Αποστολέας Θέμα: Θ. Πιστικίδης: Τα σχολικά χρόνια στη Ραφήνα του 1930  (Αναγνώστηκε 2074 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 0
  • -Λαμβάνω: 85
  • Μηνύματα: 291
  • Age: 73
  • Τόπος: Πάτρα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 95
  • Φύλο: Γυναίκα
  • Γονείς: Στράτος & Γεωργία Μυτιληναίου/ Πιστικίδου
Θ. Πιστικίδης: Τα σχολικά χρόνια στη Ραφήνα του 1930
« στις: 16 Φεβρουάριος 2014, 01:17:42 μμ »
"Θ. Πιστικίδη ς: Τα σχολικά του χρόνια στη Ραφήνα του 30"
όπως τα διηγείται ο Θανάσης Πιστικίδη ς στο βιβλίο του: «πες μας παππού..», Δρυμός, 1986, σελ. 53

«Την Πρώτη και τη Δευτέρα του Δημοτικού, τις έβγαλα στο Σουφλάρι, στη Νέα Τρίγλια. Εδώ στη Ραφήνα πήγα στην Τρίτη του Δημοτικού . Για εξήντα πέντε, ή εβδομήντα παιδιά που είχε τότε το Δημοτικό, σ’ όλες τις τάξεις, υπήρχε μια μόνο αίθουσα κι ένας μοναδικός δάσκαλος.
Η τσάντα μας είχε μόνο δύο βιβλία. Ένα αναγνωστι κό, μια Γραμματικ ή και τα τετράδια μας. Σ΄ όλα τα άλλα μαθήματα η παράδοση ήταν προφορική . Δεν υπήρχαν τότε καθόλου βοηθητικά βιβλία και όλα γράφονταν από το δάσκαλο στον πίνακα.
Από την παράδοση ή από τον πίνακα γράφαμε στο τετράδιο και από κει διαβάζαμε . Βέβαια κάναμε πολύ λιγότερα μαθήματα από όσα κάνετε εσείς τώρα.
Κάναμε τα βασικά μόνο μαθήματα. Πηγαίναμε πρωί και βράδυ σχολείο κι είναι περιττό να σας πω, πως στο πρόγραμμα του δικού μας σχολείου δεν προβλέπον ταν το μάθημα της γυμναστικ ής, της ωδικής, τα τεχνικά κι ένα σωρό άλλα που κάνετε εσείς τώρα.
Επίσης στα δικά μας χρόνια οι εκδρομές, οι επισκέψει ς σε μουσεία, αρχαιολογ ικούς χρόνους, εργοστάσι α ήταν κάτι το τελείως άγνωστο.
Για τα παιχνίδια μας, πρέπει να σας πω, πως τα μόνα αγοραστά παιχνίδια μας ήταν οι σβούρες και οι βώλοι, χωμάτινοι ή γυάλινοι, γκαζές όπως τις λέγαμε. Τα περισσότε ρα παιχνίδια με βόλους και γκαζές τα παίζαμε ανοίγοντα ς μικρές λακκούβες στο χώμα σε διάφορα σχήματα, «φάλιες» τις λέγαμε. Ένα άλλο πολύ διασκεδασ τικό παιχνίδι με γκαζές ήταν το «καπιτώλι» με πέντε φάλιες και ο καλός παίχτης μάζευε (αιχμαλώτι ζε) τις γκαζές όλων των άλλων. Τα άλλα παιχνίδια μας ήταν όλα αυτοσχεδι ασμένα και τελείως αδάπανα.
Ήταν ακόμη και το κρυφτό, που ήταν όμως για τα πολύ μικρά παιδιά και για τα κορίτσια. Αυτό είναι το μόνο παιχνίδι που παίζετε και σεις σήμερα. Τα άλλα ούτε τα ξέρετε εσείς καθόλου. Θα σας πω μόνο τα ονόματα τους, γιατί η ανάλυση, το πώς παίζονταν, θα μας πάρει πολλές ώρες.
Παίζαμε λοιπόν σκλαβάκια, κυνηγητό, πρώτη ελιά, μακριά γαϊδούρα, το τσιλίκι (το λέγαμε και φελιά), παίζαμε μούκο, ομάδες, το κατέβα Κολοκότρω νε, το μπιζ του αλεκούτη κι άλλα πολλά. Φυσικά παίζαμε και μπάλα, μόνο που η δικιά μας μπάλα ήταν από κουρέλια σφιχτοδεμ ένα μέσα σε μια κάλτσα συνήθως και δεμένη σφικτά μ’ ένα γερό σπάγκο.
Η ξυπολησιά μας ήταν τα ποδοσφαιρ ικά μας παπούτσια, κι όποιος δεν ήξερε ή δεν πρόσεχε να κλωτσήσει, του’ φεύγε σε καμιά κοτρώνα το νύχι του ποδιού του. Αυτή ήταν η ψυχαγωγία μας, αυτά ήταν τα παιχνίδια μας. Τα περισσότε ρα τα παίζαμε μέσα στο σχολείο και μερικά απ’ αυτά έξω. Φυσικά, εκείνο που μας γέμιζε περισσότε ρο απ΄ όλα το καλοκαίρι, ήταν το κολύμπι. Είμαστε όλοι πραγματικ ά σκυλόψαρα .


Από το βιβλίο του Θανάση Πιστικίδη: Ριζώματα-Βιώματα-Παθήματα, Αληθινές Ιστορίες, Ραφήνα 1985, σελ. 70

Δώδεκα χρονών το 1930, τελείωσα το δημοτικό σχολείο. Ήμουν καλούτσικ ος μαθητής και μου άρεσαν τα γράμματα, αλλά για να συνεχίσω το σχολείο εκείνα τα χρόνια, έπρεπε να πάω στην Αθήνα. Αλλά τέτοιο πράγμα φυσικά δεν μπορούσε να συζητηθεί στη δική μας περίπτωση . Γι’ αυτό από τη δική μας γενιά, όπως και αρκετές άλλες ακόμη, έως και τις γενιές της κατοχής και της απελευθέρ ωσης ακόμη, τα παιδιά δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα πέραν του Δημοτικού, με ελαχιστότ ατες εξαιρέσει ς, που κι αυτοί για να σπουδάσου ν τα παιδιά τους ξεκληρίστ ηκαν από τη Ραφήνα, όπως π.χ. η οικογένει α Δημοσθένη Στεφανίδη, Κωνσταντί νου Λουτσίδη και άλλοι.
Μετά το Δημοτικό, λοιπόν, κοινός προορισμό ς όλων των παιδιών ήταν η βιοπάλη, κι ο αγώνας για το μεροκάματ ο, έπρεπε ν’ ακολουθήσ ουμε τέχνη, επαγγέλμα τα και μικρεμπόρ ιο.
Πάντως, είναι προς τιμήν όλων των γενιών αυτών, ότι σαν άνθρωποι δεν βγήκαν σκάρτοι. Όλοι έγιναν υποδειγμα τικοί πολίτες, τίμιοι επαγγελμα τίες, καλοί οικογενει άρχες και άξιοι αγωνιστές .
Εμένα, μόλις έβγαλα το σχολείο, ο θείος Βασίλης μου φόρεσε μια μακριά ποδιά γκαρσονιο ύ και ανέλαβα καθήκοντα σερβιτόρο υ στο καφενείο. Η μακριά ποδιά πέρα από καθιέρωση της σαν ένδειξη υπηρεσίας στο καφενείο, ήταν και δεσμευτικ ή για μένα, να μην μπορώ να το σκάσω για κανένα παιχνίδι, τσιλίκι (φέλια), μπάλα ή κολύμπι. Τον σεβόμουν και τον φοβόμουν παράλληλα, γιατί το χέρι του το σήκωνε πολύ εύκολα. Αλλά δεν ήταν μόνο η ποδιά και το σερβίρισμ α, έπρεπε τέσσερις και πέντε φορές την ημέρα να φέρνω και στο καφενείο και στο σπίτι το νερό από το πηγάδι, αλλά και τα ξύλα των δύο τζακιών να προμηθεύω από το δάσος.


 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal