13) Η φορολογική επιβάρυνση των κατοίκων της Τρίγλιας

Ξεκίνησε από Μάκης Αποστολάτος, 02 Νοεμβρίου 2019, 02:34:51 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Μάκης Αποστολάτος

Στους Κώδικες της Τρίγλιας, που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, κρύβονται μικρές ή μεγάλες ιστορίες που σπάνια έρχονται στην επιφάνεια. Μία απ' αυτές, μεγάλης σημασίας για την οικονομία της Τρίγλιας, ήταν η επιβάρυνση των κατοίκων της Τρίγλιας για τους φόρους 1) προς όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, που επέβαλε η Κεντρική Οθωμανική Διοίκηση (Κυβέρνηση), 2) προς την Μητρόπολη Προύσας και το Πατριαρχείο, 3) που επέβαλε η Εφοροδημογεροντία, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα γενικά έξοδα της Κοινότητος (λειτουργία σχολείων, πληρωμή διδακτικού προσωπικού, ιερέων, αγροφυλάκων, νυκτοφυλάκων, πολιτοφυλάκων και λοιπών υπαλλήλων), καθώς και τη διαδικασία είσπραξής τους. Οι αποφάσεις επιβολής των τοπικών φόρων και η μέθοδος είσπραξης όλων των φόρων  περιλαμβάνονταν στις αρμοδιότητες της Εφοροδημογεροντίας.

Το διοικητικό σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, με κεντρομόλα τάση και πυραμιδοειδές σχήμα, και αδυνατούσε να ασκήσει άμεση διοίκηση έως την πιο απομακρυσμένη μονάδα της Αυτοκρατορίας. Για το λόγο αυτό αναπτύχθηκαν στα Ελληνικά χωριά της Αυτοκρατορίας κοινοτικοί μηχανισμοί αυτοδιοίκησης, που δεν ήταν βασισμένοι σε κάποιο συγκεκριμένο μοντέλο, αλλά διαμορφωνόντουσαν ανάλογα με τις συνθέσεις και τις ανάγκες κάθε κοινοτικής μονάδας, με τη συμμετοχή πάντα της θρησκευτικής ιεραρχίας. Γενικά, η Οθωμανική διοικητική ιεραρχία κάλυπτε ολόκληρο τον πληθυσμό μιας περιοχής, ενός χωριού, ενώ η Χριστιανική διοίκηση κάλυπτε μόνο το Χριστιανικό τμήμα του πληθυσμού, αλλά στην Τρίγλια, που κατοικούσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία Χριστιανοί, το κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης που οργανώθηκε κάλυπτε, σε μερικές περιπτώσεις, τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις όλων των κατοίκων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων, όπως πχ οι υπηρεσίες των αγροφυλάκων, νυκτοφυλάκων, πολιτοφυλάκων κλπ, οι οποίοι είχαν αρμοδιότητα και για τις ιδιοκτησίες ή τις γειτονιές των Μουσουλμάνων και όχι μόνον των Χριστιανών, διοριζόντουσαν από την Εφοροδημογεροντία και οι μισθοί τους πληρωνόντουσαν από όλους τους κατοίκους της Κοινότητας. Οι υπόλοιπες υπηρεσίες, βέβαια, δηλαδή τα σχολεία, τα νεκροταφεία, οι θρησκευτικοί χώροι κλπ αντιμετωπίζονταν από κάθε θρησκευτική ομάδα των κατοίκων της.

Ο Θανάσης Πιστικίδης αναφέρει στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας» (σελ. 169-170) ότι: "Το Τουρκικό κράτος δεν ενίσχυε ποτέ οικονομικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, επέβαλε μόνο τους φόρους, το δέκατο επί των αγροτικών προϊόντων και το μιρί στ' αλιεύματα που ήταν κι' αυτό δέκατο, αλλά μ' άλλη ονομασία όπως είδαμε. Για να μην απασχολούνται υπάλληλοι για τις εισπράξεις  αυτές, οι φόροι έβγαιναν σε δημοπρασία και μισθώνονταν για ένα χρόνο ή το πολύ για δύο. Τους αναλάμβαναν ειδικοί πλειοδότες, οι οποίοι μπορεί να ήσαν Τριγλιανοί  ή κι από άλλα μέρη. Όποιοι όμως κι αν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, οι «δεκατιστές» όπως τους έλεγαν, ήταν οι απεχθέστερες φυσιογνωμίες μέσα στο χωριό. Σκληροί κι αδυσώπητοι, μπορούσαν να ξεφορτώσουν μέσα στο δρόμο, μέσα στο χιόνι, ένα γαϊδουροφόρτωμα για να ελέγξουν και να ζυγίσουν, αν δεν συμβιβαζόταν μαζί τους ο χωρικός. Έμπαιναν μέσα στα σπίτια όποια ώρα ήθελαν να δουν και να μετρήσουν τις ελιές στα κάπα. Μπορούσαν να ζητούν φόρο κι από ένα καλάθι κεράσια, σταφύλια ή ροδάκινα, που έφερνε ο χωρικός στο σπίτι του και να ελέγχουν μέσα στο σπίτι την παραγωγή του κουκουλιού."

Το σύστημα αυτοδιοίκησης, που οργανώθηκε στην Τρίγλια, περιγράφεται με λεπτομέρειες στην ιστορία 8 «Διοίκηση της Τρίγλιας-Εφοροδημογεροντία» αυτής της ενότητας, αλλά το σύστημα αυτό χρειάζονταν χρήματα, για την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς όφελος όλης της Κοινότητας. Τα έσοδα της Κοινότητας προέρχονταν από τα δικαιώματα σε γάμους, κηδείες, σύνταξη προικοσυμφώνων, διαθηκών, συμβιβασμούς σε διενέξεις κλπ, αλλά και από τις εκκλησίες (παγκάρια), από ενοικίαση διαφόρων κοινοτικών ακινήτων, που προέρχονταν είτε από διαθήκες, δωρεές κλπ είτε από αγορές και περιγράφονται ενδεικτικά στο Κεφάλαιο Δ' άρθρο ιγ του Κανονισμού της Τρίγλιας που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο 1908, και αναφέρει ότι:

"Άρθρον ιγ) Πόρους η Κοινότης έχει: πρώτον τα παγκάρια των Εκκλησιών, δεύτερον τας προσόδους των Εκκλησιαστικών και λοιπών ακινήτων και κοινοτικών κτημάτων, τρίτον τα εισιτήρια των μαθητών, τέταρτον τα δικαιώματα του γραφείου της Εφοροδημογεροντίας και πέμπτον τα εκ του μονοπωλείου του κηρού, έκτον τα εκ θεατρικών παραστάσεων ή οιωνδήποτε άλλων εκτάκτων και απροβλέπτων αμέμπτων πάντοτε μέσων εισπραττόμενα υπέρ των σχολών δικαιώματα και εκτός των ωρισμένων εν καιρώ πανηγύρεων και ή μονοκλησιών, δίσκων προς όφελος των Σχολών".  Τα έσοδα, όμως, αυτά δεν ήταν επαρκή για το σύνολο των υπηρεσιών που προσέφερε η Κοινότητα της Τρίγλιας στους κατοίκους της και, για ενίσχυση των οικονομικών της, επιβάλλονταν, κατά καιρούς, διάφοροι φόροι, όπως πχ για την παιδεία, για τη φύλαξη των αγροτικών εκτάσεων από τους αγροφύλακες κλπ. Για το λόγο αυτό η Εφοροδημογεροντία ήλεγχε, με αντίστοιχες επιτροπές, τους λογαριασμούς (βιβλία) των γενικών εξόδων της Κοινότητος, των εκκλησιών, των σχολείων, των Μονών, των εισπρακτόρων κλπ.  Στην περίοδο των 20 ετών, που καλύπτει ο διασωθείς Κώδικας Πρακτικών (1902-1922), διαπιστώνονται και μικρές περίοδοι, κατά τις οποίες το Ταμείο ήταν σχεδόν άδειο, από διάφορες αιτίες (καθυστερούμενες οφειλές, μειωμένες σοδειές κλπ), με αποτέλεσμα την αδυναμία καταβολής μισθών και η Εφοροδημογεροντία κατέφευγε σε δανεισμό, για να αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα. Άλλη παρόμοια περίπτωση ήταν η περίοδος μετά την επιστροφή των Τριγλιανών, από την εξορία τους στην Προύσα, στα τέλη του 1918, και η πολύ δυσχερής οικονομική κατάσταση της Κοινότητος, αλλά και των κατοίκων της, οπότε αποφασίστηκε η επιβολή νέου φόρου επί των εισαγωγών και εξαγωγών.

Οι φόροι που επιβάρυναν τους κατοίκους της Τρίγλιας χωριζόντουσαν σε τρεις βασικές κατηγορίες, 1) στους κρατικούς που επέβαλε η Οθωμανική Κυβέρνηση (φόρος περιουσίας και εισοδήματος), 2) στους θρησκευτικούς που επέβαλε το Πατριαρχείο (Πατριαρχικό επίδομα από τις Μονές) και η Μητρόπολη (Αρχιερατική επιχορήγηση) και 3) στους τοπικούς που επέβαλε η Εφοροδημογεροντία, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους κατοίκους και τη λειτουργία των ιδρυμάτων (σχολεία, εκκλησίες, προσωπικό κλπ). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Τρίγλια η είσπραξη των φόρων γινόταν μέσω των εισπρακτόρων που επιλέγονταν από την Εφοροδημογεροντία, και σε περιπτώσεις δυσκολιών ζητούσαν τη βοήθεια των «σφραγιδοφυλάκων»- Μουχτάρηδων των ενοριών, οι οποίοι ήταν Χριστιανοί και εκλέγονταν με ψηφοφορία. Οι κατάλογοι με τους φορολογούμενους συντάσσονταν από τους Μουχτάρηδες, σε συνεργασία με την Εφοροδημογεροντία, με βασικό κριτήριο την οικονομική κατάσταση κάθε οικογένειας, και τους παραλάμβαναν οι εισπράκτορες μετά το διορισμό τους.

Τυπικά, ο φορολογικός τομέας ήταν ξεχωριστός από τον οικονομικό τομέα της κοινότητας, αφού ο τελευταίος είχε αντικείμενο την είσπραξη και τη δαπάνη κεφαλαίων για τη λειτουργία των κοινοτικών ιδρυμάτων. Η είσπραξη των κρατικών φόρων ήταν διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο των κοινοτικών οικονομικών, καθώς η Εφοροδημογεροντία ήταν ουσιαστικά ο μεσάζων και όχι ο παραλήπτης των φόρων που εισπράττονταν. Η δουλειά της ήταν να προωθήσει τους φόρους αυτούς (κρατικούς και εκκλησιαστικούς) στις ανώτερες αρχές. Αν και οι φορολογικοί και οικονομικοί τομείς ήταν τυπικά χωριστοί μεταξύ τους, στην πράξη, τους διαχειριζόταν η ίδια ομάδα ατόμων εκτός από τον Μουχτάρη, ο οποίος εμφανιζόταν μόνο στον φορολογικό τομέα.

Οι φόροι που αφορούσαν στα γεωργικά προϊόντα εισπράττονταν από τον mültezim, με βάση τους καταλόγους που ετοίμαζαν οι Οθωμανικές αρχές, μέσω δημοπρασίας στον πλειοδότη.  Ο mültezim, που αναλάμβανε τη δουλειά, έδινε μια προκαταβολή στην Οθωμανική κυβέρνηση και στη συνέχεια προχωρούσε στη συλλογή των αντίστοιχων προϊόντων από τους αγρότες. Στα πρακτικά αναφέρονται όλες αυτές οι σχετικές διαδικασίες, οι εισπράκτορες και οι πλειοδότες στις αντίστοιχες δημοπρασίες, που ήταν πάντα Χριστιανοί.

Η δεκάτη ήταν το ένα δέκατο του προϊόντος και οι mültezims έπρεπε να τηρήσουν ένα βασικό όριο τιμών που είχε καθοριστεί από την Οθωμανική διοίκηση της περιοχής. Εάν οι εισπράκτορες ζητούσαν διαφορετικό φόρο από αυτόν που έδινε η κυβέρνηση, οι αγρότες μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν στις Οθωμανικές αρχές για διόρθωση των οφειλών τους. Αυτό έκαναν οι Τριγλιανοί (πρακτικό της 6.12.1913, σελ. 189), στους φόρους (δεκάτη) των σταφυλιών και λοιπών οπωρικών, όταν υπέβαλαν καταγγελία κατά του mültezim τους κατηγορώντας τον ότι εισέπραττε αυξημένο φόρο, με βάση μια απόφαση της Νομαρχίας Προύσας, και όχι με βάση την απόφαση της διοίκησης των Μουδανιών, στην οποία υπαγόταν η Τρίγλια. Παρατηρείται, βέβαια ότι, στο φόρο αυτό η Εφοροδημογεροντία είχε προσθέσει και ποσοστό 1,5% για την παιδεία και τα σχολεία. Προβλήματα στην είσπραξη των φόρων υπήρχαν πολλά και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις στον Κώδικα Πρακτικών, όπως θα διαβάσουμε στη συνέχεια.

Για την καλλίτερη παρουσίαση των πρακτικών, που έχουν σχέση με την ιστορία της φορολογικής επιβάρυνσης των κατοίκων της Τρίγλιας, οι φόροι κατετάγησαν σε τέσσερις κατηγορίες: 1) στους κρατικούς φόρους (δεκάτη κλπ), 2) τους εκκλησιαστικούς (Αρχιερατική επιχορήγηση και Μοναστηριακό επίδομα), 3) τους τοπικούς φόρους και 4) τους εισπράκτορες.


1.   Κρατικοί φόροι (Δεκάτη κλπ)

Για το φόρο της δεκάτης έχει γράψει ο Στάθης Δημητρακός ένα άρθρο στο forum (http://www.triglianoi.gr/index.php?topic=446.msg557#msg557 ), και περιλαμβάνει αδημοσίευτο κείμενο του Τριγλιανού λαογράφου Σταύρου Δ. Μαργαρίτη, στο οποίο περιγράφεται γλαφυρά η σχετική διαδικασία αφενός της πλειοδοσίας για την ανάδειξη του δεκατιστή (εισπράκτορα του φόρου) αφετέρου της «είσπραξης» του φόρου, σε είδος, στο Σεργί, κατά την επιστροφή του παραγωγού στο χωριό από το χωράφι του.

Το πρώτο πρακτικό του Κώδικα, που αναφέρεται στο θέμα της δεκάτης, έχει σχέση με παράπονα των καλλιεργητών ελιάς επειδή στην είσπραξη της δεκάτης δεν υπολογίζεται η φύρα τους. Στην έκτακτη συνεδρίαση των προκρίτων της Τρίγλιας της 4.1.1907 (Κώδικας, σελ. 21) συζητήθηκε το θέμα της δεκάτης και συγκεκριμένα ότι «... έχοντες υπ' όψει την αδικίαν την προσγιγνομένην εις τους κατοίκους της πατρίδος ημών κατά την είσπραξιν της δεκάτης των ελαιών παρά των εκμισθωτών της δεκάτης αξιούντων να λαμβάνωσι την δεκάτην εις ελαίας αλιομένας χωρίς να αναγνωρίζωσι και τας δαπάνας και την φύραν των ελαιών ήτις προκύπτει εκ της αλατίσεως απεφάσισαν την εκλογήν ιδιαιτέρας επιτροπής, όπως επιδώσει επί τούτω αίτησιν εις τους αρμοδίους και επιδιώξει όπου δει πάση δυνάμει την δικαίαν διακανόνισιν του ζητήματος. Εξελέγησαν δε ομοθύμως οι κ.κ. Αρίφ Αγάς, Λυκούργος Τσάκωνας και Αναστάσιος Καλπάκης εφοδιασθέντες παρά της συνελεύσεως δια των καταλλήλων εγγράφων». Το πρακτικό υπογράφεται από 21 προκρίτους και είναι χαρακτηριστικό ότι στην επιτροπή συμμετείχε και Μουσουλμάνος εκπρόσωπος των καλλιεργητών.

Στη Γενική Συνέλευση της 8.1.1912 (σελ. 136) συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα της δεκάτης των ελαιών και αποφασίστηκε να διοριστεί επιτροπή από τους Δημήτριο Τακά, Ιωάννη Καλεμκερή, Ιορδάνη Θάνο, Νικόλαο Παπαδόπουλο, Γεώργιο Μποδό και Σταύρο Μποδό προκειμένου να ενεργήσουν τα δέοντα, για την περιφρούρηση των συμφερόντων της Κοινότητος.

Στα δύο πρακτικά της νεοεκλεγείσης Εφοροδημογεροντίας 1) της 13.1.1912 (σελ. 138) συζητήθηκε το θέμα της δεκάτης και αποφασίστηκε «όπως την προσεχή Κυριακήν προσκληθώσι τα μέλη της επί τούτω εκλεγείσης Επιτροπής ης κανονίσθη η πορεία αυτής», και 2) της 20.1.1912 (σελ. 138) «απεφασίσθη όπως το ταχύτερον συγκληθή Γεν. Συνέλευσις προς εξεύρεσιν  των δια διά την διεκπεραίωσιν του έργου της επί της δεκάτης Επιτροπής απαιτουμένων χρημάτων».

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 6.12.1913 (σελ. 189) συζητήθηκε, μετά από παράπονα πολιτών, το ζήτημα του πακτωτού – Μουλτεζίμ – της δεκάτης των σταφυλών και λοιπών οπωρικών του έτους 1913, επειδή δεν συμμορφώθηκε να εισπράξει τα δέκατα αυτών, με την εκδοθείσα απόφαση της Υποδιοίκησης Μουδανιών, για τη διατίμησή τους (σταφύλια 40/00, τσαμπάτα 50/00, κυδώνια 45/00, μήλα 75/00, σταφύλια ραζακιά 100/00 και λοιπά), αλλά ζητώντας και απαιτώντας να εισπράξει από τα κοινά σταφύλια το δέκατον προς 50/00, από τα μήλα 100/00, από τα κυδώνια 75/00 και από τα ραζακιά σταφύλια 150/00, με βάση απόφαση της Νομαρχίας Προύσας, την οποία κανείς δεν γνωρίζει με ποια μέσα κατόρθωσε να την πάρει. Διορίστηκε επιτροπή από τους Βασίλειο Διαμαντάκη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Λεωνίδα Χ. Κελέκη, σφραγιδοφύλακα-μουχτάρη της ενορίας Αγίου Ιωάννου, με την εντολή όπως ενημερώνουν την Εφοροδημογεροντία, για την πορεία της δίκης και των εξόδων της, κρατώντας ξεχωριστό βιβλίο και εγκρίθηκε όπως οι σχετικές δαπάνες καταβληθούν από το βιβλίο των γενικών εξόδων της Κοινότητος.

Στο πρακτικό της έκτατης συνεδρίασης της 11.7.1914 (σελ. 207) και, αφού έλαβαν γνώση από τους σφραγιδοφύλακες της Κοινότητος για την κατακύρωση με πλειοδοσία της δεκάτης των σιτηρών, σταφυλών και λοιπών εισοδιών του τρέχοντος έτους επ' ονόματι της Κοινότητος αντί Γρ 18600 ..., και αρκετή συζήτηση, εγκρίθηκε η σύσταση επιτροπής για την είσπραξη, διαχείριση και καταγραφή των προϊόντων. Ως μέλη της επιτροπής ορίστηκαν οι Αθανάσιος Προκόπης, Λεωνίδας Κελέκης και Χουσείν αγάς, με απόλυτη πληρεξουσιότητα για να βρουν τους κατάλληλους έμμισθους υπαλλήλους για την είσπραξη των κατάλληλων ειδών και τη διαχείριση αυτών. Ως αμοιβή για τη διαχείριση αυτών μέχρι τη λήψη των προϊόντων εγκρίθηκε να λάβουν έκαστος ανά δύο λίρες Τουρκίας, με κάθε αυξομείωση του ποσού να είναι σε βάρος της Κοινότητος. Και σ' αυτό το πρακτικό παρατηρείται η συμμετοχή εκπροσώπου των Μουσουλμάνων αγροτών-καλλιεργητών.

Στο πρακτικό των σφραγιδοφυλάκων-Μουχτάρηδων της 1.11.1914 (σελ. 210) συζητήθηκε η έκθεση της επιτροπής διαχείρισης της δεκάτης των προϊόντων και σιτηρών, σταφυλών και λοιπών της Κοινότητος, η οποία διορίστηκε, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της 11.7.1914 (σελ. 207). Αναγνώστηκε η έκθεση και ελέγχθηκε. «Τα μεν έσοδα προερχόμενα εκ διαφόρων κονδυλίων σιτηρών, σταφυλών, Μήλων και λοιπών δημητριακών καρπών είναι Γρ 16778 οι δε δαπάνες συμπεριλαμβανομένου του ποσού του δοθησομένου εις το Κυβερνητικόν Ταμείον, του ποσού του δοθέντος εις διαφόρους δια την διεξαγωγήν της υπηρεσίας ως και του επιδόματος ημών ανήλθον εις Γρ 24779 και συνεπώς έλειμα εκ Γροσίων 8001 οκτώ χιλιάδων, μεθ΄ ικανήν συζήτησιν αποφασίζεται όπως πληρωθή παρ' όλων των Κατοίκων της Κοινότητός μας κατά τις τάξεις αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως αυτών». Το πρακτικό υπογράφεται από τους σφραγιδοφύλακες-Μουχτάρηδες Θανάση Προκόπη, Δημοσθένη Πητογλου, Γεώργιο Τσιράλη, Δημήτριο Δελιγιάννη, Βασίλειο Γιαρένη και Λεωνίδα Κελέκη.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης 8.4.1919 (σελ. 270) καταγράφεται μια σημαντική απόφαση που αφορά αφενός στην πρόσληψη αγροφυλάκων αφετέρου τον τρόπο αμοιβής τους με φορολογία των κτηματιών κατοίκων της Τρίγλιας, επί της εκτάσεως που είχε καθένας και πρόβλεψη για επιβολή προστίμων σε περιπτώσεις κλοπής αγροτικών προϊόντων. Συγκεκριμένα,  συζητήθηκε το θέμα της εκλογής αγροφυλάκων και της εξασφάλισης της μισθοδοσίας τους. Αποφασίστηκε να προστεθούν, στους υπάρχοντες δύο αγροφύλακες, τρεις ακόμη, δηλαδή συνολικά 5 αγροφύλακες και ένας νυκτοφύλακας. Επίσης, "... όπως φορολογηθή έκαστος συμπολίτης ημών κτηματίας αναλόγως του εγγείου αυτού φόρου (βεργγέ) 5 παράδες επί του γροσίου κατά μήνα. Επί τούτου εγένετο η εκλογή αρμοδίου δεκαμελούς επιτροπής δια μυστικής ψηφοφορίας, ήτις να επιβλέπη, διευθύνη, πληρώνει και επιβάλη τα απαιτούμενα πρόστιμα επί των ατόμων άτινα ήθελον συλληφθεί εν τω μέλλοντι αφαιρούντα ή κλέπτοντα από ξένων κτημάτων προϊόντα και άλλα αγροτικά είδη μη ανήκοντα αυτοίς, και εξελέγησαν ως επί των αγροφυλάκων επιτροπή οι κ.κ. Διογένης Λιλής, Σωκρ. Καλεμκερής, Λυκούργος Τσάκωνας, Βασ. Διαμαντάκης, Σωτηρ. Πιλάτος, και Θεολ. Φούντας, Γεωργ. Μποδός, Ηρακλής Μπαμπαρουτζής, Γ. Τακάς και Στέφανος Κασούρης. Προς αποτελεσματικωτέραν επίβλεψιν εκ μέρους των αγροφυλάκων των αγροτικών κτημάτων και πρόληψιν των συμπαρομαρτούντων απεφασίσθη όπως το πρόστιμον ει βαρύ αφ' ετέρου τούτο διανέμεται κατά το ήμισυ μεταξύ κοινότητος και αγροφυλάκων".

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 14.8.1919 (σελ. 289) αναφέρεται ότι «Η δεκάτη των σταφυλών προσφερομένη υπό της Κυβερνήσεως αντί 60 Λοθ. δεν γίνεται δεκτή των σταφυλών ουσών κατεστραμμένων». Επίσης, «αποφασίζεται όπως γίνωσι διαβήματα όπως χαρισθή ημίν υπό της Κυβερνήσεως δια το τρέχον έτος ο φόρος της δεκάτης».

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 27.8.1919 (σελ. 291) αναφέρεται ότι: «... κατακυρούται επ' ονόματι Σωτηρίου Γιάγκενας το ανάμικτον προϊόν σίτου και κριθής προς γρ. 8,50 η δε κριθή προς 7,25 γρ. Κατακυρούται επίσης εις τον Χριστόφορον Δουμάνην ο σίτος της δεκάτης προς 15 γρ.... Είτα πληρώνονται 16 ημερομίσθια διά λογ/σμόν της υπό της Κοινότητος αναληφθείσης δεκάτης προς γρ. 100 και 125 ως επίσης και 62,50 γρ. έξοδα, πληρώνονται εν όλω 1768,50».

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 3.11.1919 (σελ. 306) συζητήθηκε το θέμα της μη συμμετοχής των Μουσουλμάνων αγροτών στη δεκάτη και στην αμοιβή των αγροφυλάκων και τα μέτρα που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος: «Είτα καλείται διά δευτέραν φοράν ο μουχτάρης των συνοίκων μας οθωμανών διά το προς ημάς χρέος αυτών εκ δεκάτης και αγροφυλάκων αλλά και την φοράν ταύτην κωφεύει. Αποφασίζεται όπως γίνωσι παραστάσεις τω Διοικητή αίτινες και εγένοντο και απέφερον υποσχέσεις περί ενεργείας των δεόντων». Στο πρακτικό των επόμενων δύο συνεδριάσεων της 17.11.1919 και 24.11.1919 (σελ. 307) συζητήθηκε και πάλι το θέμα της μη πληρωμής, από τους Οθωμανούς, της δεκάτης και της αμοιβής των αγροφυλάκων: «Καλούνται οι Οθωμανοί ίνα πληρώσωσι την δεκάτην αυτών. Ένεκα δυστροπιών όλων σχεδόν των Οθωμανών διά την πληρωμήν της τε δεκάτης ως και των δικαιωμάτων των αγροφυλάκων απεφασίσθη ίνα μη πληρωθή η μηνιαία δόσις εξ 20 Λοθ. ίνα εξαναγκασθώσι να πληρώσωσι».

Στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της 24.1.1921 (σελ. 353) συζητήθηκε η από 21.1.1921 αίτηση πολιτών για το «ζήτημα της δεκάτης των ελαιών εξ ης αναλογεί συμφώνως τω νόμω εις τα ημέτερα Εκπαιδευτήρια 1,5% φόρος παιδείας (Μααρίφ)» και αποφασίστηκαν τα εξής: «1) να εκλεγώσι τέσσαρες αντιπρόσωποι εκ μέρους των κατοίκων με πάσαν πληρεξουσιότητα και ευθύνην του λαού, οίτινες μετά της Εφοροδημογεροντίας να ενεργήσωσι δεόντως και νομίμως προς διεκπεραίωσιν της εισπράξεως του αναλογούντος μεριδίου εις την ημετέραν Κοινότητα 1,5% εκ της Δεκάτης των ελαιών και τοιούτοι εξελέγησαν παμψηφεί οι κ.κ. Λυκούργος Τσάκωνας, Βασίλειος Γκικάδης, Ζαφείριος Γιαζιτζόγλου, Θεολόγος Ζαρζαβατζής, 2) εν περιπτώσει καθ' ην ο δεκατιστής ήθελε φανή ανένδοτος εις την νόμιμον απόδοσιν του ποσοστού της παιδείας (μααρίφ) εκ της Δεκάτης των ελαιών απεφασίσθη όπως μη επιτραπή τούτω να προβή εις την καταμέτρησιν (στιμάραν) και είσπραξιν της Δεκάτης».

Πέντε μήνες αργότερα, στο πρακτικό της 15.6.1921 (σελ. 361) της Εφοροδημογεροντίας διαπιστώθηκε ότι οι αποφάσεις της Γεν. Συνελεύσεως της 24.1.1921 (σελ. 353) όχι μόνον δεν έφεραν αποτέλεσμα, αλλά ο δεκατιστής μετέτρεψε τις ελιές σε ελαιόλαδο, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Εφοροδημογεροντία, και «βλέπουσα συγχρόνως ότι ο δεκατιστής τας εν τη αποθήκη του συναγμένας ελαίας εκ των ελαιοτριβείων μετέτρεψεν εις ελαιόλαδον, όπερ πρόκειται και αυτάς να μεταφέρη η δε Κοινότης να μείνη με κενάς τας χείρας, όσον αφορά την αναλογούσαν εις αυτή μερίδα του μααρίφ απεφάσισε μειοψηφούντος του κ. Σωκράτους Καλεμκερή, να προβή εις την συντηρητικήν κατάσχεσιν του εν τω ελαιοτριβείω του κ. Αρμοδίου Στεργίου ευρισκομένου ελαίου μέχρι διακανονίσεως του ζητήματος και προς τούτο ενεκρίθη όπως επισήμως γνωστοποιηθή δι' επιστολής τω κ. Αρμοδίω Στεργίω, δια τον οποίον η Κοινότης είναι βεβαία ότι θα υποστηρίξη τα δίκαια αυτής, να μην παραδώση εις ουδένα το εν λόγω ελαιόλαδον, άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως προς την Εφοροδημογεροντίαν, εν πάση δε περιπτώσει η Κοινότης οφείλει να υποστηρίξει τω κ. Αρμοδίω Στεργίω ηθικώς και υλικώς. Συνάμα δε ενεκρίθη όπως η Εφοροδημογεροντία ενεργεί δεόντως δια παν σχετικόν ζήτημα προς την υπόθεσιν της δεκάτης μέχρι της επιτυχούς εκβάσεως του ζητήματος τούτου».

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 12.9.1921 (σελ. 374) αποφασίστηκε, εκτός των άλλων, αφενός να εισπραχθούν τα καθυστερούμενα δέκατα παρελθόντος έτους και ανατέθηκε η είσπραξη στον εισπράκτορα Απόστολο Χ''Παναγιώτου, αφετέρου «να καταβληθή η δέουσα φροντίς προς είσπραξιν και το αναλογούν της δεκάτης εκ του Γιαλιτσιφλικίου διά τα σπαρέντα δημητριακά εις την περιφέρειαν Τριγλίας». Από το πρακτικό αυτό προκύπτει η ανάγκη είσπραξης δεκάτης, τους εισπράκτορες της Τρίγλιας και για καλλιέργειες κατοίκων του Γιαλι Τσιφλικίου σε κτήματα της περιφέρειας της Τρίγλιας.

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 16.1.1922 (σελ. 388) συζητήθηκε το θέμα του ποσοστού του φόρου Παιδείας της δεκάτης των ελαιών και αποφασίστηκαν τα εξής: «Επειδή το ζήτημα τούτο ετέθη από πέρυσι, περί τούτου δε υπάρχει γενική των κατοίκων αίτησις αιτούντων την παρακράτησιν του ποσοστού τούτου υπέρ των σχολών της Κοινότητος ημών και επειδή από πέρυσι μέχρι σήμερον ουδέ μία απόφασις εδόθη παρά των αρμοδίων Αρχών περί του ζητήματος τούτου έκρινε καλόν όπως γραφή αίτησις προς την Σεβαστήν Ελλην. Διοίκησιν Μουδανίων δι' ης να ζητούνται οδηγίαι περί τούτου οπότε μετά την λήψιν αυτής αποφασίση περί του πρακτέου». Η αίτηση που αναφέρεται στο πρακτικό είναι η από 21.1.1921 χειρόγραφη αίτηση 169 κατοίκων, που είναι συνημμένη με αριθμό 499/500 στον Κώδικα Πρακτικών, και, λόγω του ενδιαφέροντος του θέματος αλλά και των στοιχείων που αναφέρονται σ' αυτήν, για το θέμα της φορολογίας στις ελιές, θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω αυτούσια:

"Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Τριγλίας λαμβάνομεν την τιμήν να καθυποβάλλωμεν υμίν τα επόμενα
Ανέκαθεν η Τουρκική Κυβέρνησις εισπράττει τον φόρον της δεκάτης των ελαιών προς 12,5% εκ του ποσού δε τούτου 1,5% είναι προωρισμένον υπέρ της παιδείας (μααρίφ) δηλονότι προς όφελος των Σχολών εκάστης Κοινότητος. Εν τούτοις συνεπεία καταστρατηγήσεως του νόμου τούτου μέχρι σήμερον κατεκρατείτο το αναλογούν δια τα Εκπαιδευτήρια της Κοινότητος ημών λόγω δε της απολυταρχίας και της μετέπειτα τρομοκρατίας δεν ηδύναντο αι Κοινότητες αι ομογενείς να απαιτήσωσιν το δίκαιον αυτών εκ μέρους των εκάστοτε τουρκικών Κυβερνήσεων. Ήδη οπόταν το δίκαιον των Εθνών εν νομίμω ελευθερία δύναται να απαιτηθή κατηγορηματικώς δηλούμεν δια της παρούσης ότι το αναλογούν εκ της δεκάτης των ελαιών 1,5% υπέρ της παιδείας το πληρωθησόμενον υφ' ημών και ανήκον εις τα ημέτερα Εκπαιδευτήρια επ' ουδενί λόγω παραδεχόμεθα και πάλιν να καταμετρηθή και προς τούτο στηριζόμενοι εις την προηγουμένην συμπεριφοράν της Τουρκικής Κυβερνήσεως συνάμα δε εις την θέσιν εις ην ευρίσκονται οικονομικώς τα καθ' ημάς Εκπαιδευτήρια ως μετατοπισθέντες επί τέσσαρα περίπου έτη και απηνώς καταδιωχθέντες υπό της ιδίας Κυβερνήσεως νομίμως απαιτούμεν, όπως εκ της εισπράξεως της δεκάτης αμέσως να παραδίδεται υπό του δεκατιστού εις το ταμείον των Σχολών μας το αναλογούν 1,5% υπέρ της παιδείας.
Όθεν παρακαλούμεν την Εφοροδημογεροντίαν της καθ' ημάς Κοινότητος να προσκαλέση τον Δεκατιστήν και ανακοινώση τούτω την νόμιμην απόφασιν και απαίτησιν του λαού και συστηθή αυτώ, όπως συμμορφωθή προς ταύτην
Επί τούτοις διατελούμεν μεθ' υπολήψεως
Ει Τριγλία τη 21 Ιανουαρίου 1921
".

Στο επόμενο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 23.1.1922 (σελ. 388), συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και «η επιστολή του Δεκατιστού κ. Γαϊτάνου περί στιμάρας (σ.σ. καταμέτρησης) των ελαιών. Επειδή κατά τα ειωθότα ειδοποιείτο ο λαός περί τούτου δια δημοσίου κήρυκος έκρινε καλόν όπως γίνη το ίδιον προς ευκολίαν του Δεκατιστού».


2.   Εκκλησιαστικοί φόροι (Αρχιερατική επιχορήγηση, Μοναστηριακό επίδομα)

Αρχιερατική επιχορήγηση

Από την ανάγνωση των πρώτων σελίδων του Κώδικα Πρακτικών παρατηρείται ότι στα έτη πριν από το 1907 υπήρξε μια σημαντική καθυστέρηση στις εισπράξεις της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως και την απόδοσή της στη Μητρόπολη Προύσας και το θέμα αυτό απασχόλησε την Εφοροδημογεροντία και τους προκρίτους της Τρίγλιας, σε κάθε επίσκεψη του Μητροπολίτη Ναθαναήλ.

Στο πρακτικό της συνεδρίασης της Εφοροδημογεροντίας και των προκρίτων της 10.1.1907 (σελ. 22), υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Προύσης Ναθαναήλ, συζητήθηκε, εκτός των άλλων, το θέμα της καθυστερήσεως είσπραξης μεγάλου μέρους της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως παρελθόντων ετών και αποφασίστηκε «όπως κατά την προσεχώς γενησομένην εξέλεγξιν των Λ/σμών των εισπρακτόρων των εξόδων της Κοινότητος από κοινού συνερχόμενοι οι αζάδες (σ.σ. βοηθοί) του Μουδιρλικίου και Δημαρχείου μετά των Εφοροδημογερόντων και των προκρίτων της χώρας εξελέγξωσι τα βιβλία της Επιχορηγήσεως καταρτίσωσι νέον βιβλίον αυτής μετ' αναλόγου διανομής του εισπραττομένου ποσού και καταβάλωσι άμα πάσαν την δυνατήν προσπάθειαν προς είσπραξιν επαρκούς χρήματος εκ των καθυστερουμένων της Επιχορηγήσεως κατά τας προσεχείς εισπράξεις της δεκάτης των ελαιών».

Στο πρακτικό των προκρίτων και κατοίκων της Τρίγλιας της 24.3.1907 (σελ. 26) συζητήθηκε το θέμα του διορισμού εισπρακτόρων της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως και των «εξόδων της πατρίδος ημών». Αρχικά ελέγχθηκαν τα βιβλία της αρχιερατικής επιχορηγήσεως και των εξόδων και εγκρίθηκε να αναδιοριστούν ως εισπράκτορες, και για το νέο έτος, Δημήτριος Κ. Τακάς και Γεώργιος Τακάς.

Στη Γενική συνεδρίαση των προκρίτων της 17.7.1907 (σελ. 29) υπό την προεδρία του Ναθαναήλ, Μητροπολίτη Προύσης, συζητήθηκε, και πάλι, το θέμα «της λίαν ανωμάλου καταστάσεως της παρατηρουμένης εν τη αποτίσει της Αρχιερατικής Επιχορηγήσεως ης το μέγιστον μέρος και αυτού του διαρρεύσαντος έτους 1906 καθυστερείται, ενεκρίθη όπως η Εφοροδημογεροντία εγκαίρως επιληφθή του εν λόγω ζητήματος εξελέγχουσα τους Λ/σμούς των εισπρακτόρων της επιχορηγήσεως  και λαμβάνουσα επειγόντως τα κατάλληλα μέτρα προς άρσιν της τοιαύτης ανωμάλου καταστάσεως».

Τον επόμενο χρόνο, περίοδο κατά την οποία βρισκόταν στην Τρίγλια, ως εξόριστος, ο Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Δράμας, και συντάχθηκε ο Κανονισμός της Τρίγλιας, πραγματοποιήθηκε κοινή συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας, των επιτρόπων των εκκλησιών και προκρίτων, και στο πρακτικό της 12.3.1908 (σελ. 46) καταγράφηκαν πολλά θέματα σχετικά με τοπικούς φόρους, την Αρχιερατική επιχορήγηση, τα βιβλία των εισπρακτόρων, την αμοιβή τους, τις υποχρεώσεις τους,  τα προϊόντα που υπόκεινται σε φόρο, τα μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής κλπ και αποφάσισαν τα εξής:

"1) την επικύρωσιν των λ/σμών του εισπράκτορος του κ. Δ. Τακά όσον αφορά τα έξοδα του τόπου, τα κατεχωρημένα εν τω λ/σμώ χρέη της κοινότητος και των της Αρχ. επιχορηγήσεως συμφώνως τοις βιβλίοις τοις παραδοθώσι τη Εφοροδημογεροντία, 2) Διώρισαν παμψηφεί ως εισπράκτορας τον κ. Δ. Τακά μετά του Θεολ. Ζαρζαβατζή υπό τον όρον όπως η διαχείρισις περιέλθη εις τον κ. Δ. Τακά ο οποίος πάντοτε υποχρεούται εν περιπτώσει δανείου ένεκα εκτάκτου ανάγκης να συνεννοείται περί τούτου μετά της Εφοροδημογεροντίας και να λαμβάνη κοινή απόφασιν. Θα λαμβάνωσι οι Εισπράκτορες εισπρακτικά 10% επί της εισπράξεως και επιχορηγήσεως και των εξόδων. 3) Υποχρεούνται ούτοι τακτικώς κατά μήνα να πληρώνωσι τακτικώς τους μισθούς των αγροφυλάκων άνευ παραπόνων. 4) Μετά την εισοδείαν των κουκουλίων και των ελαιών οι εισπράκτορες δις του έτους υποχρεούνται να δίδωσι λ/σμόν των εισπράξεων αυτών τη Εφοροδημογεροντία των Σχολών όποτε αφαιρουμένων των πληρωμών του τακτικού υπηρεσίας εκ του περισσεύματος μερίζωνται αναλόγως επί τοις % οι έχοντες λαμβάνειν παρά του καταστίχου της κοινότητος μη επιτρεπομένου εις ουδένα να ενοχλήση τους ορισμένους εισπράκτορας ει μη να απευθύνηται κατ' ευθείαν προς την Εφοροδημογεροντίαν. 5) Απεφασίσθη προς ευκολίαν της εισπράξεως και των εξόδων και της αρχ. επιχορηγήσεως όπως ληφθώσι τα εξής μέτρα α) εν καιρώ συνάψεως γάμου έκαστος εξ αμφοτέρων των ενδιαφερομένων μερών να λαμβάνη απόδειξιν εξοφλήσεως της επιχορηγήσεως και των εξόδων δυνάμει της οποίας να εκδίδηται η απαιτουμένη άδεια, β) Ουδεμία αγοραπωλησία επίσημος και ανεπίσημος δεν θα επικυρούται παρ' ιερέως ή Μεχτάρη αν δεν φέρη ο έχων ανάγκην ταύτην απόδειξιν πληρωμής των εξόδων και της επιχορηγήσεως παρά των εισπρακτόρων εν παραβάσει δε ταύτης θα είναι υπεύθυνοι οι επικυρούντες τας προς τούτο πράξεις απέναντι της κοινότητος, γ) Εις ουδένα επιτρέπεται να συνάξη σταφυλάς ελαίας και οπωρικά άνευ αποδείξεως του εισπράκτορος. 6) Το έξοδον ορίζεται εις (11 παρ) ένδεκα κατά γρόσιον ως και πρότερον".

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 27.10.1909 (σελ. 82) καταγράφεται ότι η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε με αφορμή επιστολή του Μητροπολίτη Προύσης και αποφασίστηκε να αποσταλεί απαντητική επιστολή ότι είναι αναληθής η είδηση που του μεταφέρθηκε από τον επίτροπο στην Τρίγλια περί διορισμού εισπρακτόρων μόνο για τα κοινοτικά έξοδα και όχι για την Αρχιερατική επιχορήγηση, ότι η παράδοση των λογαριασμών αναβλήθηκε για τον προσεχή Ιανουάριο οπότε θα γίνουν οι νέες αρχαιρεσίες, ότι η Κοινότης μένει χρεωμένη εις το προσωπικό των διδασκάλων, και στην Αρχιερατική επιχορήγηση άνω των διακοσίων λιρών, ότι πρέπει να καταβληθεί φροντίδα για την είσπραξη της αρχιερατικής επιχορήγησης κλπ.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνελεύσεως κατοίκων της 10.1.1910 (σελ. 84), υπό την προεδρία του Αρχιδιακόνου κ. Δωροθέου, αποφασίστηκε, εκτός των άλλων, ότι το ετήσιο επίδομα του Αρχιδιακόνου θα είναι 2 ΛΤ, λόγω της συνενώσεως των ενοριών.

Το πρόβλημα, όμως, της καθυστέρησης αποστολής της επιχορήγησης φαίνεται ότι συνεχίστηκε και τον επόμενο χρόνο, αφού στο πρακτικό της Γενικής Συνελεύσεως κατοίκων της 10.1.1911 (σελ. 111) αποφασίστηκε, εκτός των άλλων, «Προκειμένου περί της Αρχιερατικής Επιχορήγησης ανεγνωρίσθη η υποχρέωσις της Κοινότητος ην έχει απέναντι της Α. Σεβασμιότητος όπως εις το άρτιον πληρώνη αυτή το καθορισθέν τη κοινότητι ποσόν της επιχορηγήσεως. Απεφασίσθη δε όπως υπό της εκάστοτε Εφοροδημογεροντίας σύντονος καταβάλλεται φροντίς και προσπάθεια προς είσπραξιν αυτής ιδίως δε υπό της νυν Εφοροδημογεροντίας όπως εισπραχθή το σεβαστόν ποσόν όπερ απέναντι καθυστερείται αρχιερατικής επιχορηγήσεως τη Α. Σεβασμιότητι».

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 14.4.1912 (σελ. 140) αναφέρεται ότι ο Κωνσταντίνος Λούτζογλου, εισπράκτορας της Αρχιερατικής Επιχορηγήσεως, κατέθεσε τους λογαριασμούς για τη διετή χρήση 1910-1911, παραιτήθηκε και εγκρίθηκε η αντικατάστασή του με τον Αθανάσιο Προκόπη για το τρέχον έτος 1912, με επίδομα (αμοιβή) 10/00 επί των εισπράξεων του τρέχοντος έτους και 15/00 επί των καθυστερουμένων. Ο Αθανάσιος Προκόπης δήλωσε ενώπιον της Εφοροδημογεροντίας ότι αποδέχεται τον διορισμό του και θα εργασθεί δραστηρίως και τιμίως.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 9.1.1913 (σελ. 165), υπό την προεδρία του Πρωτοσύγκελλου και Γενικού Επιτρόπου του Αγίου Προύσης Δωροθέου Μπουραζάνη, συζητήθηκε, εκτός των άλλων, το θέμα καθυστέρησης πληρωμής μεγάλου ποσού της Αρχιερατικής επιχορήγησης, από πολλών μηνών, αποφασίστηκε «όπως η Εφοροδημογεροντία καταβάλλη περισσοτέραν δραστηριότητα διαταχθώσι δε και οι ιερείς βοηθώσι ταύτην μηδέποτε .... και άλλα τοιαύτα εξαναγκάζοντας ούτω τους πάντας όπως καταβάλλωσι πρώτα την Αρχιερατική επιχορήγησιν και έπειτα προκειμένου  περί των ... Σχολών πάσα σκέψις και φροντίς αναβληθή δι' άλλην καταλληλοτέραν περίοδον οπότε ο Π. πρόεδρος εν καιρώ τω δέοντι μέλλει να κατέλθη εκ Μουδανίων, όπως προεδρεύση της επί τούτω συγκληθησομένης Γενικής κοινοτικής συνελεύσεως».

Στις υπόλοιπες σελίδες του Κώδικα δεν καταγράφεται πρακτικό σχετικό με αυτό το θέμα.

Μοναστηριακό (Πατριαρχικό) επίδομα

Για το Μοναστηριακό επίδομα, που έπρεπε να αποδίδεται στο Πατριαρχείο (εξ ου και Πατριαρχικό επίδομα), αφού οι Μονές ανήκαν σ' αυτό, ως Σταυροπηγιακές, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία στη βιβλιογραφία, και στον Κώδικά Πρακτικών υπάρχουν μόνο δύο πρακτικά που αναφέρονται στο θέμα αυτό, και τα δύο το 1919, δηλαδή στην περίοδο, μετά την επιστροφή των Τριγίανών (τέλος 1918), όσων επέζησαν, από την εξορία τους στην Προύσα, κατά την οποία η οικονομική κατάσταση των Τριγλιανών και της Κοινότητος ήταν, τουλάχιστον, προβληματική. Το θέμα που συζητήθηκε στο πρώτο πρακτικό βασίστηκε στην πρόταση που είχε γίνει προς το Πατριαρχείο, για τη διακοπή της καταβολής του Μοναστηριακού (Πατριαρχικού) επιδόματος, για έξι χρόνια, και στο δεύτερο (τρεις μήνες αργότερα) στην επίσκεψη στην Τρίγλια του Σχολάρχου της Θεολογικής Σχολής Χάλκης, προς την οποία κατευθυνόταν το επίδομα, την αυτοψία του στις δύο Μονές Μηδικίου (Πατέρων) και Αγίου Ιωάννου (Πελεκητής) και την απόφασή του για συνέχιση της καταβολής του επιδόματος.

Στο πρακτικό της 11.8.1919 (σελ. 287) της Εφοροδημογεροντίας συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα του ιερέα της Κοινότητος (χωρίς να αναφέρεται το όνομά του και χωρίς να έχει βρεθεί προηγούμενο πρακτικό για τον διορισμό του) και συγκεκριμένα για τη συμφωνία του με την προηγούμενη Εφοροδημογεροντία «όπως μετά την διακοπήν του Πατριαρχικού επιδόματος πληρώνηται παρ' αυτής κατά μήνα με 500 γρόσια ανεγνώρισε και εκανόνισεν η παρούσα Εφοροδημογεροντία τον διακανονισμόν της τέως Εφορίας παρά τας αντιρρήσεις τινών εκ των Εφόρων της τέως Εφορίας καθ' ας εσυμφώνησαν να μη πληρώνηται ο Ιερεύς. Ανεγνωρίσθη δε το δίκαιον του Ιερέως καθότι η προκάτοχος Εφοροδημογεροντία μετά την συμφωνίαν επλήρωνε ως απεδέχθη ... είναι εν τοις πράγμασι να πληρώνη τον Ιερέα».

Τρεις μήνες αργότερα, στο πρακτικό της 27.11.1919 (σελ. 303) καταγράφεται η επίσκεψη στην Τρίγλια του Αγίου Σελευκείας, Σχολάρχου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, προκειμένου να εξετάσει την κατάσταση των δύο Σταυροπηγιακών Μονών, επειδή η Κοινότητα είχε ζητήσει να σταματήσει η καταβολή του Μοναστηριακού επιδόματος, για μία εξαετία. Δεν γνωρίζουμε αν είχε καταβληθεί το ετήσιο επίδομα τα προηγούμενα χρόνια και, φυσικά, πριν από τον Ιούλιο 1915, οπότε εκτοπίστηκαν οι Τριγλιανοί στην Προύσα, αλλά προκύπτει ότι το επίδομα αυτό, που προοριζόταν για τη Θεολογική Σχολή Χάλκης, ήταν χρόνια υποχρέωση της Κοινότητος προς το Πατριαρχείο και λόγω της ιδιαιτερότητος και σημασίας του θέματος, αφού περιγράφεται λεπτομερώς η κατάσταση των Μονών, το Νοέμβριο 1919, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό:

"Μετ' ολίγας ημέρας μετά ταύτα (σ.σ. εννοεί μετά την 21.10.1919) είχομεν την επίσκεψιν του Αγ. Σελευκείας, σχολάρχου της Θ. της Χάλκης Σχολής, αποσταλέντος παρά του Πατριαρχείου όπως ιδίοις όμμασιν αντιληφθή την κατάστασιν των δύο ημών Σταυροπηγιακών Μονών, ων το ετήσιον επίδομα προς το Πατριαρχείον δι' ειδικής αποστολής είχομεν ζητήσει να παύση διά μίαν εξαετίαν. Αφού ούτος επεσκέφθη αμφοτέρας τας Μονάς εξέφρασε την επιθυμίαν όπως συνερχόμενοι ανακοινώση ημίν το πόρισμα της επιτοπίου μελέτης του. Και μετέδωκεν ημίν εξωδίκως τας γνώμας του, όσον μεν αφορά τον Αγ. Ιωάννην να διατηρηθή η προς δυσμάς (την θάλασσαν) πλευρά, αρκετά καλώς σχετικώς και νυν διατηρουμένη, το Ηγουμενείον και ο ναός, όστις κατά την γνώμην του είναι Βυζαντινός (καθ' ημάς μόνον το ιερόν ο δ' επίλοιπος κτισθείς μετά πυρκαϊάν) οι δε λοιποί να διατηρηθώσι ως τοιούτοι περιβάλλοντες τον ναόν δια την ασφάλειαν. Όσον δ' αφορά την Μονήν των Πατέρων αύτη να μείνη προς το παρόν ως έχει μη επισκευαζομένη μηδ' αυτού του ναού αυτής, ολιγωτέρας κατ' αυτόν ή μικράς μάλλον αξίας, επιφυλασσομένης της Κοινότητος προς τούτο εις καλλιτέρας εις το μέλλον ημέρας. Μετά ταύτα ανέφερεν ημίν ότι το επίδομα είναι, ως γνωστόν, προωρισμένον δια την Θεολογικήν Σχολήν Χάλκης και συνεπώς θα ήτο άδικον και δύσκολον δι' αυτήν να αποστερηθή του πόρου τούτου. Μετά την παρατήρησιν ταύτην προταθέντος όπως κατ' έτος πληρώνονται δέκα Λοθ. παρά τινος των Εφόρων ενεκρίθη προτάσει εφόρου όπως πληρώνονται ετησίως είκοσι πέντε (αρ. 25) Λοθ.".

Δεν γνωρίζουμε αν καταβλήθηκε έστω και ένα ετήσιο επίδομα μετά από αυτή τη συμφωνία, στο διάστημα μέχρι τον Αύγουστο 1922.


3.   Τοπικοί Φόροι

Ως τοπικοί φόροι νοούνται 1) οι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο ιγ' Του Κανονισμού της Τρίγλιας (Ιανουάριος 1908), δηλαδή τα παγκάρια των Εκκλησιών, οι πρόσοδοι από τα Εκκλησιαστικά και λοιπά ακίνητα και κοινοτικά κτήματα, τα εισιτήρια των μαθητών, τα δικαιώματα του γραφείου της Εφοροδημογεροντίας, τα έσοδα από το μονοπώλιο του κηρού και τις θεατρικές παραστάσεις ή οποιωνδήποτε άλλων εκτάκτων και απρόβλεπτων εκδηλώσεων, τα έσοδα από τα δικαιώματα των σχολών, όπως και εκείνα των πανηγύρεων, των μονοκλησιών και δίσκων για τις Σχολές, 2) τα έσοδα από το νέο Νεκροταφείο, που ιδρύθηκε το 1907 από τον Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Δράμας, με βάση τον  από 10.6.1910 Κανονισμό, που περιγράφεται αναλυτικά στην ιστορία 6 «Ο Χρυσόστομος και η δημιουργία του νέου Νεκροταφείου και του Γυμναστηρίου».

Ο Θανάσης Πιστικίδης αναφέρει στο βιβλίο του «Τρίγλια Βιθυνίας» (σελ. 169-170) ότι: "Για να δημιουργεί όμως πόρους και διάφορα έσοδα ώστε ν' ανταποκρίνεται στις ανάγκες του χωριού, η Δημογεροντία κατέφευγε στην εσωτερική φορολογία, στην επιβάρυνση δηλαδή των κατοίκων. Τέτοιοι φόροι ήσαν, η καθιέρωση φόρου στα κτήματα, για να πληρώνονται οι μπεξήδες (σ.σ. αγροφύλακες), ένας φόρος δηλαδή ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), με κοινωνικά όμως κριτήρια. Ήταν επίσης τα κανταριάτικα στα παζάρια, στην εξαγωγή της ελιάς, στην ψαραγορά (Μπαλουχανά) μέχρι την τιμή του κεριού στις εκκλησίες. Κάτι τέλη που καταβάλλονταν στη Δημαρχία για τη σύναψη συμβολαίων, προικοσυμφώνων, δωρεών, κληρονομιών κλπ, καθώς και η έκδοση ΤΟΠΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ, που αναγνωριζόταν όμως μόνο μέσα στο χωριό. Για παράδειγμα, ένας αγροφύλακας ή ένας παπάς ακόμη, μπορούσε να πάρει το μισό μισθό του σε δημόσιο χρήμα (λίρα) και τα' άλλο μισό σε τοπικό χρήμα. Μ' αυτό το τοπικό χρήμα μπορούσε ν' αγοράσει από τον μπακάλη τρόφιμα, από τον τσαγκάρη παπούτσια, να το δώσει στο ράφτη του, στον καφετζή του ή οπουδήποτε αλλού είχα ανάγκη. Το χρήμα αυτό κυκλοφορούσε συνεχώς μέσα στο χωριό, κατέληγε στη Δημαρχία για πληρωμές φόρων και τον διακανονισμό άλλων σχέσεων των κατοίκων με τη Δημαρχία. Για τους νόμους αυτούς της φορολογίας νομοθετούσε η Δημογεροντία. Γι' αυτό, αν ένας νόμος κρινόταν αντιλαϊκός, τον άλλο χρόνο μπορούσε να διορθωθεί ή να καταργηθεί ή να επιβληθεί ένας άλλος για το ίδιο αντικείμενο, καινούργιος, προσιτότερος όμως στο Λαό. Τα έσοδα των εκκλησιών ήσαν κι' αυτά του κοινού Ταμείου της Δημογεροντίας κι αυτή, μαζί με τις εκκλησιαστικές επιτροπές, αποφάσιζε για τις δαπάνες, τις ελλείψεις και τις ανάγκες της κάθε εκκλησίας. Φαίνεται όμως, πως, κι η ανάμιξη των Δεσποτάδων στη διαχείριση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, ήταν πιο περιορισμένη από αυτή των σημερινών Δεσποτάδων. Αντιθέτως, έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να βοηθήσουν Εκκλησίες και Χριστιανούς, και πραγματικά έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Είναι πια αλήθεια, ό,τι, στα χρόνια εκείνα η Εκκλησία ήταν ένας φωτεινός φάρος για τον υπόδουλο ραγιά, που τον τροφοδοτούσε ο Δεσπότης, με το όλο έργο του".

Στους τοπικούς φόρους περιλαμβάνεται και το ποσοστό 1,5%, που είχε προστεθεί στο φόρο της δεκάτης, ως βοήθημα για τα Σχολικά κτίρια και την παιδεία. Τα πρακτικά που είναι σχετικά με τον συγκεκριμένο τοπικό φόρο, αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία των Κρατικών φόρων.

Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών από την εξορία τους στην Προύσα, στα τέλη του 1918, η οικονομική κατάστασή τους και, κατά συνέπεια, και της Κοινότητας, ήταν προβληματική, με αποτέλεσμα την αδυναμία αντιμετώπισης των τρεχουσών υποχρεώσεων της Κοινότητας. Για το λόγο αυτό προτάθηκε, το 1920, η αντικατάσταση όλων των άλλων τοπικών φόρων με ένα νέο σύστημα φορολογίας που βασιζόταν στην εισαγωγή και εξαγωγή κάθε γεωργικού προϊόντος, είδους, υπηρεσίας κλπ.

Στη Γενική Συνέλευση της 17.8.1920 (σελ. 333) συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα της ενίσχυσης των πόρων της Κοινότητος, για τα Σχολεία, με την εφαρμογή φόρου εισαγωγής και εξαγωγής. Εγκρίθηκε η δοκιμαστική εφαρμογή για ένα έτος, και διαρκώς εάν τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά. Εγκρίθηκε, επίσης, να ζητηθεί η έγκριση της εφαρμογής του φόρου από τις Αρχές.

Ένα μήνα αργότερα, στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 24.8.1920 (σελ 335) εγκρίθηκε, εκτός των άλλων, να σταλεί επιτροπή στα Μουδανιά, προς τον Μέραρχο, αφενός για να διατυπώσει τις σκέψεις σχετικά με τη διοίκηση του τόπου αφετέρου «την εφαρμογήν ει δυνατόν δια μέσου των Ελληνικών Αρχών των εν τη Γενική Συνελεύσει 17ης Αυγούστου ψηφισθέντων εισαγωγικού και εξαγωγικού δασμών».

Στον Κώδικα Πρακτικών είναι συνημμένη και η χειρόγραφη από 2.9.1920 (αριθμός 521) αίτηση μεγάλου αριθμού κατοίκων της Τρίγλιας προς την Εφοροδημογεροντία, σχετικά με τη μη εφαρμογή του φόρου εισαγωγής και εξαγωγής, που εγκρίθηκε στη Γεν. Συνέλευση της 17.8.1920. Συγκεκριμένα, η αίτηση αναφέρει ότι:

"Αξιότιμοι Κύριοι,
Οι κάτωθι υποφαινόμενοι λαβόντες υπ' όψει την από 30ης Αυγούστου εφαρμογήν του εν τη γενική Συνελεύσει προυταθέντος απλώς μόνον φόρου, η συζήτησις δε του οποίου ανεβλήθη δια άλλην συνεδρίαν παρακαλούμεν Υμάς όπως ει δυνατόν το ζήτημα τεθή και πάλιν εις δευτέραν γενικήν Συνέλευσιν προς συζήτησιν και επικύρωσιν αυτού.
Ευελπιστούντες ότι η αίτησις ημών θα εισακουσθή διατελούμε μετά σεβασμού
Εν Τριγλία τη 2α 7/μβρίου 1920
"

Στον Κώδικα Πρακτικών είναι συνημμένη και η χειρόγραφη από 3.9.1920 (αριθμός 511/512) αίτηση μεγάλου αριθμού κατοίκων της Τρίγλιας προς την Εφοροδημογεροντία, σχετικά με την καθυστέρηση εφαρμογής του φόρου εισαγωγής και εξαγωγής, που εγκρίθηκε στη Γεν. Συνέλευση της 17.8.1920. Συγκεκριμένα, η αίτηση αναφέρει ότι:

"Αξιότιμοι Κύριοι,
Εις την Γενικών Συνέλευσιν την υπό ημερομηνίαν (17) Αυγούστου Πρακτικού σελ. (333), απεφασίσθη παμψηφεί υφ' όλων των εγχωρίων η εφαρμογή του εισαγωγικού και εξαγωγικού φόρου (δασμού), ενός γροσίου τοις εκατόν (1/100), προς κατάργησιν παντός υπάρχοντος Κοινοτικού φόρου και προς εξεύρεσιν άμα πόρων δια τας Κοινοτικάς ημών ανάγκας.
Μετά λύπης όμως το Σωματείον της Εφοροδημογεροντίας βλέπομεν εντελώς να αδρανή ως προς την εφαρμογήν της αποφάσεως της άνω Γενικής Συνελεύσεως, Δι' ο καθιστώμεν υπευθύνους Υμάς δια την τοιαύτην ανάρμοστον συμπεριφοράν Σας ως προς τα Κοινοτικά ημών και παρακαλούμεν πάλιν θερμώς, ίνα παντί σθένει και αρμοδίως φροντίσητε την εφαρμογήν αυτού, άλλως θα αναφερθώμεν όπου δει.
Εν Τριγλία τη 3η 7/βρίου 1920
"

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 29.8.1920 (σελ 337) εγκρίθηκε, εκτός των άλλων, 1) ο διορισμός εισπράκτορος για το φόρο εισαγωγής και εξαγωγής και 2) ο αναδιορισμός του Κωνσταντίνου Χ''Αναστασίου ως εισπράκτορος με μηνιαίο μισθό 30 λίρες Τουρκ. χάρτινες.

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 16.10.1920 (σελ. 342), υπό την προεδρία αφενός του Χρυσόστομου, Μητροπολίτη Σμύρνης αφετέρου του Διόδωρου, Μητροπολίτη Καμπανίας, οι οποίοι βρέθηκαν στην Τρίγλια, συζητήθηκε, εκτός των άλλων, το θέμα του εισαγωγικού και εξαγωγικού φόρου που φαίνεται ότι είχε ήδη εφαρμοστεί. Για το θέμα αυτό καταγράφηκαν διαφορετικές απόψεις και μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται όπως έχει διατυπωθεί στο πρακτικό της 17.8.1920 (σελ.333) και όταν επανέλθει ο Χρυσόστομος στην Τρίγλια, μετά τις εορτές του Πάσχα του 1921, να τεθούν οι βάσεις πλήρους οργανώσεως με τη σύνταξη κοινοτικού κανονισμού με τον οποίο θα κανονίζονται τα φορολογικά, τα αφορώντα τα ευαγή εκπαιδευτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά, και λοιπά κοινωφελή σωματεία και ιδρύματα.

Η εφαρμογή, όμως, του νέου τρόπου φορολογίας προκάλεσε τις αντιδράσεις των εμπόρων και στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 1.8.1921 (σελ 369) συζητήθηκε το θέμα του φόρου εισαγωγής και εξαγωγής, που βρισκόταν σε εφαρμογή και χωρίς αυτόν ήταν αδύνατο να ορθοποδήσει η Κοινότητα, και αποφασίστηκε να ανατεθεί η διοίκηση των σχολικών και κοινοτικών πραγμάτων στους εμπορευομένους, οι οποίοι «κατ' ουδένα τρόπον εννοούσι να παραδεχθώσι την εφαρμογήν του εισαγωγικού και εξαγωγικού φόρου και να καταστήσει αυτούς υπευθύνους για την περαιτέρω εξέλιξιν των κοινοτικών πραγμάτων».

Λίγες μέρες, όμως, αργότερα φαίνεται ότι δεν εφαρμοζόταν ο νέος φόρος, αφού στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 22.8.1921 (σελ. 371), υπό την προεδρία του ιερέως Χρήστου Σταυρίδη, συζητήθηκε το θέμα εξεύρεσης πόρων για τα Σχολεία και τις υποχρεώσεις της Κοινότητας και αποφασίστηκαν τα εξής: «α) Να τεθεί και πάλιν εις εφαρμογήν ο πέρισυ εφαρμοσθείς φόρος εισαγωγής και εξαγωγής επί όλων εν γένει των εισερχομένων και εξερχομένων πραγμάτων προς εν τα εκατόν (1%) υπό τον όρον όπως ούτος πληρώνεται ακέραιος παρά των ενδιαφερομένων, β) Να τεθή έτερος φόρος εν επί τοις εκατόν εις τας ελαίας της εφετεινής εσοδείας όστις θα πληρώνεται παρά των παραγωγέων ως και εις τα σιτηρά, γ) Επίσης δε να κληθούν αμέσως παρά της νέας Εφοροδημογεροντίας ίνα καταβάλωσι τα καθυστερούμενα τα εκ του φόρου της εισαγωγής και εξαγωγής». Σημειώνεται ότι το πρακτικό αυτό, αν και καταγράφεται, ως δεύτερο θέμα, η εκλογή της νέας Εφοροδημογεροντίας, είναι ανυπόγραφο, με κάποιες σβησμένες σημειώσεις.

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 6.11.1921 (σελ. 382) καταγράφεται η διαδικασία και το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού που έγινε με προκήρυξη και όρους για την ενοικίαση σε φυσικό πρόσωπο του εισαγωγικού και εξαγωγικού φόρου. Η διαδικασία ανέδειξε τελευταίο πλειοδότη τον Γεώργιο Καλεμκερή, με εγγύηση του Δημητρίου Καλεμκερή αντί 2535 λιρών χάρτινων οθωμανικών. Οι όροι και οι λεπτομέρειες, που συζητήθηκαν σε  προηγούμενες συνεδριάσεις της Εφοροδημογεροντίας, και καθορίζουν τα φορολογούμενα προϊόντα και υπηρεσίες, τη διαδικασία είσπραξης και γενικά όλα όσα αφορούν στην εφαρμογή του νέου φόρου(1%), προκειμένου να αποφευχθούν, κατά το δυνατόν, οι διενέξεις μεταξύ των φορολογουμένων και του «πακτωτού», επιβάλουν την αυτούσια παράθεση του κειμένου:

"1) Πάντα τα εισαγόμενα ως και τα εξαγόμενα εμπορεύματα θα πληρώνωσι φόρον εν επί τοις εκατόν επί της αξίας πλην του άλατος, 2) Παν εμπόρευμα εξαγόμενον ή εισαγόμενον θα πληρώνη άπαξ ή κατά την εισαγωγήν ή κατά την εξαγωγήν, 3) Αι ελαίαι θα φορολογούνται κατά την εξαγωγήν, 4) Φόρον εισαγωγής και εξαγωγής θα πληρώνωσιν οι νωποί ιχθύες και οι αλίπαστοι, 5)  Φόρον εισαγωγής και εξαγωγής θα πληρώνωσιν και τα κουκούλια, 6) Εάν ήθελεν αναφυή διαφορά μεταξύ του φορολογουμένου και εισπράκτορος όστις θέλει θεωρήση εαυτόν αδικούμενον οφείλει να αναφερθή εις την Εφοροδημογεροντίαν της Κοινότητος της οποίας η απόφασις είναι τελεσίδικος, 7) Οι αμαξηλάται οι λεμβούχοι και οι αγωγιάται εν γένει οφείλουσι να δηλώνωσιν εις τον εισπράκτορα τα εμπορεύματα αυτών προ της αναχωρήσεώς των. Εν η περιπτώσει ούτοι συλληφθώσι χωρίς να δηλώσωσι τα εμπορεύματα αυτών προ της αναωρήσεώς των θα εμποδίζονται επί εικοσιτετράωρον εκ του ταξειδίου των και εν επαναλήψει θα πληρώνωσι διπλούν τον φόρον και θα καταδιώκονται ποινικώς, 8) Ο εισπράκτωρ του φόρου οφείλει να δίδη απόδειξιν παραλαβής εσφραγισμένην δια της επί τούτω σφραγίδος και εν εναντία περιπτώσει θα είναι υπεύθυνος, 9) Προς τούτοις η τε Εφοροδημογεροντία και οι Πακτωταί έχοντες πάντοτε υπ' όψιν το συμφέρον της Κοινότητος απεφάσισαν και συνεφώνησαν όπως εν η περιπτώσει ήθελον φορτωθή πρόβατα προερχόμενα εκ του εσωτερικού και προοριζόμενα δια την Κων/πολιν ή αλλαχού δια το εξωτερικόν εκ τούτων να μη εισπράττηται  φόρος προς λειτουργίαν της αποβάθρας της ήδη ανεγερθείσης και προς όφελος αυτής, 10) Όσον αφορά δε τον τρόπον πληρωμής κλπ ούτος εμπεριέχεται εν τη προκηρύξει του πλειστηριασμού και θα εφαρμόζεεται ως έχει εν αυτή". Στο τέλος αυτού του πρακτικού προστέθηκε την ίδια ημέρα και το ακόλουθο κείμενο: «κατά την συνεδρίαν ταύτην παρουσιασθέντες οι υποφαινόμενοι κ.κ. Γεώργιος Καλεμκερής, Δημήτριος Καλεμκερής,  Σταύρος Πετράκογλου και Σωτήριος Ιωαννίδης εδήλωσαν ενώπιον της Εφοροδημογεροντίας ότι συνεβλήθησαν όσον αφορά την ενοικίασιν του φόρου εισαγωγικού και εξαγωγικού της κοινότητος Τριγλίας και ότι το κέρδος και η ζημιά, ήτις θα προκύψει από την ενοικίασιν του φόρου θα επιβαρύνει εξ ίσου και τους τέσσαρας συνεταίρους και θα είναι αναμεταξύ των αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι δια παν ενδεχόμενον». Στον Κώδικα Πρακτικών είναι συνημμένη και η χειρόγραφη δήλωση της Εφοροδημογεροντίας, με την ίδια ημερομηνία (6.11.1921), με τις παραπάνω πρώτες οκτώ διατάξεις για το φόρο εισαγωγής και εξαγωγής και την παράκληση προς τους κατοίκους της Τρίγλιας να συμμορφωθούν με αυτές.

Μετά το πρακτικό της 6.11.1921 δεν έχουν καταγραφεί άλλα, σχετικά με τον συγκεκριμένο φόρο.


4   Εισπράκτορες

Η διαδικασία είσπραξης των φόρων, μέσω των εισπρακτόρων, έχει περιγραφεί σε αρκετά πρακτικά είτε Γενικών Συνελεύσεων είτε της Εφοροδημογεροντίας και έτσι μπορούν να συναχθούν σημαντικά στοιχεία, για το θέμα αυτό.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 23.3.1905 (σελ. 7) αναφέρεται, για πρώτη φορά, στο συγκεκριμένο Κώδικα Πρακτικών, το θέμα των εισπρακτόρων των φόρων. H επιβολή των κρατικών, εκκλησιαστικών και άλλων φόρων και η είσπραξή τους ήταν υποχρέωση κάθε Κοινότητας, που ξεκίνησε από τον 19ο αιώνα, και συνεχίστηκε στην εικοσαετή περίοδο (1902-1922), που καλύπτει ο συγκεκριμένος Κώδικας. Στη συνεδρίαση αυτή συζητήθηκε, εκτός των άλλων, και το θέμα διαχείρισης των εισπράξεων των φόρων από τους εισπράκτορες, η αμοιβή τους και άλλες λεπτομέρειες και διορίστηκαν δύο, μετά από ψηφοφορία:

"Είτα δε απεφασίσθη όπως συμφώνως προς το υπό ημερ. 22 Μαρτίου 1899 και Αριθμ. 305 πρακτικόν της γεν. συνελεύσεως οι κατά καιρόν εισπράκτορες των εξόδων του τόπου παραδίδωσι τα εισπραττόμενα χρήματα εις ένα εκ των μελών της Εφοροδημογεροντίας, όστις θέλει ορίζεται υπό της ολομελείας της Εφοροδημογεροντίας εξαιρουμένου του ταμίου αυτής. Οι εν λόγω εισπράκτορες δεν θα δικαιούνται να πληρώσωσιν εις ουδένα ουδ' οβολόν άνευ γραπτής διαταγής του ορισθησομένου ταμίου των εξόδων. Διορίσθησαν δε ως εισπράκτορες δι' εν έτος των τοπικών εξόδων και της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως ο κ. Δημήτριος Κ. Τακάς και Γεώργιος Αναστ. Τακάς, ο μεν πρώτος παμψηφεί ο δε δεύτερος διά πλειοψηφίας. Δικαίωμα δε εισπράξεως ωρίσθη διά μεν τα έξοδα του τόπου δέκα επί τοις εκατόν δια δε την Αρχιερ. Επιχορήγησιν εξ επί τοις εκατόν, όπερ δικαίωμα θέλουσι λαμβάνειν εξ ίσου οι εν λόγω εισπράκτορες. Εξ αυτών ο μεν πρώτος θα εμβάζη εις τον κατά καιρόν ταμίαν των εξόδων τα εισπραττόμενα χρήματα, ο δε δεύτερος θα εμβάζη τα υπ' αυτού εισπραττόμενα εις τον πρώτον". Από το πρακτικό αυτό προκύπτει ότι, 1) την εποχή εκείνη, οι εισπράκτορες παρέδιδαν τα εισπραττόμενα χρήματα στον ταμία της Εφοροδημογεροντίας και δεν πλήρωναν κανέναν υπάλληλο της Κοινότητας, ενώ αργότερα (12.3.1908, σελ. 46) τους δόθηκε η εντολή να πληρώνουν τους μισθούς των αγροφυλάκων και 2) η αμοιβή τους είχε ορισθεί σε 10% στις εισπράξεις για τα έξοδα της Κοινότητας και 6% για την Αρχιερατική επιχορήγηση.

Στο πρακτικό των προκρίτων και κατοίκων της Τρίγλιας της 24.3.1907 (σελ. 26) συζητήθηκε το θέμα του διορισμού εισπρακτόρων της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως και των «εξόδων της πατρίδος ημών». Αρχικά ελέγχθηκαν τα βιβλία της αρχιερατικής επιχορηγήσεως και των εξόδων και εγκρίθηκε να αναδιοριστούν ως εισπράκτορες, και για το νέο έτος, Δημήτριος Κ. Τακάς και Γεώργιος Τακάς.

Στο από 20.7.1907 (σελ. 30) πρακτικό συμφωνίας μεταξύ Διαμαντή Πριονά και Παράσχου Πετρή διαβάζουμε ότι, ο πρώτος, που διαμένει στην οικία του δεύτερου, συμφωνήθηκε «να πληρώνη κατ' έτος ως ενοίκιον μιαν Λίρα Οθωμ. η οποία θα καταβάλληται εις στον δημόσιο εισπράκτορα των βασιλικών φόρων απέναντι φόρων του ιδίου και να παρουσιάζη την απαιτούμενην απόδειξιν παραλαβής. Ο κ. Παρ. Πετρής συμφωνών προς τα ανωτέρω δεν θα έχη την απαίτησιν ουδενός άλλου». Δηλαδή ο ενοικιαστής της οικίας ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει, αντί του ενοικίου, μια λίρα ετησίως στον εισπράκτορα του βασιλικού (κρατικού) φόρου, για τους φόρους του εκμισθωτή.

Από το από 12.3.1908 (σελ. 46) πρακτικό της κοινής συνεδρίασης της Εφοροδημογεροντίας, των επιτρόπων των εκκλησιών και προκρίτων, συνάγονται σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τους εισπράκτορες (ο Δημήτριος Κ. Τακάς εκλεγόταν από το 1905), την αμοιβή τους, τις υποχρεώσεις τους, την πληρωμή των αγροφυλάκων, τα προϊόντα που υπόκεινται σε φόρο, την Αρχιερατική επιχορήγηση, τα μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής κλπ

"... προς επιθεώρησιν των λ/σμών των καταστίχων των εξόδων του τόπου και της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως και περί διορισμού εισπρακτόρων  δια τα έξοδα των αγροφυλάκων και της Αρχιερ. Επιχορηγήσεως  και συσκεφθέντες περί των ζητημάτων τούτων απεφάσισαν τα εξής; 1) την επικύρωσιν των λ/σμών του εισπράκτορος του κ. Δ. Τακά όσον αφορά τα έξοδα του τόπου, τα κατεχωρημένα εν τω λ/σμώ χρέη της κοινότητος και των της Αρχ. επιχορηγήσεως συμφώνως τοις βιβλίοις τοις παραδοθώσι τη Εφοροδημογεροντία, 2) Διώρισαν παμψηφεί ως εισπράκτορας τον κ. Δ. Τακά μετά του Θεολ. Ζαρζαβατζή υπό τον όρον όπως η διαχείρισις περιέλθη εις τον κ. Δ. Τακά ο οποίος πάντοτε υποχρεούται εν περιπτώσει δανείου ένεκα εκτάκτου ανάγκης να συνεννοείται περί τούτου μετά της Εφοροδημογεροντίας και να λαμβάνη κοινή απόφασιν. Θα λαμβάνωσι οι Εισπράκτορες εισπρακτικά 10% επί της εισπράξεως και επιχορηγήσεως και των εξόδων. 3) Υποχρεούνται ούτοι τακτικώς κατά μήνα να πληρώνωσι τακτικώς τους μισθούς των αγροφυλάκων άνευ παραπόνων. 4) Μετά την εισοδείαν των κουκουλίων και των ελαιών οι εισπράκτορες δις του έτους υποχρεούνται να δίδωσι λ/σμόν των εισπράξεων αυτών τη Εφοροδημογεροντία των Σχολών όποτε αφαιρουμένων των πληρωμών του τακτικού υπηρεσίας εκ του περισσεύματος μερίζωνται αναλόγως επί του % οι έχοντες λαμβάνειν παρά του καταστίχου της κοινότητος μη επιτρεπομένου εις ουδένα να ενοχλήση τους ορισμένους εισπράκτορας ει μη να απευθύνηται κατ' ευθείαν προς την Εφοροδημογεροντίαν. 5) Απεφασίσθη προς ευκολίαν της εισπράξεως και των εξόδων και της αρχ. επιχορηγήσεως όπως ληφθώσι τα εξής μέτρα α) εν καιρώ συνάψεως γάμου έκαστος εξ αμφοτέρων των ενδιαφερομένων μερών να λαμβάνη απόδειξιν εξοφλήσεως της επιχορηγήσεως και των εξόδων δυνάμει της οποίας να εκδίδηται η απαιτουμένη άδεια, β) Ουδεμία αγοραπωλησία επίσημος και ανεπίσημος δεν θα επικυρούται παρ' ιερέως ή Μεχτάρη αν δεν φέρη ο έχων ανάγκην ταύτην απόδειξιν πληρωμής των εξόδων και της επιχορηγήσεως παρά των εισπρακτόρων εν παραβάσει δε ταύτης θα είναι υπεύθυνοι οι επικυρούντες τας προς τούτο πράξεις απέναντι της κοινότητος, γ) Εις ουδένα επιτρέπεται να συνάξη σταφυλάς ελαίας και οπωρικά άνευ αποδείξεως του εισπράκτορος. 6) Το έξοδον ορίζεται εις (11 παρ) ένδεκα κατά γρόσιον ως και πρότερον".

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 11.4.1912 (σελ. 140) αναφέρεται ότι κατατέθηκαν οι λογαριασμοί του εισπράκτορα Αθανασίου Προκόπη, για τη διετή χρήση 1910-1911, και εγκρίθηκε να παραπεμφθούν σε διμελή εξελεγκτική επιτροπή, αποτελούμενη από το μέλος της Εφοροδημογεροντίας Ιωάννη Κοκκαλά και ένα μέλος της Δημαρχίας που αυτή θα ορίσει, και το πόρισμα του ελέγχου θα υποβληθεί στην Εφοροδημογεροντία. Με το ίδιο πρακτικό αποφασίστηκε ο διορισμός του Νικολάου Ζαρζαβατζή ως εισπράκτορος των γενικών εξόδων της Κοινότητος, για ένα έτος, με επίδομα (αμοιβή) 10/00 επί της όλης εισπράξεως. Επιπλέον, 1) ο Νικ. Ζαρζαβατζής δήλωσε ενώπιον της Εφοροδημογεροντίας ότι αποδέχεται τον διορισμό του και θα εργασθεί τιμίως και ευσυνειδήτως και δραστηρίως και 2) ο διορισμός του θα ανακοινωθεί στη Δημαρχία.

Στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 14.4.1912 (σελ. 140) αναφέρεται ότι κατατέθηκαν οι λογαριασμοί του Κωνσταντίνου Λούτζογλου, εισπράκτορα της Αρχιερατικής Επιχορηγήσεως, για τη διετή χρήση 1910-1911, και εγκρίθηκε η αντικατάστασή του με τον Αθανάσιο Προκόπη για το τρέχον έτος 1912, με επίδομα (αμοιβή) 10/00 επί των εισπράξεων του τρέχοντος έτους και 15/00 επί των καθυστερουμένων. Ο Αθανάσιος Προκόπης δήλωσε ενώπιον της Εφοροδημογεροντίας ότι αποδέχεται τον διορισμό του και θα εργασθεί δραστηρίως και τιμίως.

Στο πρακτικό της 1.11.1914 (σελ. 212) αναφέρεται ότι ο Δημοσθένης Πήτης (υπογράφει ως Πήτογλου) ανέλαβε ως εισπράκτορας και παρέλαβε από την Εφοροδημογεροντία τα βιβλία γενικών εξόδων της Κοινότητος, για ποσό Γρ 14380, και υπόσχεται ότι 1) θα τα εισπράξει τιμίως και ευσυνειδήτως, εμβάζων αυτά στους μισθούς των αγροφυλάκων και ως έκτακτα γενικά έξοδα της Κοινότητος, λαμβάνων ως τέλη εισπρακτικά 10/00 γρόσια, 2) θα κρατάει βιβλία τακτικά, διπλότυπες αποδείξεις και λοιπά. Για την εξασφάλιση της Εφοροδημογεροντίας παρέχει εγγυητή τον Δημ. Κ. Τακά, ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει το τυχόν έλλειμμά του, σε περίπτωση αρνήσεώς του.

Στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της 6.3.1915 (σελ. 217) αναγράφεται, εκτός των άλλων,  ο διορισμός του Βασιλείου Γιαρένη ως εισπράκτορος για τους αγροφύλακες για το τρέχον έτος 1915, πλειονοψηφήσαντος στην ψηφοφορία, με επίδομα 10/00 επί της όλης εισπράξεως. Και σε περίπτωση προσκόμματος ή δυσκολίας να ζητά τη βοήθεια των Μουχτάρηδων. Στο πρακτικό υπάρχει συμπλήρωση με ημερομηνία 8.3.1915, στην οποία καταγράφεται ότι ο διορισθείς δεν απεδέχθη την εκλογή του, ως εισπράκτορος γενικών εξόδων, και τη θέση του κατέλαβε ο επιλαχών Αθανάσιος Προκόπης.

Μετά την επιστροφή των Τριγλιανών, από την εξορία τους στην Προύσα, στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 14.8.1919 (σελ. 289) αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι «... προσεκλήθη ο κ. Αθαν. Προκόπης και τω ανακοινώθη ότι αποφάσει της Εφοροδημογεροντίας τα αποφασισμένα 8% εκ της εισπράξεως των δικαιωμάτων αγροφυλακής θα μετατραπώσιν εις ημερομίσθιον ένεκα του εθνικού δανείου το οποίον παρεχόμενον ήδη εισπράττονται τα δικαιώματα των αγροφυλάκων υπό της Εφοροδημογεροντίας συμπράττοντος μόνον καθ' ημέρας του κ. Αθ. Προκόπη».

Στη συνεδρίαση της Εφοροδημογεροντίας της 29.8.1920 (σελ 337) εγκρίθηκε, εκτός των άλλων, 1) ο διορισμός εισπράκτορος για το φόρο εισαγωγής και εξαγωγής και 2) ο αναδιορισμός του Κωνσταντίνου Χ''Αναστασίου ως εισπράκτορος με μηνιαίο μισθό 30 λίρες Τουρκ. χάρτινες.

Υπενθυμίζεται ότι στο πρακτικό της Εφοροδημογεροντίας της 6.11.1921 (σελ. 382), που περιλαμβάνεται στην κατηγορία των Τοπικών φόρων, καταγράφεται η διαδικασία και το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού που έγινε με προκήρυξη και όρους για την ενοικίαση σε φυσικό πρόσωπο (Γεώργιο Καλεμκερή) του εισαγωγικού και εξαγωγικού φόρου, ο οποίος στην ουσία ήταν εισπράκτορας.