Απανταχού Τριγλιανοί Απόγονοι

Οι Απανταχού Τριγλιανοί, σήμερα. (Νέα που μας μεταφέρουν τα μέλη μας). => Τα Ραφηνιώτικα Νέα => Η Ιστορία της Ραφήνας => Μήνυμα ξεκίνησε από: Ευγενία Μυτιληναίου στις 24 Φεβρουάριος 2014, 04:28:24 μμ

Τίτλος: Θ. Πιστικίδης: Τα εφηβικά του χρόνια στη Ραφήνα του 1930.
Αποστολή από: Μέλος Φόρουμ στις 24 Φεβρουάριος 2014, 04:28:24 μμ
"Θ. Πιστικίδη ς: Τα εφηβικά του χρόνια στη Ραφήνα του 30"
όπως τα διηγείται ο Θανάσης Πιστικίδη ς στο βιβλίο του: «πες μας παππού..», Δρυμός, 1986, σελ. 56

Ζωή σκυλίσια, ψωμί πικρό.
Όσο μεγάλωνα έγινε δική μου δουλειά και το σκάψιμο των αμπελιών. Δεν είχαμε βέβαια πολλά αμπέλια, ως δυόμιση, στρέμματα στην αρχή, όμως για ένα δεκατριών χρονών παιδί ήταν βαριά δουλειά. Αργότερα άρχισαν και τα μεροκάματ α στα ξένα αμπέλια, και στις γύρω οικοδομές .
Όταν πήγαινα και έσκαβα τα αμπέλια ή έκανα τις άλλες δουλειές τους και γύριζα κατάκοπος, έπιανα αμέσως το δίσκο στο καφενείο, και όταν δεν είχε δουλειά για δίσκο, έπρεπε να σκουπίσω το καφενείο, να καθαρίσω τα τζάμια, να κόψω μικρά-μικρά τα ξύλα για το τζάκι, να καθαρίσω τα τραπέζια, να πλύνω και να σκουπίσω τα φλιτζάνια και τα ποτήρια.
Πολλές φορές εκεί που έτρωγα στο καφενείο, με έπιανε ο ύπνος με το πιρούνι στο χέρι, και άλλοτε, μόλις καθόμουνα στη καρέκλα (αν καθόμουνα), κοιμώμουν α πάνω στο τραπέζι και τότε πολλές φορές, κάποιος (έξυπνος) και ξεκούραστ ος πελάτης, μου ’βαζε και τη φωνή, έτσι για να κάνει τη πλάκα του.
-Ε…, μην κοιμάσαι, φέρε μου ένα ποτήρι νερό, και γελούσε με την εξυπνάδα του ο αλητήριος .
Τότε βλαστημού σα και καταριόμο υνα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα .

Πριν ακόμα βγάλουμε το σχολείο, προπάντων τα καλοκαίρι α, τόσο εγώ όσο και τ’ άλλα παιδιά κάναμε θελήματα. Ήμασταν τα χαμαλάκια της Ραφήνας. Κυρίως τρέχαμε στα λεωφορεία την ώρα που γύριζαν από την Αθήνα, από τις εργασίες τους οι (κύριοι) παραθερισ τές και μεταφέραμ ε στο σπίτι τους, τη βαλίτσα τους, και τα ψώνια τους.
Δυο δραχμές ήταν η ταρίφα για το κουβάλημα των αποσκευών ως το μακρινότε ρο σπίτι του παραθερισ τή. Παράλληλα παίρναμε παραγγελί α από την (κυρία) παραθερίσ τρια να της πάμε και νερό.
Με δυο τενεκέδες στον ώμο, κρεμασμέν ους από ένα ξύλο, τους μεταφέραμ ε στο σπίτι της κυρίας, στην άκρη του χωριού, πάλι για δυο δραχμές (μια δραχμή ο τενεκές), από την σημερινή θέση του γραφείου της Κοινότητα ς. Εκεί ήταν το πηγάδι της Λεύκας με το καλό νερό.

Άλλη δουλειά που κάναμε ήταν η μεταφορά και (το εμπόριο) καυσόξυλω ν. Εκτός από το ότι όλοι μας προμηθεύα με τα σπίτια μας με ξύλα από τις καψάλες, κουβαλούσ αμε με καροτσάκι α, που τα σέρναμε οι ίδιοι, και πουλούσαμ ε ξύλα στα μαγαζιά.
Από τη Βελανιδιά και από τον Βουρβά, από το Λυκόρεμα και το Κόκκινο λιμανάκι και από την Πεντέλη, πάνω από την Αγία Βαρβάρα, φορτώναμε τα καροτσάκι α μας και σέρνοντάς τα μέσα στους χωματόδρο μους τα φέρναμε για να τα πουλήσουμ ε, 15 και 20 δραχμές το φορτίο, στη πόλη. Αν λοιπόν οικονομού σαμε την ημέρα το εικοσάρικ ο, κερνούσαμ ε τον εαυτό μας κι ένα κουραμπιέ ή ένα λουκούμι, από το μπακαλικά κι του Κύριλλου, που το είχε στο σπίτι του Λάζαρου του Μπένου.
Κι έτσι άχαρα, δύστυχα, ξυπόλυτα και στερημένα πέρασαν τα παιδικά μας χρόνια, χωρίς παιχνίδι και χωρίς γέλιο.

Από πολύ μικρά παιδιά νιώθαμε την ανάγκη της δουλειάς για να βοηθήσουμ ε τον εαυτό μας και το σπίτι μας. Τις δέκα δεκαπέντε δραχμές που οικονομού σαμε από τα θελήματα τις δίναμε στη μάνα για τις ανάγκες του σπιτιού.
Εμένα που δεν ήταν εδώ η μητέρα μου, πήγαινα στο θείο μου Βασίλη, που μου τις φύλαγε, και μόλις συμπλήρων α δυο κατοστάρι κα, αμέσως με ένα συστημένο γράμμα τα ’στελνε στη μητέρα μου.

Κατεβαίνα με τα πρωινά στο λιμάνι, κουβαλούσ αμε και σπάγαμε τον πάγο με κείνο το βαρύ κόπανο από μασίφ, βαρύ ξύλο από πλάτανο ή ευκάλυπτο . Μεταφέραμ ε κασέλες στα ψαρομάγαζ α, για να μας πετάξουν έτσι σαν τις γάτες καμιά χούφτα ψάρια, και με πόση χαρά τα πηγαίναμε στο σπίτι. Κι όλα αυτά γίνονταν στη σχολική μας ηλικία.

Είχαμε κάπως μεγαλώσει και μεταξύ είχε αρχίσει μεγάλη οικοδομική δραστηριό τητα στη Ραφήνα, και τα εργατικά χέρια ήταν περιζήτητ α. Αρχίσαμε με μεροκάματ ο εξήντα δραχμών στις οικοδομικ ές εργασίες και ογδόντα δραχμών στα μπετά.
Στα μπετά η εργασία ήταν φοβερά βαριά τότε, γιατί δεν υπήρχαν τα σημερινά μηχανήματ α. Τα χαρμάνια του τσιμέντου γίνονταν μετρητά και βρέχονταν με τα χέρια και με τα φτυάρια.
Θυμάμαι ακόμη, τα πρώτα μου χρήματα από το μεροκάματ ο. Τα κέρδισα δουλεύοντ ας στην μπετονένι α μάντρα του κ. Κόντου, που την είχε εργολαβικ ά ο φίλος και πελάτης του καφενείου ο Μαστροκώσ τας ο Κεχαγιόγλ ου. Μαζί με τον φίλο μου τον Στράτο τον Καλεμκερή, μας ήθελε τα απογεύματ α, να κάνουμε 4-5 χαρμάνια και να γεμίζουμε το μονομπλόκ καλούπι της μάντρας. Ήμασταν τότε δεκατριών ή δεκατεσσά ρων χρονών και πάνω στο οργωμένο χωράφι, μας ήταν δύσκολο να γυρίσουμε το χαρμάνι με τα αδύνατα χέρια μας ή το γεμίζαμε χώματα με το φτυάρι.
Κατέβαινε τότε από τη σκαλωσιά του ο Μαστροκώσ τας και δίνοντας μας καρπαζιά και κλωτσιά στο πισινό και καμιά βρισιά για τη μάνα μας, μας έπαιρνε από το χέρι το φτυάρι, και μας έδειχνε πως «κόβουνε» το χαρμάνι.
Δυο μέτρα άνδρας εκείνος με κάτι μπράτσα αρσιβαρίσ τα, ήθελε να γυρίζουμε και εμείς το χαρμάνι με την ίδια ευχέρεια με εκείνον. Για το απογευματ ινό αυτό μεροκάματ ο που ήταν τουλάχιστ ον πεντάωρο, παίρναμε σαράντα και πενήντα δραχμές.
Η μάντρα αυτή υπάρχει ακόμα και σήμερα (1984). Όταν τη βλέπω, μου θυμίζει τα πρώτα κείνα μεροκάματ α και το σπίτι και το κτήμα του κ. Κόντου. Σ’ αυτό σήμερα είναι χτισμένο το σπίτι του Χρήστου Κοκκίνη, κατά το ήμισυ και στο άλλο μισό της κ. Σωσώς Λύρατζη.

Για εξασφάλισ η μεροκάματ ου κάναμε ακόμα και ανταλλαγές με εργασία. Π.χ. έσκαβα εγώ εργολαβικ ά τα αμπέλια του Στυλιανού του Τσερόπουλ ου, ενώ εκείνος σε αντάλλαγμ α μου έκανε παπούτσια . Το ίδιο έκανα και στο ράφτη, που μου έραβε σακάκι και παντελόνι .

Κι έτσι κυλούσε η ζωή, τα παιδικά «χαρούμενα» χρόνια.
SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal