Αποστολέας Θέμα: ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ  (Αναγνώστηκε 7157 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 53
  • Μηνύματα: 760
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 65
  • Φύλο: Άντρας
ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ
« στις: 26 Μάιος 2010, 01:19:20 μμ »
ΠΡΑΚΤΙΚΟΙ  ΓΙΑΤΡΟΙ – Επώνυμο Γιατρού  


 Το Τριγλιανό επώνυμο Γιατρού δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο  του αυτοδίδακ του ή εμπειρικο ύ γιατρού.
 To επώνυμο προέρχετα ι από το αρχαίο Ιατρός =ο θεραπεύων, τον πάσχοντα από νόσους και τραύματα. Η λέξη ιατρός προήλθε από τα αρχαία ρήματα ιαίνω και ιάομαι = θεραπεύω, περιποιού μαι. Ο Όμηρος χρησιμοπο ιεί για το γιατρό  τις λέξεις ιητρός και ιητήρ, γενική ιητήρος. Στη νεοελληνι κή γλώσσα, έχουμε εκτός από τον τύπο ιατρός έχουμε τον τύπο γιατρός. Το επώνυμο Ιατρού και Γιατρού, τα συναντάμε κατά την Επανάστασ η του 1821 που πολλοί  κατά την διάρκειά της έκαναν το τον πρακτικό γιατρό.
Σε μερικά ελληνικά χωριά οι εμπειρικο ί γιατροί ονομάζοντ αν κομπογιαν νίτες.
H λέξη κομπογιαν νίτης είναι σύνθετη από το –γιαίνω ή –γιάνω= θεραπεύω με πρώτο συνθετικό ο κόμπος, το κομπόδεμα, δηλαδή το κομπόδεμα από βότανα που είχαν οι πρακτικοί γιατροί. Για τη λέξη κομπογιαν νίτης στα  διάφορα λεξικά δίνονται διαφορετι κές ετυμολογι κές εξηγήσεις . Μάλιστα, η λέξη έχει φορτιστεί με υποτιμητι κή έννοια, εκτός από τον ασπούδαστ ο για τον ανίκανο και τον επικίνδυν ο «γιατρό».  Αντίθετα, πιστεύουμ ε ότι οι  εμπειρικο ί γιατροί ήταν αξιόλογοι άνθρωποι και  δεξιοτέχν ες, με διάθεση βοήθειας για τον πάσχοντα άνθρωπο.
Η Τρίγλια είχε αρκετούς γιατρούς και καλούς επιστήμον ες, είχε όμως και πρακτικού ς γιατρούς και γιατρέσσε ς. Πολλοί πρώτα πήγαιναν στον πρακτικό γιατρό και μετά στον επιστήμον α.


Τριγλιανή λαϊκή ορολογία μερικών συμπτωμάτ ων και ασθενειών

Αμυγδαλές= οξεία αμυγδαλίτ ιδα
Ανημποριά= καταβολή δυνάμεων
Ανεμογκάσ τρι=ψευδοεγκυμοσύνη
Ανεμοπύρω μα=ερυσίπελας
Άφτρες=  αφθώδης στοματίτι δα
Βγάλσιμο=εξάρθρωση
Βγαλτό= σπυρί, απόστημα.
Βλογιά=ευλογιά
Βλογιοκομ μένος=σημαδεμένος από τα εξανθήματ α της ευλογιάς στο πρόσωπο.
Βούζουνας ή καλόγηρος=απόστημα,δοθιήνας
Γιαράς ή γεράς= πληγή
Γκάγκραιν α= γάγγραινα
Γρουμπούλ ι= μικρό εξόγκωμα κάτω από την επιδερμίδ α του δέρματος.
Ελιές= λεμφαδένε ς ή λεμφαδενί τιδα
Ευκοιλιότ ητα, κόψιμο= διάρροια
Ζούπισμα= πίεση, ζούληγμα
Ζοχάδες= αιμορροΐδ ες  
Θέρμη= πυρετός, ελονοσία
Καλαγκάθι= περιονυχί δα
Καρούμπαλ ο= μικρό πρήξιμο (οίδημα) από χτύπημα στο κεφάλι
Κατάκοιτο ς= ξαπλωμένο ς στο κρεβάτι από αρρώστια
Κατεβασιά= ημικρανία ή καταρροή
Κοκκινίλα ή μπέμπελη= ιλαρά
Κόμπος= δυσχέρεια στην κατάποση
Κουρκούτι ασμα= γεροντική άνοια,εγκεφαλική μαλάκυνση
Κριθαράκι=κριθή, δοθιήνα του ελευθέρου βλεφαρικο ύ χείλους
Κιοπέκμεμ εσι = οίδημα  που έχει σχήμα μαστού σκύλου μέσα στη μασχάλη.
Λευθερίτι ς= διφθερίτι δα
Λιγοθυμιά= λιποθυμία
Μαλαφράντ ζα = σύφιλη
Μαγιασίλι= έκζεμα, δερματίτι δα
Μαγουλάδε ς= παρωτίτιδ α
Μαρμάγκα  = δάγκωμα από μαύρη αράχνη
Μελανιά= μώλωπας.
Μελιγγίτι δα ή μηλιγγίτι δα= μηνιγγίτι δα
Μερμηγκιέ ς=μυρμηγκιές
Μπιμπίκι=σπυράκι
Νευροκαβα λίκεμα= πόνος που προέρχετα ι από μετατόπισ η τενόντων και των μυών του σώματος
Nευρόσπασ το  =  ο ανήσυχος και νευρικός άνθρωπος
Νταμπλάς= Ανακοπή, οξύ εγκεφαλικ ό επεισόδιο
Νταντουλώ= ζαλίζομαι, παραπαίω
Ξερατό= εμετός
Ορνιθοτυφ λιά= ημεραλωπί α. Δεν έβλεπε καλά μόλις βασίλευε ο ήλιος.
Πανούκλα= μεταδοτικ ή θανατηφόρ ος αρρώστια, η πανώλης
Παραμαγού λες= παρωτίτιδ α
Πετροζούλ ισμα= αιμάτωμα από πίεση
Πλευρίτια σμα= κρυολόγημ α
Ποδάγρα= οξεία ουρική αρθρίτιδα (στο κότσι).
Πονόλαιμο ς ή λαιμά= κυνάγχη
Πονόματος = επιπεφυκί τιδα, οφθαλμία
Πούντα= κρυολόγημ α,πνευμονία
Πύο = πύον, υποκίτριν ο πυκνόρρευ στο υγρό που σχηματίζε ται σε σημεία φλεγμονής
Ρέχα= φλέγμα
Σαραλίκι ή χρυσή= ίκτερος
Σηλιασμός (σεληνιασμ ός)= επιληψία
Σκαρλατίν α= οστρακιά
Σκοτωμένο αίμα= αιμάτωμα
Σκοτούρα= ζάλη, κεφαλαλγί α
Στραμπούλ ηγμα= διάστρεμμ α
Σκουλαμέν το=βλενόρροια, γονοκοκκι κή ουρηθρίτι δα
Σπάσιμο (κόκκαλου)= κάταγμα
Σύγκαμα= παράτριμμ α,  φλεγμονή δέρματος
Σφά(κ)χτης  =  ο οξύς πόνος
Τακάτι δεν έχω = δεν έχω πια δυνάμεις
Τρι(γ)υρίδα  = η μόλυνση του νυχιού
Τριχοφά(γ)ος  = πάθηση του τριχωτού της κεφαλής,αλωπεκία
Χτικιό= φυματίωση

ΓΙΑΤΡΟΣΟΦ ΙΑ

Γιατροσόφ ια= τα πρακτικά φάρμακα
Γιατροσόφ ι= φάρμακο του λαϊκού γιατρού, θεραπευτι κή μέθοδος με καθαρά εμπειρικό χαρακτήρα .
Γιατρικό= γενικώς το φάρμακο, καθετί που ανακουφίζ ει, ανακουφισ τικό.
Γιατρειά ή γιατριά= η θεραπεία, η ίαση, η ανακούφισ η.
Γειανίσκω= θεραπεύομ αι
    
Τα περισσότε ρα γιατροσόφ ια βασίζοντα ι στη χρήση των φαρμακευτ ικών φυτών, ενώ  αποτελούν αξιόλογο μέρος της λαογραφικ ής παράδοσης ενός τόπου. Για παράδειγμ α, ζεστά ροφήματα, εντριβές, γαργάρες, αλοιφές κ.α.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal