Αποστολέας Θέμα: ΑΡΤΟΠΟΙΟΙ-ΦΟΥΡΝΑΡΕΟΙ  (Αναγνώστηκε 5366 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 782
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΑΡΤΟΠΟΙΟΙ-ΦΟΥΡΝΑΡΕΟΙ
« στις: 01 Μάρτιος 2010, 05:37:31 μμ »
ΑΡΤΟΠΟΙΟΙ- ΦΟΥΡΝΑΡΕΟ Ι

 Φούρναρης είναι ο αρτοποιός, ο ψωμάς, ο παρασκευα στής, ο ψήστης και πωλητής ψωμιού. To ψωμί είναι ζυμάρι από αλεύρι, νερό και αλάτι, που ψήνεται στο φούρνο και αποτελεί βασικό είδος της καθημεριν ής διατροφής .
 Ο φούρνος είναι μικρό θολωτό οίκημα ειδικής κατασκευή ς, όπου μπορεί να αναπτυχθε ί μεγάλη θερμοκρασ ία για ψήσιμο.
Η είσοδος του φούρνου έκλεινε με πόρτα από λαμαρίνα που έφερε λαβή. Δεξιά και αριστερά του φούρνου ήταν «τα μάγουλα». Το υψηλότερο μέρος του σφαιρικού τμήματος του φούρνου λεγόταν «κατσούλα». Χαρακτηρι στική είναι η παροιμιώδ ης φράση των Τριγλιανώ ν, όταν κάποιος δεν έβρισκε τόπο να καθήσει και ρωτούσε «πού να καθίσω;» του απαντούσα ν: «Στου φούρνου ντη γκατσούλα»!   
Το φούρνο τον «άναβαν» και  τον «έκαιγαν» με ξύλα. Όταν άσπριζαν τα «μάγουλα» του φούρνου καταλάβαι ναν ότι ο φούρνος ήταν έτοιμος. Σταματούσ αν τη φωτιά και τραβούσαν τα κάρβουνα με τον σύρτη. Ο σύρτης ήταν σίδερο μακρύ, ως τρία μέτρα , στο οποίο στο ένα άκρο του, ήταν κολλημένη μια σιδερένια λαμαρίνα  20Χ 8 εκατοστά περίπου. Έπειτα, έβρεχαν την σφούγκια και σκούπιζαν το πάτωμα του φούρνου. Η σφούγκια αποτελείτ ο από ένα ξύλο μήκους περίπου 2,5-3 μέτρα που στο κάτω μέρος του ήταν δεμένα με σύρμα κουρέλια. Τοποθετού σαν το ψωμί στον «φουρνέχτη» και το άφηναν μέσα στο φούρνο. Ο «φουρνέχτης» είναι μακρύ ξύλινο φτυάρι, με το οποίο φουρνίζου ν και ξεφουρνίζ ουν τα ψωμιά. Ο αρτοποιός για το ζύμωμα του ψωμιού χρησιμοπο ιούσε μια μεγάλη σκάφη 2-3 μέτρα.  Απαραίτητ ο εργαλείο ήταν η ξύστρα, ένα κομμάτι σαν σπάτουλα από γερό μέταλλο, με το οποίο έξυνε και καθάριζε τη σκάφη από τα υπολείμμα τα του ζυμαριού, αλλά και έκοβε το ζυμάρι σε τεμάχια.
Αποβραδίς άρχιζε η προετοιμα σία της ζύμης και το «πιάσιμο» του προζυμιού . Χαράματα άρχιζε το ζύμωμα στην μακριά ξύλινη σκάφη, το οποίο γινόταν με τα χέρια. Οι φουρναρέο ι, αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι , το έπλαθαν και έκαναν στρογγυλά ψωμιά της μιας οκάς και μεγάλα ψωμιά των τριών οκάδων. Ακολουθού σε, η αναμονή μέχρι να φουσκώσει η ζύμη και το ψήσιμο στο φούρνο. Φουρνιά λέγανε όσο χωράει ο φούρνος ή την κάθε φορά που ανάβουν τον φούρνο για ψήσιμο. Το τεζάκι  βρισκόταν μπροστά από τον φούρνο, ήταν ένας τεράστιος πάγκος 2Χ3μ. ή 3Χ4μ., αναλόγως το χώρο που τοποθετού σαν το ψωμί που μόλις το ξεφούρνιζ αν. Ο αρτοποιός είχε μια λεκάνη με κρύο νερό και μια βούρτσα μπροστά του κατά το ξεφούρνισ μα του ψωμιού. Βούταγε τη  βούρτσα στο νερό και άλειφε το ψωμί που έβγαινε από τον φούρνο. Το ζεστό ψωμί απορροφού σε το νερό και αποκτούσε γυαλάδα στην επιφάνεια . Ο φούρνος χωρούσε 60-80 οκάδες ψωμί. Κάθε φορά που άναβε ο φούρνος, έψηναν και λίγα κουλούρια, τα λεγόμενα «σιμίτια».
  Εκείνα τα χρόνια, τα αρτοποιεί α  δεν είχαν βιτρίνες και ράφια για να μπαίνει το ψωμί μετά το φούρνισμα . Γι΄ αυτό το ψωμί πολλές φορές πουλιόταν από τον πάγκο, που εκτελούσε χρέη ταμείου.
  Ο αστικός πληθυσμός στην Τρίγλια δεν παρασκεύα ζε ψωμί στο σπίτι του. Η παραγωγή σιτηρών στην Τρίγλια ήταν περιορισμ ένη.  Όσοι ζύμωναν στο σπίτι τους, «τα σπιτικιά ψωμιά», αγόραζαν από το παζάρι στάρι και το άλεθαν στους αλευρόμυλ ους ή αγόραζαν αλεύρι από τα μπακάλικα . Μετέφεραν τα ζυμωμένα ψωμιά για ψήσιμο σε γειτονικό φούρνο με την πινακωτή.  Κάθε οικογένει α έκανε μια «ζυμωσιά» που αρκούσε περίπου για μια εβδομάδα. Τα ψωμιά γινόντουσ αν μεγάλα, ως τρεις οκάδες. Οι φούρνοι έπαιρναν τα ψηστικά τους. Οι φουρναρέο ι έβαζαν όλη την τέχνη τους όταν ετοίμαζαν πρόσφορα για την εκκλησία. Τις ημέρες των Χριστουγέ ννων και του Πάσχα, οι φούρνοι είχαν μεγάλη κίνηση.  Δεν προφτάναν ε να φουρνίζου ν και να ξεφουρνίζ ουν τσουρέκια .

■Ο Τρύφων Ευαγγελίδ ης στο βιβλίο του «Βρύλλειον Τρίγλεια», Αθήνα 1934, γράφει για τον Βούλγαρο-Έλληνα Τριγλιανό Μάρκο Γιοβάν Μπαλαμπάν ωφ, σημαντικό τατο ιστορικό πρόσωπο, Καθηγητή Ελληνικής Φιλολογία ς στο Πανεπιστή μιο της Σόφιας (1879), Υπουργό Παιδείας και Υπουργό Εξωτερικώ ν της Βουλγαρία ς. «Ούτος ήτο υιός κλιβανέως (φούρναρη) ανδρός Βούλγαρου μέθυσου, αλλά μητρός Τριγλειαν ής. Το παιδίον δεκαετές περίπου ον απεσύρθη του κλιβάνου και ίστατο ημέραν τινά κατά την 10ην Ιανουαρίο υ 1847 παρά την θύραν πενιχράς καλύβης….».         
   
■Στην παλιά μας πατρίδα το όνομα του Στεφανή Κασούρη έπαιρνε κι έδινε μέσα στους καφενέδες, στα σπίτια και γενικά παντού όπου σύχναζαν Τριγλιανο ί.
   Για οποιαδήπο τε υπόθεση συζητούσα ν, στο τέλος λέγανε «αμ το είπε και ο Κασούρης». Αν δηλαδή το έκρινε σωστό και ο Κασούρης, ήταν το πράγμα ορθό και λογικό.
   Πράγματι είχε δίκιο ο κόσμος. Αν δεν είχε αυτά τα προσόντα και τα προτερήμα τα ο Στεφανής ο Κασούρης δεν θα ήταν και ισόβιος πρόεδρος της Παλιάς Τρίγλιας. Έβγαζε δικούς του νόμους, τους υπέβαλε στο δημοτικό συμβούλιο όπου όλοι οι σύμβουλοι τους έγκριναν.
   Έτσι ψήφισαν ένα νόμο για το ψωμί. Η Τρίγλια είχε κάμποσους φούρνους κι ο νόμος αυτός έλεγε ότι αν κάποιος από δαύτους έβγαζε ψωμί λειψό - ξύκικο όπως το λέγανε - έπρεπε τα ψωμιά να κατασχεθο ύν και να τα διανέμουν στις φτωχές οικογένει ες. Δεν κάνανε χατίρι σε κανέναν φούρναρη, πλούσιο ή φτωχό.
   Διέταζαν τον Μουντούρη – αστυνόμο - κι αυτός έστελνε τους τσανταρμά δες - χωροφύλακ ες - και τα κάνανε κατάσχεση . Τα φόρτωναν μετά ούλα τα ψωμιά πάνω σε μια νταλίκα και τα πήγαιναν στο καρακόλι - αστυνομία - όπου βγάζανε μια επιτροπή και μαζί με τον αστυνόμο γυρνούσαν παντού σε ούλο το χωριό, ακόμα και στον τουρκομαχ αλά και όπου ήταν φτωχιές οικογένει ες ανάλογα με τα άτομα τους τα διένεμαν.         
   Ήταν ένας εργένης – μπεκιάρης - με τ' όνομα Σταυράκης στην Παλιά Τρίγλια. Αυτός ο άνθρωπος ήταν λίγο ανισόρροπ ος. Πήγαν λοιπόν και στο σπίτι του Σταυράκη να του δώσουν κι αυτουνού ψωμί να φάει. Χτυπούν την πόρτα, μα αυτός από μέσα φώναζε δυνατά:
   - Εγώ ξύκικα ψωμιά δεν τρώω.
   Οι γειτόνισσ ες απόξω φώναζαν: -Μπρε Σταυράκη, άνοιξε ντη πόρτα μπρε ξύκη, κακόχρονο νάχεις, να πάρεις ψωμιά να φάεις τζάμπα!
   Αυτός πάλι το δικό του.
   - Εγώ δεν τρώω ξύκικα ψωμιά!
   Όπου μετά οι γειτόνισσ ες αναγκάζον ταν να του τα ρίξουν από το παναθύρι.
   Τέτοια κι άλλα πολλά καλά έκανε ο Στεφανής Κασούρης. Γι' αυτό κι ο κόσμος τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε . Γιατί ήταν συν τοις άλλοις κι άνθρωπος που μπρος στο κοινό καλό παραμέριζ ε τ' ατομικά του συμφέροντ α.
 
 Λαογραφικ ά- Τα ξύκικα ψωμιά
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, Τριγλιανά Νέα, 10 Αυγούστου 1985, φύλλο 48.
 «Τριγλιανά Λαογραφικ ά», Σύλλογος Απανταχού Τριγλιανώ ν, Θεσσαλονί κη 2002.   

■Ο Αναστάσης Μπρούσαλη ς έμενε  οικογενει ακώς  στην Προύσα, διότι εκεί ησχολείτο με το χονδρεμπό ριο. Στην Τρίγλια είχε σπίτι κάτω στην αγορά, πάνω ήταν το σπίτι και από κάτω ήταν ο φούρνος. Στον φούρνο δε είχε διορίσει ως αρχιμάστο ρα τον Γιώργη Στυλιανό, που καθημεριν ώς έβγαζε ψωμί χάσικο (λευκό) από φαρίνα.
Η φάμπρικα του Αναστ. Μπρούσαλη στην Παλιά Τρίγλια
Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς,
Τριγλιανά Νέα, 10 Οκτωβρίου 1977, φύλλο 12
Τριγλιανά Λαογραφικ ά, Θεσσαλονί κη 2002.


■ «O παππούς μου ήταν εγκατεστη μένος από πολύ μικρός στην Προύσσα. Είχε δουλέψει σε πολλούς φούρνους με κατάληξη να αποχτήσει το μεγαλύτερ ο φούρνο στην Προύσσα, να γίνει δημογέρον τας και να ορισθεί κεχαγιάς (υπεύθυνος της αγρονομία ς). Από τους φούρνους του τροφοδοτο ύσε με ψωμί και τις τουρκικές στρατιωτι κές δυνάμεις στην Προύσσα. Οι περισσότε ροι Τριγλιανο ί ψωμάδες είχαν περάσει σαν παραγιοί και έγιναν τεχνίτες από τα χέρια του».

Θανάση Πιστικίδη, «Τοπική Αυτοδιοίκ ηση», «Τριγλιανά Νέα», 20/8/1982, αρ. φύλλου 38.   

Στην Τρίγλια υπήρχε οικογενει ακό όνομα (επώνυμο)Χάσικος.  Η λέξη χάσικο ή χάσικος προέρχετα ι από το τούρκικο has= λευκός, καθαρός + κατάληξη –ικός. Λέγανε χάσικο αλεύρι και χάσικο ψωμί το λευκό ψωμί από φαρίνα(=λεπτό άσπρο σιτάλευρο). Ο Τριγλιανό ς Χάσικος πήρε το επώνυμο του είτε γιατί ήταν άσπρος στο πρόσωπο είτε γιατί ήταν καθαρός και διαλεχτός άνθρωπος ή ίσως ήταν φούρναρης και έψηνε χάσικα ψωμιά. 

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς.

Πηγές: 1. «Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάν νης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
2. « Ελληνικό Λεξικό», Τεγόπουλο ς- Φυτράκης, Ελευθεροτ υπία 1993.
3. Δικαίος Βαγιακάκο ς, Καταγωγή Ονομάτων και Τοπωνυμίω ν,«Ιστορία Εικονογρα φημένη», Νοέμβριος 2008, τεύχος 485.
4.  Κων/νου Μαντά, «Λαογραφικά Παλλαδαρί ου Προύσας Μ. Ασίας», Έδεσσα 1983. 
5. Σταύρος Δ. Μαργαρίτη ς, « Τριγλιανά Νέα», 
 «Τριγλιανά Λαογραφικ ά», Σύλλογος Απανταχού Τριγλιανώ ν, Θεσσαλονί κη 2002
6. Τρύφων Ευαγγελίδ ης, «Βρύλλειον Τρίγλεια», Αθήνα 1934.
7.Θανάση Πιστικίδη, «Τοπική Αυτοδιοίκ ηση», «Τριγλιανά Νέα», 20/8/1982, αρ. φύλλου 38.
8.Ανδρέας  Καλαντζάκ ος, «Ονόματα- Επώνυμα-Παρατσούκλια», Ελεύθερη σκέψις, 2000. 




 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal