Αποστολέας Θέμα: ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ- Πιρπιρής  (Αναγνώστηκε 2503 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 784
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ- Πιρπιρής
« στις: 18 Μάρτιος 2010, 12:46:49 μμ »
 ΚΑΛΛΙΤΕΧΝ ΗΣ- Πιρπιρής

 To Τριγλιανό επώνυμο Πιρπιρής προέρχετα ι από την τούρκικη λέξη pirpiri= πιρπιρής, καλλιτέχν ης (Δ.Τομπαϊδ ης 1.). Είναι επαγγελμα τικό επώνυμο. 
Oι πιρπιρήδε ς ήταν χρυσοκεντ ητές. Εκτός από τους άντρες υπήρχαν και γυναίκες χρυσοκεντ ήτριες.
Κεντούσαν με σύρματα χρυσού ή με ασήμι διάφορα κεντήματα . Τα κεντήματα με χρυσό ή αργυρό σύρμα αποτελούσ αν συνέχεια της μεγάλης βυζαντινή ς παράδοσης . Παραστάσε ις αυτοκρατο ρικών ενδυμασιώ ν και ιερά άμφια ναών και ιεραρχών έβγαιναν από τα χέρια των χρυσοκεντ ητών. Το «σύρμα» ήταν λεπτό σύρμα από χρυσάφι ή ασήμι και το «χρυσόνημα» ή «αργυρόνημα» ήταν σύρμα σαν τρίχα τυλιγμένο γύρω από μεταξωτή κλωστή. Τα χρυσοκεντ ήματα, ανάλογα με την χρήση τους, διακρίνον ταν σε εκκλησιασ τικά και σε κοσμικά. Τα εκκλησιασ τικά ήταν τα λειτουργι κά υφάσματα του ναού (καλύμματα εικονοστα σίων, παραπέτασ μα Ωραίας Πύλης, καλύμματα σκευών Αγίας Τράπεζας, ο Επιτάφιος, τα λάβαρα κ.α.) και τα άμφια των ιεραρχών και των ιερέων (αρχιερατι κοί σάκοι, ωμοφόρια, επιγονάτι α, επιμανίκι α, πετραχήλι α). Τα κοσμικά είναι κυρίως τα χρυσοκεντ ήματα της φορεσιάς κυρίως πάνω σε επίσημους αστικούς επενδύτες . Οι πιρπιρήδε ς δούλευαν με πολύ μεράκι, με ιδιαίτερη έμπνευση και εξαιρετικ ή λεπτότητα .       
Πιρπιριά ήταν χρυσοκέντ ητα και μεταξωκέν τητα πανωφόρια(που είχαν σχήμα γιλέκου)  στην αρχοντική φορεσιά της γυναίκας και ράβονταν από χρυσοραφτ άδες.
Ήταν περίφημα για την διακοσμητ ική των συνθέσεων των κεντημάτω ν και την κλίμακα των χρωμάτων τους. 
 
 Άλλες εκδοχές  για το επώνυμο Πιρπιρής αναφέροντ αι στη βιβλιογρα φία. Ο Μανώλης Τριανταφυ λλίδης (2.) σημειώνει  Περπυρής, ίσως: πλούσιος που έχει πολλά (υ)πέρπυρα.
Ο Δικαίος Γ. Βαγιακάκο ς (3.) γράφει «Περπυρής-Φιρφυρής»: « Νομίζω ότι τα ονόματα ταύτα ετυμολογο ύνται εκ της Βυζαντινή ς λέξεως  υπέρπυρον (χρυσούν νόμισμα), το οποίο κατά τόπους καλείται πούρπουρο, πιρπύρι και φίρφυρο.. . Εις την Ρόδον λέγουν την έκφρασιν κόκκινος   σαν πιρπύρι (σαν  υπέρπυρον). Εις την Λέρον  πίρπυρος λέγεται ο πολύ κόκκινος». 
Σύμφωνα με τις δύο παραπάνω εκδοχές (2+3) , Πιρπιρής είναι ο πλούσιος, ο λεφτάς ή  ο κόκκινος,  ο κατακόκκι νος.                               
Επίσης το πέρπυρο αναφέρετα ι ως:  είδος παλιού νομίσματο ς (Ν.Π Ανδριώτης 4.), βυζαντινό χρυσό νόμισμα (Τεγόπουλο ς-Φυτράκης 5.).   

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς.

 Πηγές: 1. Δημήτρης Τομπαΐδης, «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευση ς», Εκδόσεις Επικαιρότ ητα,  Αθήνα 1990.
2. «Τα οικογενει ακά μας ονόματα», Μανόλης Τριανταφυ λλίδης, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη), Θεσσαλονί κη 1995
3.Δικαίος Γ. Βαγιακάκο ς, «Καταγωγή ονομάτων και τοπωνυμίω ν», Iστορία Εικονογρα φημένη, Τεύχος 47, Μάιος  1972.
4.Ν. Π. Ανδριώτης «Ετυμολογικό Λεξικό της κοινής Νεοελληνι κής», ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη), Θεσσαλονί κη 1995.
5. «Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλο ς- Φυτράκης, Ελευθεροτ υπία 1993
6.Οδηγός Περιφερεί ας Ηπείρου, «Υφαντά-Ενδύματα-Φορεσιές».
7. «Συντεχνίες & Επαγγέλμα τα στη Θράκη 1685-1920», Κ. Παπαθανάσ η- Μουσιοπού λου, Εκδόσεις Πιτσιλός, Αθήνα 1985.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal