Αποστολέας Θέμα: ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ-Μισοκοίλης  (Αναγνώστηκε 1842 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 785
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ-Μισοκοίλης
« στις: 26 Ιανουάριος 2010, 12:35:04 μμ »
ΑΓΓΕΙΟΠΛΑ ΣΤΗΣ -Μισοκοίλης

 Η αγγειοπλα στική τέχνη υπήρξε διαδεδομέ νη από την αρχαιότητ α και συνδεδεμέ νη με την καθημεριν ή ζωή. Η ανακάλυψη του τροχού και η χρησιμοπο ίηση του φούρνου αποτέλεσα ν σταθμό  στην εξέλιξή της. Με την πρόοδο του πολιτισμο ύ, με το φτηνό υλικό της γης γίνονται καλόγουστ α αντικείμε να (αγγεία) του αρχαίου νοικοκυρι ού, καθώς και αντικείμε να πολυτελεί ας-υψηλής αισθητική ς.
  Το Βυζάντιο συνεχίζει την αρχαία παράδοση. Στα βυζαντινά χρόνια, οι αγγειοπλά στες κατασκεύα ζαν διάφορα επιτραπέζ ια και μαγειρικά σκεύη,όπως  «κανάτες»,«λεκάνας»,«λαγήνια»(στάμνες), «βυτίνας» (βυτίνες), «πίθους» ή «πιθάρια» (κιούπια) ή «κουρούπια». Η χύτρα ή τσουκάλιο ν ή τσουκάλλι ον ή τσούκα ήταν οικιακό σκεύος για μαγείρεμα . Επίσης κάθε βυζαντινό αμφίκοιλο πήλινο δοχείο λεγόταν τσουκάλιν ή τσούκαλος .
 Στη διάρκεια της Τουρκοκρα τίας, οι τσουκαλάδ ες όπως έλεγαν τους αγγειοπλά στες συνέχισαν την παράδοση και έκαναν πολλά ακόμα όπως κανάτες, πιάτα, κουμάρια, τσουκάλια, γαβάθες, τσανάκια, λαήνια, λαηνούδια, κιούγκια, γλάστρες, θυμιατά, κουμπαράδ ες, καντήλια,  αγγεία νυκτός κ.α.
 Ο Τριγλιανό ς Μισοκοίλη ς πήρε το επώνυμό του από τα μισοκοίλι α. Τα μισοκοίλι α ήταν πήλινα δοχεία μισού κιλού( ή κοιλού). Το κιλό ή κοιλό  ήταν  μονάδα μέτρησης σιτηρών. Κιλό – κοιλό = μονάδα βάρους ισοδύναμη με 23-24 οκάδες, το μισοκοίλι δηλαδή ήταν δοχείο για την μέτρηση σιτηρών περίπου 12 οκάδες.  Στην Μικρά Ασία έλεγαν «κιλό ή κοιλό», το μέτρο σιτηρών που προέρχετα ι από την Αραβική λέξη «kilo», το Βυζαντινό «κοιλόν» και  το Τουρκικό «kile»(μονάδα σιτηρών ίση με 40 λίτρα). Ο Μισοκοίλη ς ήταν τεχνίτης που κατασκεύα ζε μισοκοίλι α και πήλινα πιθάρια (τσουκάλια), ήταν τσουκαλάς, αγγειοπλά στης.
    Ο πατριάρχη ς της λαογραφία ς Νικόλαος Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του γράφει για μια ναυτική παράδοση «Το τσαντήρι των ναυτικών»: «Ο λοστρόμος ανέβαινε στην Πόλη με το μισοκοίλι για να μετρήσει το σιτάρι. Στο δρόμο τον έπιασε μια δαρτή βροχή. Τηράζει να έβρει θέση να απαγκιάσε ι, δε βλέπει τίποτα. Πιάνει τότε και γδύνεται όπως τον έκαμε η μάνα του, χώνει τα ρούχα του στο μισοκοίλι, βάνει ανάποδα το μισοκοίλι στο κεφάλι του και τραβά το δρόμο του. Στο δρόμο του τον απαντάει ο διάβολος, μουσκεμέν ος από τη βροχή. Βλέπει τον λοστρόμο στεγνόν και απορεί: «Αμ’ πως δε βράχηκες εσύ;» τον ρωτά. «Ξέρω μια τέχνη και δε βρέχουμαι»…. Παρακάτω είναι μια ενδιαφέρο υσα ιστορία. 
         
Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς.
       
Πηγές 1. Ετυμολογι κό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνι κής, Ν.Π Ανδριώτη, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη), Θεσσαλονί κη 1995.
2. «Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκί ας»,  Μαρία Β.Ασβέστη, Εκδόσεις Επικαιρότ ητα, Αθήνα 1980.
3. «Συντεχνίες & Επαγγέλμα τα στη Θράκη (1685-1920)», Κ.Παπαθαν άση-Μουσιοπούλου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
4. «Παραδόσεις», Νικόλαου Γ. Πολίτη, πρώτη έκδοση 1904- Εκδόσεις «γράμματα», 1994.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal