ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ - ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΥ - 6. Ο ΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΑΝΑΣ

Ξεκίνησε από Βασίλης Σακελλαρίδης, 13 Φεβρουαρίου 2022, 10:49:49 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

0 Μέλη και 1 Επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Βασίλης Σακελλαρίδης

Ο Άι-Γιάννης ο Κακανάς και ο κλήδονας

Μελτέμι Αλλαγής, 62 (Ιούνιος 1984), σ. 5

Είναι σούρουπο, 23 Ιουνίου, το καλοκαίρι έχει μπει για καλά. Η κυρα- Ιφιγένεια ετοιμάζει το βραδινό της οικογένειας και, βλέποντας από το ανοιχτό παράθυρο τις κάπνες που έχουν πλημμυρίσει τις γειτονιές, μονολογεί.
Ιφιγένεια: Μα να, 'δώ να, για δείτε, 'α κάψου ντο κόσμο όλονα. Στραβώθηα ,δώ να πέρα.
[Σε μια στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει τρομαγμένη η γειτόνισσά της η κυρα-Πιρλάντη.]
Πιρλάντη: Μαρή Εφχένεια, τι κάθεσαι, μαρή, και ντέλεσαι ,δώ να μέσα; Δεν βλέπεις τα ντουμάνια, τις φωτιές; Γιαγκίνι, μαρή! Καιούμαστέ! Ξέβα όξω, να γιαδείς.
Ιφιγένεια: Σους, μαρή σάστορο, τι «καιούμαστε»; Ξέχασές το; Αύριο είναι τ' Αϊ-Γιαννιού του Κακανά. Για ταυτό ανάβου τις φωτιές.
Πιρλάντη: Μα να, μαρή, ξέχασά το! Και έβλεπα τις κόρες μου και κα'να δυο τρεις άλλες που κάτι ελέασι. Το αυτί μου πήρε για μεγάλο λαΐνι, για βάζο.
Ιφιγένεια: Καλά σε είπα σάστορο, παρόρι μουντανιώτικο. Δε σε κόφτει κα', μαρή. Αυτές 'τοιμάζουν τον κλήδονα. Και τα αγούρια εφέρασι τσούρτα με το μερκέπι απέ τα ρουμάνια, για να ανάψου τις κακάνες, τα φωτιόκαυτα.
Πιρλάντη: Ναι, μαρή, καλά λέεις. Για πάμε να γιαδούμε.
[Οι δύο γυναίκες βγαίνουν στο δρόμο. Η φωτιά της γειτονιάς είναι φουντωμένη, τα παιδιά πηδούν από το πλάι, οι πιο Θαρραλέοι νεαροί πηδούν από τη μέση. Από τις κοπέλες καμμία δεν τολμά. Όταν, όμως, πέφτει κάπως η φλόγα, αρχίζουν να πηδούν κι εκείνες.]
Πιρλάντη: Άντε, μαρή Εφιγένεια, πάμε να πηδήξουμε και 'μείς, για το καλό τ' Αϊ-Γιάννη.
Ιφιγένεια: Κάτσε, μαρή ζεβζέκα, κομμάτι ακόμα. Δε βλέπεις που έναι κοτζά κακάνα; Πού 'α πάμε; Ά το τσουρουφλίσουμε -και ύστερι, τι γένεται;11
[Πειρακτικό ερώτημα: Θα το τσουρουφλίσουμε (ό,τι μαλλιαρό έχουμε ανάμεσα στα πόδια μας) -κι ύστερα τι γίνεται;]
Πιρλάντη: Μα να, σκάσε, μαρή, που να σε κάνει κάμωμα!
[Ωστόσο η φωτιά έχει λιγοστέψει ακόμη. Τα μικρότερα παιδιά παίρνουν θάρρος και, βαστώντας μία βαριά πέτρα, πηδάνε τη φωτιά και λένε: «Τόσο να βαραίνει του μπαμπά μου η σακούλα», εννοώντας το πορτοφόλι.
Οι δύο γυναίκες πηδάνε τρεις φορές τη φωτιά και γυρνάνε στην αυλή της Πιρλάντης. Εκεί οι κοπέλες έχουν βάλει στη μέση το βάζο και η καθεμιά ρίχνει μέσα ένα δικό της αντικείμενο -μία παραμάνα, ένα κουμπί, ένα κοχύλι και άλλα τέτοια μικροπράγματα.]
Γυναικοπαρέα σε μαχαλά της Τρίγλιας
Ιφιγένεια [φωνάζοντας την κόρη της Πιρλάντης]?. Μαρή Άρτεμη, να φωνάξετε και αυτήνα ντη Μαριόγκα, ντην ανεψιά μου, για να σας λέει και τα μπεΐτια, που ξέρει πολλά. Και, για δε, μαρή Αρτεμιώ, μαζί με το δικό σας το στεφάνι το μαγιάτικο, πάρτε και το δικό μου. Να το πετάξει στη φωτιά η αδελφή σου η Ευγένκω. Εσύ να ρίξεις το δικό σας. Και, για δε, να κάνετε μια καλή ευχή άμα τα ρίχνετε στη φωτιά.
[Την άλλη μέρα, το απόγευμα, η αυλή της Πιρλάντης είναι γεμάτη γυναικόκοσμο. Η Μαριόγκα, καθισμένη στην καλύτερη θέση, θα λέει το ποιηματάκι της κάθε κοπέλας.
Από το βάζο με το αμίλητο νερό βγάζουν ένα μεγάλο κουμπί. Είναι της Ασπασίας της χοντρής, με τα ωραία μάτια. Η Μαριόγκα, που έχει προηγούμενα μαζί της, βρίσκει την ευκαιρία να την πειράζει, λέγοντάς της το παρακάτω δίστιχο:]
Έχεις δυο μάτια... σαν αβγά, δυο κώλους... σαν βαρέλια, κι όποιος γυρίσει να σε δει, λιγώνεται στα γέλια!
[Στη συνέχεια από το βάζο βγαίνει μια παραμάνα, που είναι της ίδιας της Μαριόγκας -ας σημειωθεί ότι η Μαριόγκα είναι λίγο παραπάνω από το κανονικό μελαχρινή. Τα κορίτσια συμφωνούν διά βοής το δικό της ποιηματάκι να το πει η Ασπασία. Εκείνη άλλο που δεν θέλει, κι αφού ησυχάζουν οι φωνές, αρχίζει να λέει:]
Άσπρη είσαι... σαν τον φούρνο μας και σαν το μαγερειό μας, μελαχρινή και νόστιμη... ωσάν τον γάιδαρο μας!
[Μ' αυτά και με άλλα πολλά ποιήματα, σατιρικά αλλά και επαινετικά, διασκεδάζουν οι κοπέλες.]
Ιφιγένεια: Άντε, μαρή, εγώ 'α πααίνω τώρα, γιατί όπου να ,ναι θα ,ρτεί ο δικός μου απέξω και θα βάλει τις φωνές, άμα λείπω.
Πιρλάντη: Αμέ τι σόι, μαρή, εγώ ντον είδα κοντά το μεσημέρι εδώ. Πότε έφυγε;
Ιφιγένεια: Να, έφαμε το μεσημέρι και κατόπι πήρε το μερκέπι να πάει ίσαμε το Παλαιοχώρι, να φέρει κάμποσα κεράσια. Και πήρε και τα παιδιά μαζί ντου.
[Απάνω στην ώρα εμφανίζεται κι ο κυρ-Σταύρος με το μερκέπι. Στα πλάγια του ζώου κρέμονται δυο κοφίνια και το καθένα έχει μέσα από ένα παιδί, που βαστάει στα χέρια από ένα κούπανο (δυο κλαράκια σε σχήμα σταυρού, συνήθως στολισμένα με κεράσια). Τα παιδιά τραγουδάνε χαρούμενα. Επάνω στο σαμάρι ο κυρ-Σταύρος έχει στερεώσει ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο τραγανά πορφυρά κεράσια. Στο χέρι κρατά ένα μικρότερο, με άσπρα κεράσια.]
Σταύρος: Άντε, ακόμα δεν τέλεψε αυτός ο κλήδονας, να μαζωχτείτε στα σπίτια σας; Σπέρωσε πια, ξέβηανε τα θεούδια.
Ιφιγένεια: Άντε, μαρή Πιρλάντη, εγώ 'α πααίνω.
Πιρλάντη: Άντε, καληνύχτα. Και του χρόνου!


γιαγκίνι: πυρκαγιά
ζεβζέκα: ανόητη, κουτή
θεούδια: άστρα
κακάνα: μεγάλη φωτιά -από εδώ και η επωνυμία Άι-Γιάννης ο Κακανάς.
μερκέπι: γαϊδούρι
μπεΐτια: ποιηματάκια
ντέλεσαι: παιδεύεσαι
ντουμάνι: πυκνός καπνός
«παρόρι μουντανιώτικο»: χαμένος/η στον κόσμο του/της
ρουμάνια: τοποθεσίες με πυκνή βλάστηση
σάστορο: σαστισμένος/η
σπέρωσε: βράδιασε
τσούρτα: πευκόκλαδα
φωτιόκαυτα: (πειρακτικά) τσουρουφλισμένα