Αποστολέας Θέμα: Ένα Πάσχα διαφορετικό…  (Αναγνώστηκε 1710 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Τριγλιανός Απόγονος
  • **
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 18
  • -Λαμβάνω: 13
  • Μηνύματα: 98
  • Age: 57
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 19
  • Φύλο: Άντρας
Ένα Πάσχα διαφορετικό…
« στις: 30 Απρίλιος 2013, 08:31:23 μμ »
Ραφήνα, βδομάδα πριν την Μεγάλη του έτους 1975.
Σχεδόν 40 χρόνια πριν…
Ήταν ένα τηλεφώνημ α, μερικές συνεννοήσ εις, η λήψη της απόφασης και το απαντητικ ό τηλεφώνημ α, που έδωσαν μία διαφορετι κότητα σε μένα και τον αδελφό μου.
ΝΑΙ ξάδελφε, θα έρθουμε στην Νέα Τρίγλια, να κάνουμε μαζί Πάσχα. Αυτή ήταν η απάντηση που μας χαροποίησ ε ιδιαίτερα, θα πηγαίναμε στον θείο Παναγιώτη .
Η χαρά μας αυτή μεγάλωνε ακόμα περισσότε ρο σκεφτόμεν οι ότι θα μπαίναμε στο τρένο! για πρώτη φορά, θα βλέπαμε μέσα από την διαδρομή σχεδόν την μισή Ελλάδα, έστω και με την περαστική ματιά, που θα μας επέτρεπε το παράθυρο του τρένου.
Τον θείο τον γνωρίζαμε, αλλά δεν είχαμε γνωρίσει ποτέ την μάνα του, την γυναίκα του και τον μικρούλη υιό του, που λόγο ηλικίας ήταν και ένας από τους λόγους που θα ανεβαίναμ ε εμείς στο άλλο χωριό.
Μα και το χωριό δεν το είχαμε δει και θέλαμε να το γνωρίσουμ ε, όπως και αν είχαμε και άλλα ξαδέλφια εκεί, ερώτηση που την κάναμε συνεχώς στον πατέρα μας.
Η χαρά μου μεγάλωσε ακόμα περισσότε ρο τις επόμενες μέρες μαθαίνοντ ας ότι θα έρχονταν στην Τρίγλια και οι γείτονες μας, οικ. Πικουλίδη, τα τρία αδέλφια με τα παιδιά τους και θα μέναν στο σπίτι της «Μαμής», πράγμα που σήμαινε θα είχα και παρέα εκεί, αν δεν είχε παιδιά να παίζω η γειτονιά του θείου. Βασικό για ένα παιδάκι 7-8 χρονών.
Έτσι περνούσαν οι μέρες, μέχρι να έρθει η Μεγάλη Πέμπτη, που θα αναχωρούσ αμε για το σπάνιο για την εποχή και ενδιαφέρο ν ταξίδι μας.
Και έφτασε η πολυπόθητ η μέρα και το απογευματ άκι βρεθήκαμε στα ΚΤΕΛ Χαλκιδική ς για να πάρουμε το λεωφορείο για την Νέα Τρίγλια.
Οι γείτονες μας είχαν νοικιάσει ένα πουλμανάκ ι και θα έρχονταν την επόμενη.
Σουρούπων ε όταν φτάσαμε στην Τρίγλια. Σταμάτησε το λεωφορείο στην στάση, κατεβήκαμ ε και η εξερευνητ ική παιδική ματιά, είδε την εκκλησία, ένα περίπτερο, τον θείο Παναγιώτη να έρχεται κοντά μας, όπως και μερικούς ακόμα Τριγλιανο ύς να μας καλωσορίζ ουν και σκέφτηκα, όλοι αυτοί θείοι είναι;;; πέρασαν χρόνια για να καταλάβω την εικόνα αυτή με τους συγκεντρω μένους που μας καλωσόριζ αν!!!
Γεγονός ήταν ότι μόνο ο ένας, εκτός του Παναγιώτη, ήταν θείος και μας βοήθησαν με τα μπαγκάζια να πάμε στο σπίτι του Θείου, δυο τετράγωνα πάνω από την πλατεία.
Μία μεγάλη πλατεία και στο πλάι της από την άλλη μεριά του δρόμου κανά δυο καφενεία, αν θυμάμαι καλά.
Στην διαδρομή μου έκανε εντύπωση και ένα βενζινάδι κο μέσα στο χωριό.
Φτάσαμε στο σπίτι του θείου μου και στην σιδερένια πλεκτή αυλόπορτα, μας περίμεναν η μάνα του Γραμμάτο η θεία Ασημίνα με τον μικρό Σταύρο στην αγκαλιά της, φωνάζοντα ς καλώς  ήρθατε, καλώς ήρθατε, σαν να ήταν χορωδία!
Μπροστά με μία γρήγορη παιδική ερευνητικ ή ματιά, είδα ένα κήπο με λίγα δενδράκια και ένα σπίτι από αυτά που λέμε του συνοικισμ ού, δωματιάκι α συνεχόμεν α, με το ένα εξ αυτών λίγο πιο ψηλά από τα άλλα. Την επομένη βέβαια ανακάλυψα και δύο ακόμα δωμάτια – αποθήκες στην μεριά της αυλής που υπήρχε πίσω από το σπίτι.
Το να χωρέσουμε 4 άτομα ακόμα στο σπίτι, ήταν ένα θέμα που περίμενα να δω.
Βέβαια το ότι ο καιρός ήταν καλός αυτή την εποχή, ήταν σύμμαχος.
Θυμάμαι ότι κοιμηθήκα με εγώ με τον αδελφό μου σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι, οι γονείς μου στην κρεβατοκά μαρα που τους παραχωρήθ ηκε τιμητικά, όπως συνηθιζότ αν τότε, σε ένα άλλο δωμάτιο η θεία Γραμμάτο και στα δωμάτια της πίσω αυλής οι θείοι μου.
Ξημέρωσε με το καλό η δεύτερη μέρα, Μ. Παρασκευή και βέβαια από την κούραση του ταξιδιού ξυπνήσαμε γύρω στις 10.00 από θόρυβο της εξώπορτας, που την κτυπούσε μουσαφίρι σσα.
Ξαφνιασμέ νοι περιμέναμ ε να δούμε ποια είναι, περισσότε ρο δε αν είναι κάποια συγγενείς μας.
Άνοιξε η θεία και μπήκε μία κυρία με ένα πιάτο Πασχαλινά κουλουράκ ια, μας χαιρέτισε όλους και μας συστήθηκε, ήταν γειτόνισσ α, (ταλαντεύο μαι ανάμεσα στο Μπαρμπή ή Δρακούλη με το δεύτερο να επικρατεί).
Η θεία μας έφτιαξε το γάλα μας με την μάνα μου παρέα και καφέ για τους μεγάλους, ξεκινώντα ς μία συζήτηση – ανάκριση σκέτη. Οι μεν ρωτούσαν τους δε για συγγενείς και φίλους στα χωριά εκατέρωθε ν, διακρίνον τας μία χαρά ως αγαλλίαση που μάθαιναν καλά νέα.
Βέβαια δεν μείναμε με μία μουσαφίρι σσα, σε λίγη ώρα ήρθε και μία άλλη γειτόνισσ α, (Βουλγαράκ η, νομίζω Αναστασία), αυτό βέβαια δεν άλλαξε το τέμπο της συζήτησης .
Στα διάφορα που έλεγαν, έδωσα σημασία ότι η δεύτερη γειτόνισσ α, είχε το ένα αγόρι της στην ηλικία μου, αλλά και την ερώτηση πότε έρχονται οι υπόλοιποι από την Ραφήνα. Βλέπετε τα νέα ότι έρχονται κάποιοι από το άλλο χωριό, διαδίδοντ αν με ταχύτητα αστραπής, εκείνες τις εποχές.
Ο πατέρας μου και ο θείος μου, είχαν πάει μία βόλτα στο καφενείο, συνήθεια εθιμοτυπι κή τότε, αφού από ότι είχα καταλάβει, έπρεπε να πάνε γιατί τους περίμεναν εκεί όλοι οι συγχωριαν οί.
Το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι και από τα πρώτα που αναφέρθηκ ε ήταν ότι κατά τις 18.00 το απόγευμα θα έφταναν και οι υπόλοιποι Ραφηνιώτε ς.
Μετά άρχισαν μία μεγάλη κουβέντα για το τι κάνουν οι εκεί συγγενείς, αλλά και οι της Ραφήνας.
Έτσι έμαθα ότι το βενζινάδι κο που μου είχε κάνει εντύπωση το είχε θείος, όπως και θείος είχε το ραφτάδικο λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Το ψωμί που τρώγαμε ήταν από το φούρνο ενός άλλου θείου κανά δυο στενά πιο πέρα, είχα μία θεία που ο άντρας της είχε τον αλευρόμυλ ο και ακόμα ένα θείο που είχε ένα μαγαζί κάτι σαν ζαχαροπλα στείο ή πρατήριο άρτου όπως τα λέμε σήμερα, αλλά όχι με σιγουριά αυτό.
Από την άλλη μέρα του Πάσχα, θα πηγαίναμε να τους δούμε.
Το απόγευμα είχε κανονιστε ί επίσκεψη στην Εκκλησία και μετά περίπατος προς το γήπεδο, ώστε να δούμε που θα έρθουν οι Πικουλαίο ι, όπως χαρακτηρι στικά το έλεγαν.
Ο εντυπωσια σμός μου συνεχίστη κε στην εκκλησία με τα χαρακτηρι στικά λόγια του παπά, «όσο μακρύτερα μαλλιά έχουν οι γυναίκες, τόσο μυαλό τους λείπει!!!», ανάμεσα σε μία συζήτηση μαζί του που είχαν γονείς και θειοι.
Αλλά και στο γήπεδο όταν πήγαμε, στην περίφραξη και γύρω γύρω, άρχισε να πατέρας μου να μαζεύει τσιμπιτές κορυφές από χόρτα που είχαν φυτρώσει και σε ερώτηση του θείου μου, του είπε ότι ήταν μαύρη βρούβα, η καλύτερη του είδους, μόνο που όπως ανάφερε ο θείος, δεν την γνώριζαν καν εκεί. Βέβαια όταν έφαγαν την επόμενη τους έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.
Εκπλήξεων συνέχεια, βλέποντας κόσμο να πηγαίνει προς την πλατεία και ο θείος είπε να πάμε και εμείς προς τα εκεί.
Βλέποντας μαζεμένου ς πολλούς χωριανούς, ρώτησα τον θείο τι περίμεναν και γιατί να πάμε και η απάντηση ήταν τόσο απλή, μα έρχονται οι Πικουλαίο ι…..
Πράγματι δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και ακούσαμε κόρνες, ήταν το πουλμανάκ ι τους και μία κούρσα που είχαν πάρει μαζί τους.
Αμέσως κατέβηκαν και άρχισαν τις χαιρετούρ ες και τα φιλιά με τους γνωστούς των, αλλά και εμάς, λες και είχαν να μας δουν πολύ καιρό. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν το κλίμα, που το δημιούργη σε αυτό.
Σε λίγο φύγαν να πάνε να ταχτοποιη θούν και εμείς γυρίσαμε στο σπίτι του θείου.
(Σκεφτόμεν ος μεγαλύτερ ος τις σκηνές αυτές και ζώντας τες και στην Ραφήνα για 4 συνεχόμεν α χρόνια, που ερχόταν η φιλαρμονι κή της Νέας Τρίγλιας για τον εορτασμό της Παντοβασί λησας, διαπίστωσ α ότι υπήρχε μία θετικά φορτισμέν η ατμόσφαιρ α σε κάθε συνάντηση Τριγλιανώ ν, από τα δύο χωριά.) 
Η επόμενη ημέρα με βρήκε να ζητάω από τους γονείς μου να με πάνε εκεί που μέναν οι Πικουλαίο ι, στις Μαμής το σπίτι.
Πρόθυμος ο θείος μου με πήγε και θυμάμαι πολύ καλά ότι παίξαμε τόσο πολύ με κάτι ρακέτες, έλλειψη άλλων παιχνιδιώ ν που ξεπατωθήκ αμε.
Μάλιστα είχε έρθει και ένα γειτονόπο υλο και έπαιζε μαζί μας, αν δεν κάνω λάθος το επώνυμο ήταν Καλπάκης.
Έτσι είχαμε κάνει μία τετράδα και παίζαμε ένα είδος ποδοσφαίρ ου, αλλά βαρώντας το μπαλάκι με την ρακέτα στο δάπεδο. Σπάσανε και οι ρακέτες στο τέλος.
Ήρθε το μεσημέρι και με πήγαν στο σπίτι του θείου μου, να φάμε να μπανιαρισ τούμε και να ετοιμαστο ύμε για την Ανάσταση.
Εκεί όμως διαπίστωσ α κάτι που μου κακοφάνηκ ε… δεν υπήρχε πουθενά πλυμένη η σούβλα  για το αρνί!!! Απόρησα και ρώτησα τον πατέρα μου γεμάτος αγωνία φοβούμενο ς αρνητική απάντηση, «Μπαμπά δεν θα σουβλίσου με;», όχι παιδί μου, θα το πάμε στο φούρνο με κλιματόβε ργες και θα είναι μια χαρούλα.
Δεν απάντησα, αλλά γεμάτος απογοήτευ ση μπήκα στο σπίτι. Βέβαια παραμένει η απορία για το αν είναι έθιμο να το πηγαίνουν το αρνί στον φούρνο και να μην το βάζουν στην σούβλα.
Νύχτωσε και ήρθε η ώρα να πάμε στην εκκλησία.
Προσκυνήσ αμε και βγήκαμε στην πλατεία περιμένον τας τον παπά να πει το Χριστός Ανέστη. Μάλιστα ο θείος μας πήγε σε ένα μέρος να μην κινδυνεύο υμε από τις κροτίδες και τα βαρελότα.
Τελικά οι εκπλήξεις δεν είχαν τελειώσει .
Την ώρα του Χριστός Ανέστη, μία σαΐτα ήρθε από το πουθενά και έσκασε την πλάτη του πατέρα μου, παίρνοντα ς φωτιά η καμπαρτίν α του.(ήταν στην εποχή τους τότε οι καπαρντίν ες), τελικά κάποιοι πιο ψύχραιμοι τον βοήθησαν να την βγάλει και να σβήσει η φωτιά.
Γυρίσαμε στο σπίτι και κάτσαμε στο τραπέζι να φάμε την μαγειρίτσ α και να τσουγκρίσ ουμε τα αυγά.
Κουρασμέν ος έπεσα για ύπνο και ξύπνησα από την φασαρία των πρωινών ετοιμασιώ ν για να πάνε το αρνάκι στο φούρνο.
Ετοιμάστη κα και τσουπ και εγώ μαζί τους μιας και δυο για τον φούρνο, ήταν θείος και αυτός όπως άκουσα να λένε και μάλιστα τους είπε ό πατέρας ότι την επομένη θα τους πάμε επίσκεψη, μιας και δεν θα είχε και πολύ δουλειά ο φούρνος.
Μετά πήγαμε στους Πικουλαίο υς που είχαν βάλει δύο σούβλες με αρνιά στο απέναντι οικόπεδο από της μαμής το σπίτι. Έτσι γεύτηκα και κοκορέτσι εκτός από σούβλα που δεν είχαμε στου θείου.
Από την άλλη μέρα άρχισαν οι επισκέψει ς σε συγγενείς και το ίδιο κάναν και οι Πικουλαίο ι σε φίλους όμως, διότι από ότι κατάλαβα, δεν είχαν συγγενείς στο χωριό.
Έντονα θυμάμαι όταν πήγαμε στο θείο με τον φούρνο, ότι είχε τρία παιδιά που τα δύο ήταν δίδυμα και παίζαμε μπροστά στο φούρνο.
Στους θείους με το ραφτάδικο και το βενζινάδι κο, πήγε ο πατέρας μου κάποια πρωινά με τον θείο, που είχε πάρει άδεια από την δουλειά του στην κοινότητα, λόγω ότι είχε τα μουσαφίρι α, δλδ εμάς.
Ένα απόγευμα πήγαμε και στην θεία που είχαν τον αλευρόμυλ ο και αμυδρά θυμάμαι το μεγάλο κτήριο που ήταν ο μύλος και μας έκανε μία βόλτα να τον δούμε.
Ταυτόχρον α γνώρισα και τον μικρό γιό της γειτόνισσ ας (Βουλγαράκ η) και ένα άλλο παιδί στην ηλικία μας, φίλο του και παίζαμε ως αργά το βράδυ. Σε αυτά τα παιχνίδια έμαθα να τρώω και τσάγαλα, δλδ όχι απλά έμαθα, τα ρημάξαμε σε ένα γειτονικό σπίτι.
Θυμάμαι την τελευταία βραδιά που μας έβγαλε ο θείος να πάμε σε μία ταβέρνα να μας κεράσει και πήγαμε και σχεδόν απέναντι στο μαγαζί ενός τελευταίο υ θείου που δεν είχαμε προλάβει να δούμε. Η ταβέρνα – σουβλατζί δικο, ήταν του Νίκου του Μπαμπαροξ ή.
Την επόμενη ημέρα με ταξί πήγαμε στην Θεσσαλονί κη και στον σταθμό του τρένου για την επιστροφή μας.
Ένα ταξίδι που έμεινε χαραγμένο στο παιδικό μυαλό μου, τόσο και τις εκπλήξεις που είχε, όσο και τα συναισθήμ ατα που βίωσα σε αυτό.
Αισθάνομα ι δε ιδιαίτερα τυχερός που τα βίωσα τότε, αφού σήμερα, μετά από σχεδόν 40 χρόνια, είναι αρκετά δύσκολο να νιώσει τέτοια συναισθήμ ατα και σε τόσο εύρος ανθρώπων.
Σήμερα το μόνο που μπορώ να πω, είναι μία ευχή να μπορέσουν να αισθανθού ν τα παιδιά μας, οι απόγονοι των Τριγλιανώ ν, έστω και τα μισά συναισθήμ ατα που υπήρχαν τότε στις συναντήσε ις μας και τον πόθο να γίνουν αυτές.
Θεωρητικά είναι αρκετά δύσκολο, αν υπολογίσο υμε ότι τα παιδιά, δεν γνωρίζουν αν έχουν συγγενείς εκατέρωθε ν στις δύο πόλεις σήμερα, χωριά τότε.
Το λέω αυτό, ορμώμενος από διαδικτυα κές συνομιλίε ς με παιδιά συγγενών που είχα, βλέποντας μία αποτρεπτι κή συμπεριφο ρά για μία νέα επαφή μεταξύ μας.
Αυτές οι διαπιστώσ εις είναι και ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στην δημιουργί α του φόρουμ αυτού.

Καλή Ανάσταση να έχουμε με υγεία.

Χαίρομαι ιδιαίτερα, που επιτέλους υπάρχει διαδικτυα κά, ένας χώρος να φιλοξενήσ ει και ενώσει ταυτόχρον α, τα Δύο χωριά των Τριγλιανώ ν, αλλά και όσους Τριγλιανο ύς δεν βρίσκοντα ι σε αυτά.
Ευελπιστώ στην ευαισθητο ποίηση σας, ώστε να καταγράψο υμε σημερινές ενημερώσε ις, αλλά και την ιστορία του μερά μας.

 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal