ς λισγαράδε ς(4) που ήταν γεροί και δυνατοί. Έπρεπε κιόλας να ταιριάζου ν γιατί δούλευαν τσιφτέ (από δυο μαζί), δηλαδή αν ήσαν λ.χ 10 εργάτες θα σχημάτιζα ν 5 ζευγάρια, γι΄αυτό έπρεπε να συμφωνούν ο ένας με τον άλλον. Αν ήτο ο ένας από τους δυο πιο αδύνατος, το ζόρι έπεφτε στον δυνατό, γι΄αυτό έπρεπε να ισοδυναμο ύν στις δυνάμεις τους .Τώρα το αφεντικό είχε να κάνει με τον κεχαγιά, τους θα πήγαινε να βρει τους εργάτες, τους θα φρόντιζε για τη θροφή τους, ψωμιά, κατίκι (φαγητό), θα ΄παιρνε τον χεϊμπέ (δισάκι) κατά εντολή βέβαια του αφεντικού και θα πήγαινε στο φούρνο του Προύσαλη και θα έπαιρνε λ.χ 10 ψωμιά, μετά θα πήγαινε στο μπακάλικο του Αρμόδιου ή στου Καλπάκη και θα ΄παιρνε γαράτα (ψαριά παστά), κολιούς, παλαμίδα, λακέρτα κτλπ. Θα γέμιζε και ένα γαλόνι με λάδι, θα γέμιζε με νερό δύο μεγάλες καλίτσες (στάμνες). Αυτά όλα θα τα φόρτωνε στου αφεντικού το μερκέπι (γαϊδούρι), θα έκανε καβάλα και πουρνό-πουρνό (πρωί)θα έβγαινε στο Σεργί να τους περιμένει . Γιατί αποβραδίς ήτο το ραντεβού στο Σεργί και όσοι είχαν χτηνά καλώς εστί, αν όχι βάδιζαν και με το λισγάρι στον ώμο με τα πόδια. Όταν θα πήγαιναν στο κτήμα, θα αρχινούσε η δουλειά. Ο κεχαγιάς δεν έπιανε λισγάρι, αυτός θα γύριζε πάνω κάτω και θα προσέχει τους εργάτες, ποιος δουλεύει και ποιος δεν δουλεύει για να το αναφέρει το βράδυ στο αφεντικό να τον σχολάσουν για να βάλουν άλλον στη θέση του. Η δουλειά που θα κάνει όλη την ημέρα θα είναι να μαζέψει κάμποσα πίτσια(5) για τα κατσικόπλ ο(6) του αφεντικού . Αυτά γινόντανε κατά την εποχή εκείνη που με πολλούς κόπους και μόχθους βγάζανε ο κόσμος το καρβέλι….                    

Η ελαιοδενδ ροκαλλιέρ γεια στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς (Τρίγλια 1912- Ν. Τρίγλια  1995)
(από χειρόγραφ ο μη δημοσιευμ ένο κείμενο)


Λεξιλόγιο- Σχόλια.
(1)λισγάρι ή λισκάρι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος «μανίκι»-λαβή που κατέληγε στη συνέχεια σε δύο  σιδερένια αιχμηρά διχαλωτά άκρα, τα οποία βυθίζοντα ν στο χώμα σε σχεδόν κατακόρυφ η θέση, όταν το πατούσαν με όλο το βάρος του σώματος. Η καλλιέργε ια του ελαιώνα γινόταν κυρίως με το λισγάρι, το δικέλλι και την τσάπα.
Δικέλλι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος που μοιάζει σαν τσάπα, αλλά   καταλήγει σε δύο σιδερένια  αιχμηρά άκρα.
Τσάπα=σκαπτικό εργαλείο που αποτελείτ αι από ξύλινο στέλεχος και από ένα κοφτερό πλατύ μεταλλικό εξάρτημα.
Για το ξεχέρσωμα, εκτός από το λισγάρι χρησιμοπο ιούσαν και τον κασμά.
Κασμάς= σκαπτικό εργαλείο σαν αξίνα.  
(2)λιοτόπια=ελαιώνες
(3)ρίζες των δέντρων=Οι ρίζες στις ελιές είναι χοντρές και επιφανεια κές, οι περισσότε ρες έχουν βάθος 20-70 εκ., λίγες  προχωρούν σε βάθος 1-1,20μέτρα. Οι ρίζες καλύπτουν επιφάνεια 7-8 φορές μεγαλύτερ η από τη φυλλώδη.
(4)λισγαράδε ς= εργάτες γης που δούλευαν με το λισγάρι.
(5)πίτσια= παράριζα
(6)κατσικόπλ ο=μικρό κατσίκι

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς
Συνεχίζετ αι...

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ
« Απάντηση #2 στις: 25 Νοέμβριος 2009, 08:05:51 μμ »
■ Στην παλιά μας πατρίδα την Τρίγλια,  υπήρχε η αλληλεγγύ η ή όπως το έλεγαν οι Τριγλιανο ί λινοβοθει ές, αλληλοβοή θεια δηλαδή. Οι άνθρωποι βοηθιόντο υσαν αναμεταξύ τους, π.χ. πήγαιναν μαζί στο λισγάρι και δούλευαν μαζί τα λιοτόπια τους.
   Δεν λέγανε ότι «εσύ μαθές έχεις πιο πολλές μέρες μεροδούλι α». Αυτά δεν τα υπολόγιζα ν γιατί οι άνθρωποι είχαν μεταξύ τους αγάπη και ομόνοια.
   Εκεί όταν γλεντούσα ν χαιρόντου σαν όλοι μαζί κι όταν πάλι γινότανε κάποιο δυσάρεστο, έκλαιγαν πάλι όλοι μαζί.[…]. Εκεί όταν κάποιος δεν έκανε μαξούλι τρέχαν όλοι να τον βοηθήσουν, να στηριχθεί στα πόδια του.

Λινοβοθει ές (αλληλοβοή θεια)
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, «Τριγλιανά Νέα», 5 Απριλίου 1983, φύλλο 41
Τριγλιανά Λαογραφικ ά



■ […]ο Μεράς (περιοχή της Τρίγλιας) δουλευότα νε με τα λισγάρια και στο λισγάρεμα δεν υπήρχαν άλλοι ανώτεροι από τους Τριγλιανο ύς. Το αφεντικό που θα έπαιρνε έναν εργάτη στο κτήμα του για λισγάρεμα, πρώτα θα έβλεπε τις σμίλες  (διχάλα) (1)  του λισγαριού πως είναι, αν ήσαν φαρδιές τον έπαιρνε αλλά αν ήταν στενές δεν τον παίρνανε στη δουλειά. Επειδή, ο Μεράς (2) ήτο πολύ μεγάλος και  με το λισγάρισμ α πίσω – πίσω αργούσαν πολύ να δουλευτεί, γι’ αυτό παίρνανε και εργάτες από άλλα χωριά. Αλλά αυτοί οι ξένοι δεν μπορούσαν να τα βγάλουν με τους Τριγλιανο ύς, ερχόντουσ αν μια μέρα, δύο, την τρίτη κλώτσαγαν την μπιέλα(3)  και έφευγαν. Τα αφεντικά, οι Τριγλιανο ί- πονηροί τότε- λισγάρεμα δούλευαν τσιφτέ(4) δηλαδή από δύο- δύο μαζί ζευγάρι, τ’ αφεντικά ξέρανε ότι οι ξένοι δεν γνώριζαν καλά τη δουλειά και βάζαν ένα ξένο μαζί μ’ ένα Τριγλιανό . Ε! αυτό που δεν ήθελαν οι εργάτες Τριγλιανο ί, του δίναν ντουμάνι(5),  α  και από εδώ,  α και εκεί, κουραζότα νε ο ξένος και μια μέρα, δύο μέρες, την τρίτη την έκανε κοπάνα. Μετά  λέγανε στ’ αφεντικά, οι Τριγλιανο ί εργάτες «ειδέστονα γένιε(6) λαός(7)», «αυτά τα παρώρια [8]δεν μπορούν να τα βγάλουσι μαζί μας γι’ αυτό και τώρα θα το κάνεις μεροδούλι 5 γρόσια (9) πάρα πάνου και όχι μονάχα ψωμί με δυο καλίτσες (στάμνες) νερό, αλλά θα μας φέρνεις και κατίκι (φαγητό), φασούλι μαϊρεμένο, όχι χαμψία(10) γαράτα (παστά) και ψωμί θα μας φέρνεις χάσικο(10)  απέ του Προύσαλη ντο φούρνο και όχι μαύρο απ’ του Δήμα , ΄κούεις με, άμα δε τα κάνεις αυτά ο ταϊφάς (παρέα) αύριο φεύγει». Τώρα το αφεντικό τι να κάνει αναγκαστι κά υπέκυπτε και έκανε ότι ηθέλανε οι εργάτες.

Πως γινόταν η καλλιέργε ια των κτημάτων στην παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, Νέα Τρίγλια Χαλκιδική ς
(από χειρόγραφ ο μη δημοσιευμ ένο κείμενο)

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)σμίλες (διχάλα)= τα αιχμηρά διχαλωτά άκρα του λισγαριού .
(2)Μεράς= η αγροτική περιοχή
(3)μπιέλα= εξάρτημα μηχανής, συνήθως κυλινδρικ ό με το οποίο  μεταβιβάζ εται ένα τμήμα μηχανής σ΄ένα άλλο/ μτφ. κλωτσάω ή βαράω μπιέλα=κουράζομαι, εξαντλούμ αι.
(4)τσιφτές= δυάδα
(5)ντουμάνι= πυκνός καπνός/ δίναν ντουμάνι=παίρναν φωτιά
(6)γένιε=έγινε
(7)λαός= λαγός. Στο Τριγλιανό ιδίωμα, τo γάμα (γ) πέφτει σε μεσοφωνηε ντική θέση π.χ έτρωε, έκλαια, εγέλαα αντί έτρωγε, έκλαιγα, γέλαγα.
[8]παρώρι=(παρά την ώρα) ανόητος, βραδύνους .
(9)γρόσι=τούρκικο νόμισμα,1/100 της τούρκικης λίρας, 1 γρόσι αντιστοιχ ούσε σε 40 παράδες.
(10)χαμψία=είδος σαρδέλας στην Προποντίδ α./ χαμψία γαράτα=σαρδέλες παστές.
(11)χάσικο ψωμί= άσπρο ψωμί



■ ....Η βασική της παραγωγή ήταν η ελαιοκαρπ ία(1) και σε μικρότερη έκταση η σηροτροφί α  (κουκούλια). Οι μεγαλοκτη ματίες διατηρούσ αν στα κτήματα τους ντάμια (μικρά αγροτόσπι τα) και έκαναν ταϊφάδες  (παρέες) από 25— 30 άτομα εργάτες για τον τρύγο της ελιάς και τις καλλιέργε ιες των κτημάτων.
   Εκείνη την εποχή όλα γινόντουσ αν δια της χειρός, λισγάρισμ α(1), τσαπίσματ α κλπ. και επειδή στη Μικρασία έκανε βαρυχειμω νιές αναγκαστι κά υπήρχαν αυτά τα ντάμια(2) για να προφυλάγε ται ο κόσμος από  τις κακοκαιρί ες, βροχές, χιόνια, παγωνιές. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα οκτάωρα  εργασίας, όπως είναι εδώ σήμερα, εκεί τότε οι άνθρωποι δούλευαν από νύχτα σε νύχτα. Όταν λάχαινε να χαλάσει ο καιρός συγκεντρω νόντουσαν όλοι μέσα στα ντάμια.
   Στον ταϊφά ήσαν μερικοί παραμυθάδ ες,  αγράμματο ι που όμως είχαν τέτοιο «λέειν» και τέτοιο ταλέντο όπου δεν τους έφθαναν ούτε οι σημερινοί μορφωμένο ι μυθιστορι ογράφοι.  Ένα παραμύθι διαρκούσε πολλές εβδομάδες και τελειωμό δεν είχε.
   Και σαν τέτοιος  παραμυθάς, από τους κορυφαίου ς, ήταν ο Λεωνίδας Τοπάλης, γι' αυτό και οι εργάτες ρωτούσαν αποβραδίς να μάθουν ο  Μπαρμπαλε ωνίδας  αποσαυριο ύ(4) με ποιο ταϊφά και σε ποιανού λιοτόπι θα πάει.                
   Τ' αφεντικά όμως δεν τον ήθελαν, όχι που δεν ήταν εργατικός, αλλά επειδή γινόντουσ αν χασομέρια από τους  εργάτες. Οι εργάτες έλεγαν στ'  αφεντικά «άμα δεν έρτει ο Μπαρμπαλω νίδης και εμείς δεν ερχούμαστ ε στη δουλειά» και έτσι αναγκα¬στικά υπέκυπταν τ' αφεντικά.[…]

Οι παραμυδάθ ες της Παλιάς Τρίγλιας.
Σταύρος Δ.Μαργαρί της
Εφημερίδα «Μελτέμι αλλαγής», Ραφήνα, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1977, φύλλο 4-5

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)ελαιοκαρπ ία= η παραγωγή καρπού της ελιάς.
(2)λισγάρισμ α=σκάψιμο με το λισγάρι.
(3)ντάμια=μικρά αγροτόσπι τα
(4)ταϊφάς ή νταϊφάς=ομάδα, παρέα
(5)αποσαυριο ύ= η επαύριος, η επόμενη μέρα.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς
Συνεχίζετ αι...

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ
« Απάντηση #3 στις: 26 Νοέμβριος 2009, 07:32:01 μμ »
Η ΕΛΑΙΟΠΑΡΑ ΓΩΓΗ(1), ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΔΙ

Μαύρα μάτια έχεις φως μου, μαύρα ΄ναι σαν της Τρίγλιας  την  ελιά
κι όποιος τα γλυκοφιλή σει  Χάρο δε φοβάται πια.
                                            Δίστιχο της παλιάς Τρίγλιας   

 

■ Όταν γινότανε ο τρύγος της ελιάς, αυτό το λέγαμε μαξούλι(2) που ήτο και το βασικότερ ο. Οι άνθρωποι τότε ήσαν πολύ μονιασμέν οι και γι’ αυτό βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Ο τρύγος της ελιάς κρατούσε πολύ διάστημα, πιάσε από τον Νοέμβριο και μέχρι τον Γενάρη, προπαντώς όταν ήτο μαξουλοχρ ονιά., γιατί οι λόγοι ήσαν πολλοί: Πρώτον, δεν υπήρχαν τα μέσα μεταφοράς και οι εκτάσεις ήσαν ανώμαλες. Δεν υπήρχαν αμαξωτοί δρόμοι, εκτός μόνο από την κεντρική αρτηρία που πήγαινε Μουδανιά-Προύσα και από την άλλη πλευρά Μηχαλίτσι-Κασαμπά.  Η μεταφορά του μαξουλιού γινότανε με τα χτηνά, όπου τα λέγανε μερκέπια (γαϊδούρια), γι’ αυτό κάθε νοικοκύρη ς είχε το χτηνό του, στα χτηνά φορτώνανε κάτι πλατιές κούφες που ήταν κατά τέτοιο τρόπο φτιαγμενε ς πλατιές που βόλευαν το φόρτωμα . Δεύτερον, τα χτήματα ήσαν σε μακρινές αποστάσει ς από το χωριό και οι δρόμοι στενοί και ανώμαλοι που μόνο μ’ αυτά τα ζώα μπορούσε να γίνει η μεταφορά της ελιάς από τα χτήματα στο  χωριό. Γινόντουσ αν κουμπανίε ς, παρέες από 20-30 άτομα και πήγαιναν στον τρύγο. Οι άντρες παίρναν τις μεγάλες βέργες και τα μικρά ραβδιά που τα λέγαν βιτσιά και οι γυναίκες βολεύανε τα φαγητά, μάλιστα εκτός από το μαγειρεμέ νο φαγητό, απαραίτητ ο θα πάρουν και ένα γαλόνι λάδι και ψάρια γαράτα (παστά), σκόρδα και κρεμμύδια . Αυτά όλα  και δυο καλίτσες (στάμνες) νερό, θα φορτωθούν στα χτηνά, μέσα στις κόφες και ποδαρόδρο μο μες στα   χιόνια βαδίζοντα ς θα πάνε στα χτήματά τους. Είπαμε ότι γινόντουσ αν παρέες παρέες που τις λέγαμε λινοβοηθε ιές (αλληλοβοή θειες), δηλαδή σήμερα στα δικά μου αύριο στα δικά σου. Λοιπόν, έξω που θα πήγαιναν, όπως γράφω και πιο πάνω πήγαιναν και με τα χιόνια, θ’ απλώσουν τα τσόλια κάτω από τα δέντρα. Τα τσόλια ήσαν ενωμένα τσουβάλια υπό τύπου χαλιού. Μετά οι άνδρες ανέβαιναν στα δέντρα και με τις βεργιές αρχινούσε ο τρύγος. Τώρα όσες ελιές πέφταν μέσα στο τσόλι, έχει καλώς, οι δε άλλες θα μαζευτούν από τις γυναίκες μια- μια.(3) Όταν πια θα βραδιάσει θα φορτώσουν τα χτηνά και θα ΄ρθούν στο χωριό. Εν τω μεταξύ, επειδή πολλές φορές αργούσαν, διότι πήγαιναν πολύ μακριά, παίρναν μαζί τους φανάρια γιατί οι δρόμοι ήσαν ανώμαλοι και το χειμώνα ήταν πολύ δύσκολα, γιατί και πολλές φορές, τα χτήνα γλιστρούσ αν και έπεφταν μες στα χιόνια, ήτο κι αυτός ένας λόγος παραπάνω το να πηγαίνουν πολλοί μαζί. Έπειτα αυτές οι ελιές θα ΄ρθουν στο χωριό και θα πέσουν μες στο κατόχι(4) κουβάρα (5), θα αρχίσει η διαλογή. Οι χοντρές ελιές θα μπουν μέσα σε μεγάλα βαρέλια, τα οποία τα λέγανε κάπια και άλλα πάλι πιο μεγάλα πέντε ως έξι τόνων, τα λέγανε μπόμπες. Αυτή η ελιά θα πάει στο εμπόριο. Η άλλη, η μικρή ελιά θα πάει στο λαδαργιό (ελαιοτριβ είο) για λάδι. Οι γυναίκες πρόσφεραν την περισσότε ρη δουλειά. γιατί από τον τρύγο που ερχόντουσ αν θα συνεχίσου ν και στο σπίτι την διαλογή με την λάμπα ως τις πρωϊνές ώρες, ενώ οι άντρες άμα ξεφόρτωνα ν τα χτηνά μετά πήγαιναν στο καφενείο για καφέ.   

Tρύγος της ελιάς στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ.Μαργαρί της, Ν.Τρίγλια
(από χειρόγραφ ο μη δημοσιευμ ένο κείμενο)

(1) ελαιοπαρα γωγή=η συνολική παραγωγή ελαιοκάρπ ου και ελαιολάδο υ σε ορισμένο τόπο/ ελαιόκαρπ ος= ο καρπός της ελιάς, η ελιά / ελαιόλαδο= το λάδι της ελιάς
(2)μαξούλι=σοδειά,συγκομιδή
(3) Οι ελιές που έπεφταν τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη, τις ονόμαζαν «αποκατιανές» ή «χαμάδα», τις μάζευαν και τις προόριζαν για λάδι.
 (4)κατόχι=κατώϊ
(5)κουβάρα=σφαιρικά


■ […]Ο τρύγος της ελιάς αρχινούσε από το Νοέμβριο  μέχρι και το Γενάρη και έβλεπες παρέες από 15-20 άτομα γυναίκες και άντρες να πηγαίνουν ε όλοι μαζί, κάνανε τις λεγόμενες λινοβοθει ές δηλαδή αλληλοβοή θειες, σήμερα στα δικά μου αύριο στα δικά σου, και έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν πελάγωνε ο κάθε νοικοκύρη ς, διότι ήτο κόπος μεγάλος αυτός. Οι ελιές θα τρυγηθούν με την βέργα, δουλειά των ανδρών και μετά πάλι οι γυναίκες θα τις μαζέψουν από κάτω μία – μία. Έπειτα όταν θα κουβαληθο ύν στο σπίτι, θα γίνει άλλη διαλογή. Θα βγει η χοντρή ελιά, η οποία θα μπει στην άρμη (σαλαμούρα), θα μπουν σε μεγάλα κάπια (βαρέλια) (1) 3.000-4.000 χιλιάδες οκάδες σε κάθε βαρέλι. Αυτά τα βαρέλια τα λέγανε και «Μπόμπες». Έπειτα το δεύτερο χέρι πάει στο λαδαριό (ελαιοτριβ είο). Τις χοντρές ελιές ερχόντουσ αν έμποροι και τις παίρνανε για την Κωνσταντι νούπολη και άκουγες τους πωλητές στην Πόλη να φωνάζουν στα μαγαζιά «ωραίες Τριγλιανέ ς χοντρές ελιές». Η παραγωγή της Τρίγλιας στην Πόλη είχε μεγάλη αξία. Τις δε υπόλοιπες όπως γράφω πιο πάνω πήγαιναν στο λαδαριό για λάδι. Τέτοια λαδαριά, η Τρίγλια είχε πολλά διότι κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα όπως είναι σήμερα, τότε ήταν χειροποίη τα όλα, γινόντουσ αν με τα χέρια .Έβλεπες τον χαμουρκιά ρη(2) να κρατάει στον αριστερό του ώμο το χαλινάρι του αλόγου και με τα δυο του χέρια να κρατά το ξύλινο φτυάρι και έφερνε ένα γύρω την πέτρα που πατούσε τις ελιές.  Μετά όταν τελείωνε το πάτημα και γινότανε το χαμούρι (3), το μετέφερε άλλος με το κουβαδάκι κοντά στον μάστορα και άλλος με τη σειρά του το έμπαζε μες τα τσόλια (σάκους) τα αράδιαζε ένα επάνω στο άλλο και γινότανε μια στοίβα (θημωνιά). Κατεβάζαν ε μετά τον μάγκανο(4) και περνούσαν ένα χονδρό ξύλο έως 4 μέτρα το όποιο το λέγανε μανέλα (5)και σπρώχνανε τη μανέλα 7-8 άνθρωποι και ο μάστορας από το έξω μέρος πήγαινε πίσω- πίσω και κάπου- κάπου, έχυνε με τον κουβά ζεστό νερό πάνω στην στοίβα. Τα πατούσαν μια -δυό φορές  και το λάδι πήγαινε κάτω στην δεξαμενή, μετά άνοιγε το καπάκι της δεξαμενής ο μάστορας και με μια γρατζούνα (μπούλκο) όπως το έλεγαν μάζευε το λάδι και από κάτω έμεναν τα νερά.
Μετά ερχότανε αυτός που κουβαλούσ ε το λάδι στα σπίτια  του καθενός, αυτόν τον λέγανε λαδά. Είχε ένα στενόμακρ ο βαρέλι το οποίο το λέγανε βούτη, στο επάνω μέρος ήτο στενό και στο κάτω φαρδύ όπου έβαζε μέσα ως 50 (πενήντα) οκάδες λάδι
Αυτή τη βούτη θα την πάρει ο λαδάς στον ώμο του όρθια στο επάνω μέρος ανοιχτή δίχως καπάκι και θα πάει στο σπίτι αυτουνού που έβγαλε το λάδι, και το πήγαινε λόγου χάριν από κάτω μαχαλά (6) στον επάνω μαχαλά. Βάδιζε μάλιστα και ξυπόλητος δίχως να φοράει κουντούρε ς(7), γιατί αν θα γλιστρούσ ε μια σε κείνα τα καλντιρίμ ια  (λιθόστρωτ α )θα πήγαιναν άλλού  εκείνος, αλλού η βούτη και αλλού το λάδι. Όταν θα πήγαινε στο σπίτι που ήτο για να πάει να φωνάξει από κάτω «κοκόνα (κυρία) κατέβα κάτου εφέραμε το μαξούλι». Κατέβαινε μετά η κοκόνα και άνοιγε το λεγόμενο κελάρι και μέσα στο κελάρι είχε μεγάλα πήλινα πιθάρια που τα λέγανε καβανούς. Έτρεχε το ευλογημέν ο λάδι μες το πιθάρι και μετά η κοκόνα τον κερνούσε ρακί, τσίπουρο αγνό και μετά φεύγοντας ο λαδάς  φώναζε «άντε να το φάτε με υγεία».
Εκεί τα λαδάρια [8] αυτά δουλεύανε μέρα – νύχτα, μέχρι το πρωί και έτσι όποιος δεν είχε ύπνο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί πήγαινε στο λαδαριό και καθότανε κοντά στο καζάνι και ζεσταινότ ανε και αν πάλι πεινούσε, άνοιγε το κελάρι μέσα είχε ψωμιά χάσικα από τον φούρνο του Προύσαλη και έκοβε ένα δυό φελιά (φέτες) και τις έκανε στην φωτιά καροτές (φρυγανιές) και μετά τις βουτούσε στο λάδι και έτρωγε, χόρταινε. Εκεί το τραπέζι ήταν κοινό για όλους, όποιος πήγαινε στο λαδαριό να κάτσει να φάει και «αν δεν καθότανε να φάει φαγητό, έτρωγε ξύλο».

Τα μαξούλια της ελαιοκαρπ ίας της παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, Νέα Τρίγλια Χαλκιδική ς
(από χειρόγραφ ο μη δημοσιευμ ένο κείμενο)

Λεξιλόγιο-Σχόλια
(1)κάπια= μεγάλοι κάδοι ελιάς
(2)χαμουρκιά ρης=αυτός που δουλεύει το χαμούρι (ζυμάρι) της ελιάς.
(3)χαμούρι=ζυμάρι,ελαιοπολτός.
(4)μάγκανο= χειροκίνη το μηχάνημα που συσφίγγει, πρέσσα.
(5)μανέλα=  μοχλός με τον οποίον κινείται κάτι περιστροφ ικά , στρόφαλος .
(6)μαχαλάς= συνοικία, κάτω μαχαλάς- πάνω μαχαλάς= οι δυο συνοικίες της Τρίγλιας.
(7)κουντούρε ς=τα παππούτσι α
[8]λαδαριά=ελαιοτριβεία

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς
Συνεχίζετ αι...

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ
« Απάντηση #4 στις: 26 Νοέμβριος 2009, 07:41:08 μμ »
■ Βγαίνοντα ς έξω από την κωμόπολη, από την περιοχή που τη λέγανε Σεργί και τραβώντας για το νέο Νεκροταφε ίο, από τον αμαξωτό δρόμο, αριστερά ήταν η φάμπρικα(1) του Αναστάση Μπρούσαλη . Αυτό το εργοστάσι ο ήτο εξοπλισμέ νο με τα πιο σύγχρονα μηχανήματ α της εποχής. Εκτός από τις μηχανές του ελαιοτριβ είου οπού έβγαζε χιλιάδες τόνους λάδι, σε συνέχεια είχε και σύγχρονο τμήμα αλευρομύλ ου που έβγαζε άλευρα, εκτός από τα πιτυρούχα έβγαζε και λευκό φαρίνα, διότι στην παλαιά πατρίδα ο κόσμος δεν ζύμωνε, παρά αγόραζε ψωμί από τους φούρνους.[…].
[….]Η παραγωγή του εργοστασί ου από άλευρα και λάδι ήταν πολύ μεγάλη, την διοχέτευε δε ο Μπρούσαλη ς στο εμπόριο. Ερχότανε θυμάμαι αυτοκίνητ α μεγάλα φορτηγά (Μπήρλες) και φόρτωναν άλευρα για την Προύσα και άλλα πάλι φόρτωναν λάδι και τα μετέφεραν στα Μουδανιά, επειδή ήταν εκεί η αποβάθρα (σκάλα) (2)και σε συνέχεια τα φόρτωναν στα φορτηγά πλοία που πήγαιναν στην Κωνσταντι νούπολη, Θράκη και αλλού.[....].

Η φάμπρικα του Αναστάση Μπρούσαλη στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ.Μαργαρί της, «Τριγλιανά Νέα», 10 Οκτωβρίου 1977, φυλλ. 12  
Τριγλιανά Λαογραφικ ά

Λεξιλόγιο- Σχόλια.
(1)φάμπρικα= εργοστάσι ο, το εργοστάσι ο είχε ελαιοτριβ είο με μηχανήματ α, ενώ τα λαδαριά ήταν χειροκίνη τα.  
(2)σκάλα=Σκάλα του Μουδανιού,το λιμάνι των Μουδανιών . Λιμάνι με μεγάλη σπουδαιότ ητα, το οποίο προσέδιδε στην πόλη των Μουδανιών ρόλο οικονομικ ού κέντρου της περιοχής.



    

■ […]Η αγροτική περιφέρει α της Τρίγλιας ήτα αρκετά μεγάλη και εύφορη, χωρίς να έχει όμως αξιόλογου ς σ’ έκταση κάμπους. Ήταν γεμάτη από χαμηλούς λόφους η περιοχή γύρω, αλλά με καλό έδαφος και είχε αρκετά νερά. Πρώτη καλλιέργε ια και απασχόλησ η των Τριγλιανώ ν αγροτών ήταν η ελιά.[…]Όπως στην Ελλάδα λέμε «ελιά Καλαμών», η Κωνσταντι νούπολη, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και, προπάντων, η Ρωσία  έλεγε «Τριγλιανή ελιά».Η Τριγλιανή ελιά ήταν φαγώσιμη κι ύστερα από τον τρύγο διαλεγότα ν κι ένα 20% προϊόν διαλογής, πήγαινε για λάδι και το υπόλοιπο το 80% παστωνότα ν σε τεράστιου ς κάδους ξύλινους, τα κάπια. Όταν ήταν γινωμένος ο καρπός, τον έβαζαν σε μικρότερα βαρέλια των 100 περίπου οκάδων και φορτωνότα ν σε μεγάλα δικάταρτα και τρικάρτατ α καράβια που έφευγαν για το εξωτερικό και την Πόλη...Με χιλιάδες τόνους μετριέται η εξαγώγιμη αυτή ελιά και τα λάδια της εξαιρετικ ής ποιότητας και νοστιμιάς . Τα τρικάρτατ α αυτά καράβια, πηγαίνοντ ας, τις Τριγλιανέ ς ελιές στη Ρουμανία και τη Ρωσία, φόρτωναν και έφερναν από εκεί ξυλεία όχι μόνο για την Τρίγλια αλλά και για την Πόλη, την Κίο, τα Μουδανιά και όργωναν κι αυτό ακόμη το Αιγαίο, φθάνοντας ως τα νησιά και τον Πειραιά.[…]


Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα 1983
Τι ήταν η Τρίγλια (σελ.135-136)

Επιμέλεια: ΣτάθηςΔημ ητρακός
Συνεχίζετ αι...

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΓΛΙΑ
« Απάντηση #5 στις: 26 Νοέμβριος 2009, 08:04:17 μμ »
■ Των μάλλον πεφημισμέ νων προϊόντων της Τουρκίας ήσαν, μεταξύ άλλων και αι ελαίαι της Τρίγλιας (Τίρλια ζειτούν)(1), αίτινες μέσου μεγέθους ούσαι και στρογγυλα ί ενείχον την σάρκαν παχείαν και βουτυρώδη, προτιμώμε ναι υπό της διεθνούς κοινωνίας της Κωνσταντι νουπόλεως , όπου, ως επί το πολύ κατηναλίσ κοντο, και εχρησίμευ ον εν ταίς τραπέζαις των πλουσίων ως ορεκτικά και παρά τω λαώ ως άρτημα τροφής θαυμάσιον μαύρο χαβιάρι τιτλοφορο ύμεναι. Εκλεκτότε ρον είδος ήσαν αι μη σιτευόμεν οι εν άλμη (σαλαμούρα), αι εν κοφίνοις αλατιζόμε ναι μέχρις ού  αποβάλωσι την πικρίαν και αποστραγγ ισθώσιν ωμοιάζον δε προς τας εν Ελλάδι θρούμπας(2) λεγομένας . Αύται σελεϊζεϊτ ούν(3) ονομαζόμε ναι εχρησίμευ ον προς οικιακήν χρήσιν του παραγωγέω ς, όστις κρατεί και ιδιαιτέρω ς εκλεκτάς ελαίας εν άλμη δια την ετησίαν ανάγκη της οικογενεί ας […].

Ελαίαι Τρίγλειας και γεωργικά προϊόντα
Τρύφων Ε. Ευαγγελίδ ης- «Βρύλλειον Τρίγλεια», Αθήναι 1934,(σελ.116)

Λεξιλόγιο-Σχόλια   
(1)Τίρλια ζεϊτούν= Τίρλια έλεγαν οι Τούρκοι την Τρίγλια. Ζεϊτούν=ελιά. Σήμερα την Τρίγλια, οι Τούρκοι την ονομάζουν Ζειτίνμπα γ= ελαιότοπο ς.
(2)θρούμπα= Ελιά από τις μεσόκαρπε ς ποικιλίες με βάρος καρπού 2-5 γραμμάρια . Έχει διάφορες ονομασίες : Θρουμπολι ά,, Χονδρολιά, Καλολιά, Ξανθολιά κ.α. Απαντάται στην Κρήτη, στις Κυκλάδες, στην Πελοπόννη σο, στη Θάσο, στη Μυτιλήνη και στη Χαλκιδική .  Είναι ελαιόδεντ ρο μετρίου αναστήματ ος έως υψηλού. Υπάρχει μέχρι 700 μέτρα υψόμετρο. Παράγει βρώσιμη ελιά (θρούμπα), που περιέχει 28% λάδι.
(3)σελεϊζετο ύν=Μετά τον τρύγο της ελιάς, διάλεγαν κάμποσες καλές ελιές. Τις έβαζαν σε μια κόφα και τις αλάτιζαν με χοντρό αλάτι. Κατά διαστήματ α τις άδειαζαν σε άλλη κόφα. Οι ελιές αυτές χωρίς άρμη, έχαναν γρήγορα την πικράδα τους και γίνονταν βρώσιμες. Προορίζον ταν για τις ανάγκες της οικογένει ας.   

■ […] Θυμάμαι τους γέρους στα καφενεία να εξιστορού ν τα γεγονότα.
Ορμάνια(1) τα κτήματα κι οι μπαχτσέδε ς(2) Τα πίτσια (3) περάσαν και τα δέντρα στο μπόϊ, ο τόπος γέμισε βατσινιά (4).
Για να παλέψουν μ’ αυτή την άγρια φύση, που βρήκαν μπροστά τους, δημιούργη σαν «ταϊφάδες». Ομάδες δηλ.  από 15 ως 20 ανθρώπους, που έπεφταν όλοι μαζί σε μια περιοχή κι άλλοι έκοβαν τα πίτσια, άλλοι κλάδευαν, κι άλλοι δούλευαν το λισκάρι τσιφτέ (δυάδες ).
Τον τρόπο αυτό εργασίας τον ονόμασαν «λινοβοθιές» (αλληλοβοή θεια) και συνήθως έλεγαν δουλεύομε στις λινοβοθιέ ς. Έτσι, περνώντας από περιοχή σε περιοχή, προχωρούσ ε η δουλειά. Όσο για το ωράριο εργασίας ήταν άγνωστο. Η ανατολή του ηλίου τους έβρισκε πάντα στα κτήματα  κι αν δε νύχτωνε καλά, δεν έφευγαν. Το θαύμα έγινε μέσα σ’ ένα χρόνο ή σ’ ένα  χειμώνα., τα κτήματα έγιναν όπως ήσαν πριν. Ο τόπος ημέρεψε και τα ορμάνια έγιναν πάλι ζηλευτά κτήματα.[…]

Θανάση Πιστικίδη, «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα 1983
Γυρισμός από την Προύσσα, Φθινόπωρο 1918 (σελ.254-255)

Λεξιλόγιο- Σχόλια
 (1)ορμάνια ή ρουμάνια= περιοχές με πολλά πυκνά φυτά, άγριο πυκνό δάσος.
(2)μπαχτσέδε ς=κήποι, χωράφια με μουριές.
(3)πίτσια=παράριζα.
(4)βατσινιά= η βάτος / βάτσινο= βατόμουρο .
   
ΠΗΓΕΣ: 1. Όλοι οι προαναφερ θέντες Τριγλιανο ί συγγραφεί ς με αντίστοιχ α κείμενά τους: - Αναστάσης Τακάς, Σταύρος Μαργαρίτη ς, Τρύφων Ευαγγελίδ ης, Θανάσης Πιστικίδη ς.   
2.«Όλα για την ελιά , ελαιόλαδο» Γρηγόρης Μπούκας, Καλλιεργη τής.
3. «Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάν νης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
4.«Το γλωσσικό ιδίωμα της Τρίγλιας», Ηρώ Πιστικού-Παπαγεωργίου, «Τριγλιανά Νέα,», Θεσσαλονί κη,Ιανουάριος-Φεβρουάριος, Μάρτιος 2004», Αρ.φύλλου 111, σελ.4.   
5.Γλωσσάρ ι της Τρίγλιας, Στάθης Δημητρακό ς, Ηρώ Πιστικού- Παπαγεωργ ίου, Ηρακλής Ψάλτης «Τριγλιανά Νέα» (συνέχειες).
6. «Τα Τριγλιανά κρασιά- Τρίγλειος οίνος»- Στάθης Δημητρακό ς, «Τριγλιανά Νέα»
Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2002, αρ.φύλλου 107, σελ.4 
7. «Λαογραφικά Παλλαδαρί ου Προύσας Μ.Ασίας», Κωνσταντί νου Γ.Μαντά, Έδεσσα 1983.
8. «Κίος 1912- 1922,  Αναμνήσει ς ενός Μικρασιάτ η», Βασίλη Κουλίγκα, Εκδόσεις Δωδώνη 1988.
9.Εγκυκλο παίδεια «Υδρία»
10. Εγκυκλοπα ίδεια «Δομή»
11. Ετυμολογι κό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνι κής, Ν.Π Ανδριώτη, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη), Θεσσαλονί κη 1995.
12. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνι κής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη).
13. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλο ς- Φυτράκης, Ελευθεροτ υπία 1993 
14. Λεξικό των Ξένων Λέξεων στην Ελληνική Γλώσσα, Ηλία Ι.Κωνσταν τίνου, Εκδόσεις Επικαιρότ ητα. 

Επιμέλεια:Στάθης Δημητρακό ς

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal