10) Εικόνες και Ιερά σκεύη εκκλησιών, από την Τρίγλια στην Ελλάδα

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 29 Αυγούστου 2019, 07:33:14 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Εικόνες και ιερά σκεύη εκκλησιών, από την Τρίγλια στην Ελλάδα

Μετά την έβδομη ιστορία για τις Εικόνες και τα Ιερά σκεύη των Μονών και των Εκκλησιών που είτε διασώθηκαν από τη διαρπαγή και τη λεηλασία, στην περίοδο της «μετατόπισης» (1915-1918), είτε βρέθηκαν μετά την επιστροφή τους στο χωριό, με βάση τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί στον Κώδικα Πρακτικών, θεωρώ χρήσιμο και αναγκαίο να καταγραφεί, σε ενιαίο κείμενο, η ιστορία της επιστροφής στην Ελλάδα όλων των εικόνων και ιερών σκευών που φρόντισαν να μεταφέρουν μερικοί Τριγλιανοί, στις δραματικές στιγμές του Μεγάλου διωγμού τον Αύγουστο του 1922. Οι μόνες πηγές πληροφόρησης για το θέμα αυτό είναι οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί, μετά την εγκατάσταση των Τριγλιανών στην Ελλάδα, αφού στον Κώδικα Πρακτικών δεν θα μπορούσε να υπάρχει σχετική πληροφορία. Αναζητώντας μαρτυρίες για το θέμα αυτό, βρήκα τρεις ιστορίες που έχουν γραφτεί από Τριγλιανούς και έχουν δημοσιευθεί, κυρίως στα Τριγλιανά Νέα και σε βιβλία.

Η πρώτη ιστορία αφορά στις θύμησες του Αθανασίου Γιατζητζόγλου που έχουν δημοσιευτεί στα Τριγλιανά Νέα με τίτλο «Πως έφτασαν τα ιερά κειμήλια στη Ν. Τρίγλια» και θέμα τη μεταφορά, από τον πατέρα του Ζαφείριο, ενός σεντουκιού με τα ιερά σκεύη της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου (μάλλον του κάτω, αφού σ' αυτή την ενορία ήταν το σπίτι του) μαζί με τα λίγα πράγματα που πήρε πριν από την επιβίβασή του, με την οικογένειά του και τις αδελφές του με τα παιδιά τους, σ' ένα μικρό πλοίο (Χελιδόνι) και προορισμό την Καλόλιμνο στην Προποντίδα. Οι «Θύμησες» δημοσιεύτηκαν στα πρώτα φύλλα των Τριγλιανών Νέων (3/1.3.1976, 4/29.4.1976 και 5/29.6.1976) και, μετά το θάνατό του, δημοσιεύτηκε στο φύλλο 95/ ΙΟΥΛ-ΑΥΓ-ΣΕΠ 1999 το τελευταίο τμήμα που είχε δημοσιευτεί στο φύλλο 5/29.6.1976, και περιλαμβάνει τη μεταφορά της οικογένειας και του σεντουκιού από τη Ραιδεστό στη Θεσσαλονίκη. Στο φύλλο αυτό δημοσιεύτηκε το ακόλουθο κείμενο:

"Ο Αθαν. Γιατζιτζόγλου που διετέλεσε και πρόεδρος της Ν. Τρίλιας, θυμάται πως ο πατέρας του (Ζαφείριος) μέσα στην αντάρα του πολέμου και του διωγμού περιέσωσε όχι μόνο την οικογένειά του και τους συγγενείς του αλλά κυρίως τα Ιερά και πολύτιμα σκεύη και κειμήλια της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Θυμάται πως ανάμεσα στους μπόγους που μετέφερε ο πατέρας του υπήρχε και ένα σεντούκι στο οποίο έδινε μεγαλύτερη σημασία. Αφού περιπλανηθήκαμε λέγει φθάσαμε ταλαιπωρημένοι στην Ρεδαιστό και συνεχίζει ...

Μετά παραμονή μας αρκετών ημερών στην Ραιδεστό φύγαμε πάλι από εκεί ύστερα από την εκκένωση της Θράκης με βωδάμαξες έως τον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί μάθαμε ότι διεκόπη η συγκοινωνία λόγω ανατινάξεων των γραμμών και επιστρέψαμε πάλι στην Ραιδεστό. Τέλος, επιβιβασθήκαμε σε πλοίο με μεγάλο κόπο και φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τελευταίο σταθμό της μεγάλης μας περιπέτειας.

Εγκατασταθήκαμε στην Τούμπα σε στρατιωτικούς θαλάμους, ή και σε άλλα πρόχειρα καταλύμματα, έως ότου μια επιτροπή Τριγλιανών, διάλεξε το Βατοπεδινό Μετόχη Χαλκιδικής, Σουφλάρι, επειδή προτίμησαν την αγροτική ζωή.

Ήτον τότε το πιο φιλόξενο μέρος , γιατί υπήρχαν γηγενείς κάτοικοι, είχε νερό, οικήματα που στεγάστηκαν αρκετοί, οίκημα για Σχολείο και μια εκκλησούλα μικρή μεν, αλλά περιποιημένη.

Πρόχειρα και δύσκολα ήταν τα πρώτα χρόνια, κυρίως έως ότου να συσταθή η Κοινότης, να γίνη διανομή χωραφιών και να προσαρμοτούμε.

Αργότερα έμαθα, όταν φθάσαμε πια στην Θεσσαλονίκη και είμασταν ασφαλείς, ότι μέσα στο μεγάλο βαρύ σεντούκι και σε πολλούς μπόγους ο πατέρας είχε ότι πολυτιμώτερο υπήρχε στον Άγιο Γεώργιο της ενορίας μας. Παρά την τόση ευθύνη και φροντίδα να φυγαδεύση πέντε οικογένειες, με τα σημαντικώτερα από τα εφόδια των σπιτιών τους, έμεινε από τους τελευταίους στο χωριό, επειδή ήταν και επίτροπος στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και συμμάζεψε και αμπαλάρισε όλα τα αξιολογότερα ιερά σκεύη του ναού. Τον Τίμιο Σταυρό, τα εξαπτέρυγα, πολύτιμες εικόνες, άμφια ιερέων, Ευαγγέλια και Βιβλία και ότι πολυτιμώτερον έκρινε, ότι δεν έπρεπε να μείνη εις τους Τούρκους.

Όταν πλέον εξεπλήρωσεν και την τελευταίαν αυτήν υποχρέωσίν του και επιβιβάσθη εις την βάρκα, για να πάη στο πλοίο τον θησαυρό που μετέφερε, έφθασαν οι Τούρκοι αντάρτες εις την παραλίαν, να τον ζητούν και να φωνάζουν το όνομά του (Τζορμπατζή Ζαφείρ νέρντε). Ήταν από τους πρώτους προδιαγραμμένους γιατί τον είχαν κατηγορήσει, ότι πυροβόλησε στο τζαμί και στον Μιναρέ, που ήταν απέναντι από το σπίτι μας, όταν ήλθε ο Ελληνικός Στρατός. Είχε όμως απομακρυνθή πολύ απ΄ την στεριά η βάρκα όταν έλεγε στους συνταξιδιώτας του, ότι, αυτά μας έδωσαν και έδειχνε τα μεταφερόμενα.

Το πόσον απαραίτητα ήσαν στην νέα μας Πατρίδα τα μεταφερθέντα, το ανεγνώρισαν όλοι οι συγχωριανοί. Κατ' αρχάς εδόθησαν λίγα, τα μικροτέρας αξίας, εις τον υπάρχοντα ιερόν Ναόν του Αγ. Αθανασίου. Κατόπιν όταν οι χωριανοί μας και με προσωπικήν εργασίαν έκτισαν εις το κέντρον του χωριού την ευρύτερη εκκλησία της Παναγίας της Παντοβασιλίσσης, τα παρέδωσε όλα εις τον ιερέα και την εκκλησιαστική επιτροπή του Ναού με πρωτόκολλον παραδόσεως, αντίγραφο του οποίου κράτησε ο ίδιος στο σπίτι. Δυστυχώς δεν μπόρεσα όμως να το βρω, γιατί φαίνεται ότι καταστράφηκε κατά την πυρπόληση του χωριού και του σπιτιού μας, από τους Γερμανούς κατά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Έτσι ντύθηκε ο νεόκτιστος Ναός από Σκεύη, Άμφια, Εικόνες κλπ από τα διασωθέντα και από τους πατέρες μας αγορασθέντα ή δωρηθέντα είδη.

Αυτά δια την ενημέρωσιν και των νεωτέρων, σχετικώς με την Μικρασιατικήν καταστροφήν, και την ταλαιπωρίαν των πατέρων μας, ευχόμενος όπως οι απόγονοί των να μην ζήσουν τέτοιαν συμφοράν
".

Για το θέμα αυτό ο Σταύρος Ν. Καλπάκης, σπουδαστής Μηχανολογίας τότε, έστειλε την ακόλουθη επιστολή, που δημοσιεύτηκε στα Τριγλιανά Νέα (60/ Ιούνιος 1987):

"Αγαπητοί Τριγλιανοί (παλιοί και νέοι), έχοντες υπόψη μου τις διάφορες αναφορές που έγιναν κατά καιρούς σε πολλούς από τους συμπατριώτες μας, θέλω να κάνω και εγώ μια αναφορά σε έναν που ποτέ δεν αναφέρθηκε στην εφημερίδα μας.
Για τον Ζαφείρη Γιατζητζόγλου θέλω να σας μιλήσω, για την αυτοθυσία αυτού του ανθρώπου στις δύσκολες ώρες του σκληρού και αδυσώπητου ξεριζωμού. Ο άνθρωπος αυτός ενώ είχε να σώσει μια μεγάλη οικογένεια γυναίκα έγγυο, τρία παιδιά και τρεις αδελφές χήρες, με κίνδυνο της ζωής του και αψηφώντας τον κίνδυνο μπήκε την εκκλησία της ενορίας του – τον Άγιο Γεώργιο – και έσωσε πολλά ιερά κειμήλια: Αργυρά εξαπτέρυγα, τον Τίμιο Σταυρό, Ευαγγέλια, δισκοπότηρα και διάφορα άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας που τώρα βρίσκονται όλα στην εκκλησία μας, την Παντοβασίλισσα Ν. Τρίγλιας.
Έχοντας αυτό το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε πως αν και οι γονείς μας ζούσαν σε περιοχές που πλεόναζαν οι Τούρκοι, διατηρούσαν την πίστη τους, είχαν ωραίες εκκλησίες και στις δύσκολες ώρες της φυγής δεν ξέχασαν να πάρουν μαζί τους ό,τι ιερό υπήρχε απ' αυτές για να μην το αφήσουν στα χέρια των αδίστακτων διωκτών τους
".

Η Καλλιόπη Κιουρτσή, που ζει στη Ν. Τρίγλια και είχε παντρευτεί τον Ιορδάνη Γιατζητζόγλου, δεύτερο γιο του Ζαφ. Γιατζητζόγλου, έγραψε στην αυτοβιογραφία της (Φεβρουάριος 2018) τα εξής, για το θέμα αυτό:

"Εδώ θα πρέπει να αναφέρω για τον πεθερό μου ότι ήταν άνθρωπος βαθειά θρησκευόμενος με μεγάλη πίστη στο Χριστό και την εκκλησία. Στο ξεριζωμό του 1922 με κίνδυνο της ζωής του διέσωσε και μετέφερε στη Νέα Τρίγλια όλα τα ιερά κειμήλια της εκκλησίας: Τα ασημένια Εξαπτέρυγα του Αη-Γιώργη, το δισκοπότηρο, τον Τίμιο Σταυρό, Ευαγγέλια, εικονίσματα. που βρίσκονται έκτοτε εδώ στη Παντοβασίλισσα.
Όταν εκκλησιάζομαι και τα βλέπω, αναλογίζομαι πόσο βαθειά πίστη είχαν αυτοί οι άνθρωποι
".

Η δεύτερη ιστορία, για μεταφορά εικόνων και ιερών σκευών,  αφορά στις ενέργειες του μεγάλου ευεργέτη Φίλιππου Καβουνίδη, ο οποίος, εκτός από τη σημαντική συμβολή του με την αποστολή των πλοίων του, για τη διάσωση και μεταφορά των Τριγλιανών σε ασφαλή εδάφη, κατέβηκε από το πλοίο του και με συνοδεία οπλισμένων ναυτών πέρασε από εκκλησίες και πήρε μαζί του εικόνες και ιερά σκεύη που παραδόθηκαν αργότερα στις αρμόδιες επιτροπές. Η πρώτη μαρτυρία για τις ενέργειες αυτές του Φ. Καβουνίδη δημοσιεύτηκε στο φύλλο 2/20.12.1975 των Τριγλιανών Νέων με τίτλο «Φίλιππος Καβουνίδης-Μεγάλοι Ευεργέται» και στο σχετικό απόσπασμα αναφέρεται ότι:

"Ο Φ. Καβουνίδης αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να πιαστή αιχμάλωτος βγήκε στην Τρίγλια με συνοδεία οπλισμένων ναυτών του πλοίου και περνώντας από τις εκκλησίες πήρε μαζί του τις θαυματουργές εικόνες της Αγίας Επισκέψεως, εικόνας ψηφιδωτής που είναι τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο μεγάλης αξίας και της θαυματουργού Παναγίας της Παντοβασίλισσας που είναι τώρα στην ομώνυμο εκκλησία της Ν. Τρίγλιας-Ραφήνας Αττικής.

Σήκωσε επίσης τα αργυρά σκεύη των εκκλησιών, τα άμφια και τα μουσικά όργανα που παραδόθηκαν αργότερα στην Ελλάδα, στην Ειδική Επιτροπή συγκεντρώσεως εκκλησιαστικών κειμηλίων από τις εκκλησίες της Μ. Ασίας και διατέθηκαν για να εφοδιαστούν οι νέες εκκλησίες των προσφυγικών συνοικιών
".

Στο φύλλο 5/28.6.1976 των Τριγλιανών Νέων (αναδημοσίευση στο φύλλο 91/ΑΠΡ-ΣΕΠ 1998), ο Χρυσόστομος Καβουνίδης, γιος του Φίλιππου, περιγράφει τις αναμνήσεις του από την καταστροφή του 1922 και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι:

"Σε κάποια στιγμή ο πατέρας, παραβαίνοντας τις υποσχέσεις που είχε δώσει στη μητέρα, πήρε μερικούς ναύτες οπλισμένους και βγήκε στη στεριά. Γύρισε τις εκκλησίες της Τρίγλιας, πήρε τις πιο πολύτιμες εικόνες την ΠΑΝΤΟΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και την ψηφιδωτή ΑΓΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ, πήρε τα δισκοπότηρα, τους χρυσούς και ασημένιους σταυρούς των εκκλησιών, πήρε τα μουσικά όργανα, που ο ίδιος είχε χαρίσει στην Τρίγλια, και τα έφερε στο πλοίο. Αργότερα τα παρέδωσε στην Ελληνική Κυβέρνηση".

Με τα ίδια περίπου λόγια, περιγράφει και ο Θανάσης Πιστικίδης στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας», 1983, σελ. 75-76, τη μεταφορά των ιερών κειμηλίων από τον Φίλιππο Καβουνίδη.

Η τρίτη ιστορία αφορά στα κειμήλια (ιερά βιβλία και σκεύη) που βρέθηκαν στο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας της Παντοβασίλισσας στη Ν. Τρίγλια, από τον παπα Γιώργη Πολύζο, εφημέριο της εκκλησίας. Με βάση τη σχετική επιστολή του Θανάση Πιστικίδη, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 42/30.6.1983 των Τριγλιανών Νέων, «τα κειμήλια αυτά είναι μέρος από εκείνα που με τόσο κίνδυνο της ζωής τους, ο Φίλιππος Καβουνίδης με μέλη του πληρώματός του και μερικούς χωριανούς έσωσαν από τις εκκλησίες της παλιάς Τρίγλιας, την τελευταία στιγμή την ώρα μηδέν του ξεριζωμού». Ο Θαν. Πιστικίδης, μετά την επιστροφή του από τη Ν. Τρίγλια στη Ραφήνα, έστειλε επιστολή  στον παπα Γιώργη Πολύζο, εφημέριο της Παντοβασίλισσας, ζητώντας λεπτομέρειες για το θέμα και εκείνος απάντησε με μακροσκελή επιστολή που δημοσιεύτηκε στο ίδιο φύλλο, περιγράφοντας τα κυριότερα απ' αυτά που βρήκε.

Τα κειμήλια ήταν Ευαγγέλια, Μηναία αι άλλα Λειτουργικά βιβλία χρονολογούμενα από το 1740 καθώς και αρκετές παλιές βυζαντινές εικόνες από την Τρίγλια, που είχαν υποστεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη καταστροφή από τον ήλιο και τη βροχή, αφού ήταν εκτεθειμένα στην ταράτσα του κωδωνοστασίου της εκκλησίας. Ο παπα Γιώργης γράφει ότι, σε ένα λιγότερο κατεστραμμένο Ιερό Ευαγγέλιο, με ασημένιες ανάγλυφες παραστάσεις, ανακάλυψε μερικές πληροφορίες για την Τρίγλια:

"α) «1855 Φεβρουαρίου 19, ημέρα δ' η όρα 9α ενέα της ημέρας έγινε ένας μεγάλος σισμός και εβούλιασε το καμπαναριό της Παντοβασιλίσσης»
β) σε άλλη σελίδα: «Έτος 1916 Ιανουαρίου 6 ημέρα Τετάρτη των Θεοφανείων η ώρα οκτώ της ημέρας ευρέθη η βίβλος αύτη υπ' εμού εγκαταλελειμένη εις τας χείρας βαρβάρων εντός της Μονής των αγίων Πατέρων των Μηδίκων εν Τργλία. Τρίγλια Ιανουαρίου 6 1916. Γ. Καραγεωργιάδης Μηχανικός»
γ) και σε άλλη σελίδα: «Τη 23 Ιουλίου 1919 το στέλνω εις Γιαν. Τσαλίκη ο ηγούμενος της Μονής Πατέρων, Ιερεύς Χριστόδουλος Σταυρίδης Βουγλίτσης Τριγλιανός
".

Εκτός, όμως, από τα παραπάνω Ευαγγέλια και Λειτουργικά βιβλία, ο παπα Γιώργης  Πολύζος περιγράφει και την ανεύρεση τμημάτων από 1) ξυλόγλυπτο Σταυρό με ασημένιο περίβλημα  (βάση και σταυρός) με αναγραφή στη βάση του ότι ανήκε στη Μονή Πατέρων με ημερομηνία «1800 Ιουνίου 15», 2) δύο ασημένια σκαλιστά εξαπτέρυγα που μαζί με το Σταυρό αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο, και 3) άλλα μικροαντικείμενα, που βρήκε στην Παντοβασίλισσα και τον Αγ. Αθανάσιο.

Μετά τη δημοσιοποίηση αυτού του θέματος, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Ν. Τρίγλιας ζήτησε από την 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων την καταγραφή των αντικειμένων αυτών και αυτή ολοκληρώθηκε στην περίοδο 1983-1984. Στην καταγραφή συμμετείχε η Λήδα Τόσκα-Ζαχάρωφ, η οποία, στη συνέχεια, εξέδωσε το 1994 εργασία (Παλαιά εκκλησιαστικά έντυπα των ναών της Ν. Τρίγλιας Χαλκιδικής) με αναλυτική και επιστημονική παρουσίαση και φωτογραφίες όλων βιβλίων που καταγράφηκαν (http://epublishing.ekt.gr/el/5874/%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC/11228 )

Η τέταρτη ιστορία αφορά αφενός στην εικόνα της Παναγίας της Παντοβασίλισσας, που βρισκόταν στον ομώνυμο ναό της Τρίγλιας, αφετέρου στην ψηφιδωτή εικόνα της Αγίας Επίσκεψης, που βρισκόταν στην Παναγία-Μητρόπολη της Τρίγλιας, μεταφέρθηκαν, μαζί με άλλα ιερά σκεύη, από τον Φίλιππο Καβουνίδη στην Ελλάδα και παραδόθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, όπου εξακολουθεί να φυλάσσεται η εικόνα της Αγίας Επίσκεψης. Σύμφωνα με τον Θανάση Πιστικίδη («Ριζώματα, Βιώματα, Παθήματα-Αληθινές Ιστορίες», σελ. 84), μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης της αρχικής εκκλησίας της Θεοτόκου Παντοβασίλισσας στη Ραφήνα (1929), επιτροπή κατοίκων επισκέφθηκε το Μουσείο και ζήτησε τα κειμήλια για τη νέα εκκλησία αλλά οι υπεύθυνοι του Μουσείου ήταν ανένδοτοι και, τελικά, τους δόθηκε μόνο η εικόνα της Παντοβασίλισσας και πολλές άλλες παλιές εικόνες μοναστηριών της περιοχής της Τρίγλιας.