ΚΑΦΕΝΕΙΑ- Το "Σαμαρτζήδικον".

Ξεκίνησε από Στάθης Δημητρακός, 15 Απριλίου 2010, 06:31:35 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Στάθης Δημητρακός

ΚΑΦΕΝΕΙΑ - Το « Σαμαρτζήδικον »

    ■ Όταν παράτησε από την αγροφυλακή ο Ραφαήλ, που ήταν κουρουτζήμπασης (αρχιφύλακας), αποφάσισε και νοίκιασε το καφενείο που λεγόταν «Σαμαρτζήδικο».
    Το «Σαμαρτζήδικο» ήταν ένα καφενείο που σύχναζε η νεολαία. Εκεί μέσα γινότανε του Κουτρούλη ο γάμος (1), όπως λέει και η λαϊκή παροιμία, διότι μαζεύονταν όλοι οι Κιουλαμπέηδες (2), άπω 18 ως 25 χρόνων.
    Τον Ραφαήλ τον σεβόταν και τον φοβόταν μαζί, γιατί δεν λογάριαζε κανένα. Το βούρδουλα τον είχε πίσω από την πόρτα και όποιος δεν καθότανε καλά τον χρησιμοποιούσε. Με τους καλούς ήταν πολύ καλός, αλλά με τους ατίθασους ήταν πολύ τέρσης (ανάποδος). Είχε δυο παραγιούς (γκαρσόνια).
    Το πρωί που θα έμπαινε μέσα, ο καφενές έπρεπε να ήταν καλά σκουπισμένος, ο μπουφές, τα ποτήρια, τα φλιτζάνια πλυμένα και με το ξύδι τριμμένα, το σαμαβάρι (3) καλά καθαρισμένο και γεμάτο με καθαρό και φρέσκο νερό. Το σαμαβάρι ήταν αυτό που είχε συνέχεια βραστό νερό για τσάι και για καφέ, διότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Τότε χρησιμοποιούσαν τα κάρβουνα και υπήρχε ολημερίς χόβολη, όπου ο καφές σιγόβραζε στη χόβολη (4) και γινότανε καϊμακλίδικος, το λεγόμενο τυφαρήκι (5).
    Το καφενείο του Ραφαήλ ήταν σαν ένα είδος κέντρο των εργατών. Όποιος ήθελε να βρει για να πάρει εργάτες για το λισγάρι, για τσάπες (6) και για ό,τιδήποτε δουλειά στα κτήματα ή και μέσα στο χωριό, έπρεπε να αποτανθεί στο Ραφαήλ κι αυτός θα κανόνιζε ποιους θα έστελνε στο κάθε αφεντικό, λέγοντας λ.χ. εσύ Δημητρό, εσύ Αλέκο κι εσύ Γιάννο θα πάτε στου Προύσαλη ή και σε οποιονδήποτε άλλον ζητούσε εργάτες.
    Στο μεταξύ τους έδινε και συμβουλές, λέγοντας τους: «Άμα θα πάτε στα κτήματα μη τυχών και κάνετε τίποτα μπαχυλιές(7) και με ντροπιάσετε και άμα κάνετε τίποτα κανένα καμπαχέτι {8}, αλίμονό σας, δω πέρα ξανά να μην πατήσει το ποδάρι σας στο κατώφλι του καφενέ».
    Διότι αυτοί που παίρνανε εργάτες, δεν είχαν να κάνουν τίποτα με δαύτους. Τα αφεντικά απευθυνότανε στον Ραφαήλ, που αυτός ήταν και υπεύθυνος για ό,τιδήποτε συνέβαινε κι έτσι η Τρίγλια είχε να πούμε σαν ένα είδος εργατικό κέντρο, με πρόεδρο τον Ραφαήλ που εξυπηρετούσε όλο το χωριό.

Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Ν. Τρίγλια Χαλκιδικής
«Τριγλιανά Nέα», 30 Δεκεμβρίου 1985, φύλλο 54
Τριγλιανά Λαογραφικά, Θεσσαλονίκη 2002.



■Στον κάτου μαχαλά, αντίκρυ  από τον καφενέ του Χάσικου, ήταν ένας άλλος καφενές , που το λέγανε «Σαμαρτζήδικο». Αυτού πηγαίνανε, ούλες οι λέρες του χωριού, τα αλάνια όπως τα λέγανε. Απ' αυτό το μέρος οι κόρες δεν κοτούσανε(9) να περάσουν, γιατί ήτανε πολλά πειραχτήρια, αλλά και οι καφετζής όμως ήτανε νταήμπασης- παλικαράς.
Ήτανε ο Ραφαήλ  Μυτηλινός, όπως έχω γράψει και άλλοτε, όπου τον είχε διορίσει το χωριό κορουτζήμπαση(αρχιφύλακα)πάνω στους μπεχτσήδες(αγροφύλακες), όταν ήτο πιο νέος. Λοιπόν το πουρνό(πρωί), άμα έμπαινε ο Ραφαήλης μέσα στον καφενέ, ούλοι καθούτανε «σούζα» μπροστά του, γιατί ο Ραφαήλ δεν αστειευότανε ούτε και λογάριαζε και κανένα, την μαγκούρα την είχε πίσω από την πόρτα.  Διότι το «Σαμαρτζήδικο» δεν ήτο, λόγου χάρη, σαν το Αδελφάτο «Κυψέλη» που πήγαιναν άνθρωποι μυαλωμένοι, νοικοκυραίοι, κτηματίες, όπως και δάσκαλοι, γιατροί, σπετσιέρηδες (φαρμακοποιοί), εμπορευόμενοι, μεσίτες κλπ.
          Στο «Σαμαρτζήδικο» πηαίνανε ούλοι οι μάνγκες και τ' αλάνια του χωριού, όπου σ' αυτούς καφετζής μόνο άνθρωπος σαν τον Ραφαήλ μπορούσε να κάνει. Η πρώτη του δουλειά που θα έμπαινε μέσα στον καφενέ το πρωί ήταν να ρωτήσει το τσιράκι του αν είχε καθαρίσει το σαμαβάρι και αν είχε βάλει φρέσκο νερό, γιατί ήτο πολύ καθαρός. Πήαινε ο ίδιος έσκυβε το κεφάλι του και το μυριζούτανε και άμα τόβρισκε  λερωμένο, αλοίμονο...Αμέσως άρπαζε την μαγκούρα και τονε σαβούρντιζε (10) όπου τα πάρει, και στο τέλος ντονε έδινε και μια προποδιά και ντονε πετούσε έξω από το αργαστήρι (μαγαζί). 
    Παρόλο όμως που τους φερνότανε τόσο βάρβαρα, έβλεπες τον παραγιό την δεύτερα μέρα να ξανάρχεται και να τους ζητήσει μάλιστα και συγγνώμη. Γιατί όμως γινόταν αυτό;
Πρώτον, διότι δεν υπήρχε πουθενά να βγάλει το ψωμί του. Δεύτερο, ο Ραφαήλ ήταν άνθρωπος χοβαρδάς, λόγου χάρη, αν έλεγε το τσιράκι του « Μπάρμπα- Ραφαήλ δώσε με μια προκαταβολή, - 5-πέντε πανγκανότες (11)», αυτός θα τον έδινε -10- δέκα. Έπειτα, στο τραπέζι ο Ραφαήλ δεν ήταν ψωροπερήφανος, φώναζε το γκαρσόνι του να κάτσει στο τραπέζι να φάνε μαζί, να τον βάλει μάλιστα το πιο πολύ φαγητό. Προτιμούσε αυτός να μείνει νηστικός για να φάει ο υπάλληλός του. Γι' αυτό και όλος ο κόσμος τον αγαπούσε παρόλο που ήταν τόσο νευρικός, οι καλοσύνες του όμως ήσαν περισσότερες από τις ιδιοτροπίες του.
Το χειμώνα όταν ήταν στα κέφια του φώναζε όλους τους θαμώνες του καφενείου κοντά του, τους έλεγε: «Ελάτε εδώ κοντά μου, βρε παρώρια Μουντανιώτικα, ελάτε να σας πω ένα παραμύθι» και όταν πήγαιναν κοντά του τους έλεγε: «Τα γκεβετζελίκια-γκεβετζελίκια(αστεία) και η δουλεία- δουλειά, ακούετε δωπέρα που σας κρίνω».
Και αρχινούσε το παραμύθι, ένα παραμύθι του Ραφαήλ μπορούσε να βαστάξει μέρες και βδομάδες ακόμα, αν και τελείως αγράμματος βέβαια, όμως είχε τέτοιο ταλέντο στο λέγειν, τέτοια μνήμη, όπου δεν το έφθαναν ούτε και οι πιο μορφωμένοι μυθιστοριογράφοι.
Χρόνια πολλά είχε το «Σαμαρτζήδικο». Τον έβλεπες να κατεβαίνει στο παζάρι ολόισιος σαν ντη λαμπάδα. Φορούσε φέσι σκούρο βυσσινί με μακριά φούντα που έπεφτε πάνω στον ώμο. Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρο μουστάκι και στριμμένο. Φορούσε ζουνάρι μαύρο και γεμενί πατητό. Βαδίζοντας κρατούσε στο χέρι ένα χοντρό κεχριμπαρένιο κομπολόι, δηλαδή ήταν ένας σωστός λεβεντάνθρωπος.

Το «Σαμαρτζήδικο» της Παλιάς Τρίγλιας
Σταύρος Δ. Μαργαρίτης, Νέα Τρίγλια Χαλκιδικής.
(από χειρόγραφο μη δημοσιευμένο κείμενο).

■ Ο αείμνηστος Τριγλιανός και Ραφηνιώτης Θανάσης Πιστικίδης στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας», Ραφήνα Οκτώβρης 1983(σελ.147-148)γράφει:
« Όμως, το περιφημότερο απ'όλα ήταν το Σαμαρζτήδικο, το καφενείο της Νεολαίας, το φυτώριο της χαρτοπαιξίας και του σαματά. Επειδή ήταν αδιανόητο εκείνα τα χρόνια να βρεθεί πατέρας και γιος στο ίδιο καφενείο, η νεολαία άρχιζε πάντα από το Σαμαρτζήδικο, ονομασία όχι τυχαία. Την όφειλε στην αταξία που επικρατούσε εκεί μέσα, τα συνεχή μαλώματα μεταξύ των νέων, στις φωνές, στα ντουμάνια, στη χαρτοπαιξία και στο βερεσέ. Επειδή, μέσα στα περισσότερα καφενεία τα κάπως μεγάλα τουλάχιστον, υπήρχε πάντα κάποιο κουρείο, η ταμπέλα του Σαμαρτζήδικου έγραφε:
                ΣΑΜΑΡΤΖΗΔΙΚΟΝ
        Καφενείο και Κουρείο και Χοροδιδασκαλείο
              Τσάπα- Τσόκος και Λισγάρι
Τα βράδια φαίνεται μετατρέπονταν σε χοροδιδασκαλείο, για να μαθαίνει η νεολαία τον ζεϊμπέκικο, τον μπάλo και το χασαποσέρβικο ή το γρήγορο σέρβικο ή τους ελληνικούς χορούς. Η τρίτη σειρά της επιγραφής σήμαινε, ότι μπορούσε κανείς να βρει εργάτη με τσάπα ή τσόκο (αξίνα) ή λισγάρι». 


Γλωσσάρι- «Το Σαμαρτζήδικο»

(1)Του Κουτρούλη ο γάμος= μεγάλη οχλοβοή και φασαρία (η φράση είναι από την ομώνυμη κωμωδία του Α.Ρ. Ραγκαβή, 1845). 
(2)Κιουλαμπέηδες= αλητήριοι
(3) σαμαβάρι ή σαμοβάρι= μεταλλικό σκεύος για το βράσιμο του νερού για τσάι
(4) χόβολη= ζεστή στάχτη.
(5) τυφαρήκι ή τεφαρίκι= κάτι το εξαιρετικό
(6) λισγάρι- τσάπες= σκαπτικά εργαλεία
(7)μπαχυλιές=  τσιγκουνιές ( τσιγκουνιές στον κόπο= φυγοπονίες)
{8} καμπαχέτι=ζημιά, πταίσμα
(9)δεν κοτούσανε= δεν τολμούσανε, κοτώ=τολμώ
(10)σαβουρντίζω= πετώ κάτι με μανία.
(11) μπανγκανότες= τραπεζογραμμάτια, χαρτονομίσματα, χάρτινες λίρες, προέρχεται από την αγγλική λέξη bank-note                                                                                                                                                                             

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακός.

Το θέμα Καφενεία συνεχίζεται..