Αποστολέας Θέμα: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ  (Αναγνώστηκε 3706 φορές)

0 μέλη και 1 επισκέπτης διαβάζουν αυτό το θέμα.

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 54
  • Μηνύματα: 801
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 66
  • Φύλο: Άντρας
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ
« στις: 28 Δεκέμβριος 2009, 12:12:14 μμ »
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ
 
O Μεράς, η αγροτική περιοχή, της Τρίγλιας είναι μεγάλη και εύφορη. Η περιοχή αποτελείτ αι από λόφους και ενδιάμεσε ς μικρές κοιλάδες. Έχει άφθονα νερά. Ο Μεράς της Τρίγλιας βασικά ήταν ένας απέραντος ελαιώνας. Κύρια εξαγώγιμη παραγωγή ήταν οι ελιές και το λάδι. Αρκετές εκτάσεις (μπαξέδες) ήταν φυτεμένες με συκαμιές (μουριές) για την σηροτροφί α (κουκούλια).Στα βυζαντινά χρόνια, η Τρίγλια ήταν αμπελότοπ ος, στα νεότερα χρόνια καλλιεργο ύσαν λίγα αμπέλια για οικογενει ακή χρήση. Υπήρχε μεγάλη φρουτοπαρ αγωγή, αλλά δεν έκαναν εμπόριο. Ο Μεράς είχε συκιές, κυδωνιές, καρυδιές, απιδιές, αχλαδιές, δαμασκηνι ές, κερασιές κ.α. Δημητριακ ά έσπερναν λίγα, κυρίως για την τροφή των ζώων. Οι περισσότε ροι αγόραζαν στάρι, αλεύρι, ψωμί. Υπήρχαν μερικοί Τριγλιανο ί , οι οποίοι καλλιεργο ύσαν περιβόλια και το προϊόν της παραγωγής τους, το πουλούσαν στην τοπική αγορά. Από το προϊόν της παραγωγής τους απόκτησαν και τα επώνυμά τους όπως:   
Ζαρζαβατζ ής, Κρεμμύδας, Τρουψής, Καβούνης, Καβουνίδη ς,Πεπόνης, Κελέκης,Kαρπούζας, Καρπούζογ λου.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς
Συνεχίζετ αι…. 

Αποσυνδεδεμένος Μέλος Φόρουμ

  • Global Moderator
  • ****
  • Δώστε Συγχαρητήρια
  • -Δώστε: 106
  • -Λαμβάνω: 54
  • Μηνύματα: 801
  • Τόπος: Ραφήνα
  • Επιβράβευση του μέλους απο : 66
  • Φύλο: Άντρας
Ζαρζαβατζ ής, Κρεμμύδας, Τρουψής, Καβούνης(-ίδης), Πεπόνης, Κελέκης, Kαρπούζας(-ογλου)

Ζαρζαβατζής
 H λέξη ζαρζαβάτι ή ζαρζαβατι κό προέρχετα ι από την τουρκ. Zerzavat που σημαίνει το  λαχανικό, χορταρικό . Ζαρζαβατζ ή λέγανε τον λαχανοκηπ ουρό.
Τα εργαλεία του λαχανοκηπ ουρού ήταν :  το λισγάρι, το δικέλλι,  σκαλιστήρ ια,, η τσάπα, , ο κασμάς κ.α..
Λισγάρι ή λισκάρι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος «μανίκι»-λαβή που κατέληγε στη συνέχεια σε δύο  σιδερένια αιχμηρά διχαλωτά άκρα, τα οποία βυθίζοντα ν στο χώμα σε σχεδόν κατακόρυφ η θέση, όταν το πατούσαν με όλο το βάρος του σώματος
Δικέλλι= σκαπτικό εργαλείο με ξύλινο στέλεχος που μοιάζει σαν τσάπα, αλλά   καταλήγει σε δύο σιδερένια  αιχμηρά άκρα.
Σκαλιστήρι= μικρή σκαπάνη για το ελαφρό σκάψιμο του εδάφους,
εργαλείο της κηπουρική ς , του οποίου το μεταλλικό τμήμα έχει τη μια απόληξη διχαλωτή και την άλλη  πεπλατυσμ ένη.
Τσάπα=σκαπτικό εργαλείο που αποτελείτ αι από ξύλινο στέλεχος και από ένα κοφτερό πλατύ μεταλλικό εξάρτημα.
Κασμάς= σκαπτικό εργαλείο σαν αξίνα.  
Οι ζαρζαβατζ ήδες κατόρθωνα ν να εκμεταλλε ύονται επιτυχώς το έδαφος και να παράγουν πολλές ποικιλίες λαχανικών .

Tα λαχανικά που έτρωγαν οι Μικρασιάτ ες ήταν: Λάχανο, κουνουπίδ ι, παντζάρια, καρότα, ραπάνια ή ρεπάνια, σπαράγγια, σέλινο, μαρούλι, αντίδια, ρόκα, κρεμμύδια, σκόρδα, πράσα, μπιζέλια, αρακά,  ρεβίθια, κουκιά, φασολάκια, αγγούρια, κολοκύθια, αγκινάρες, μελιτζάνε ς, ντομάτες πατάτες, μπάμιες, σπανάκι, πιπεριά, μαϊντανό, γλυκάνισο κ.α.
Στους Τριγλιανο ύς άρεσαν οι καπαμάδες, οι  λαχανοντο λμάδες, τα γεμιστά κολοκυθάκ ια, τα τουρσιά (αγγουράκι α, σέλινο, καρότα, πιπεριές, κουνουπίδ ι, λάχανο) οι χορτόπιτε ς, οι χορτόσουπ ες, οι διάφορες σαλάτες με λαχανικά ωμά ή βρασμένα και τα λαχανικά μαγειρεμέ να με κρέας (λάχανα, κουνουπίδ ια, ραδίκια, σέλινο, αντίδια). Τρώγανε ωμά και ψημένα κρεμμύδια και κρεμμυδάκ ια. Κάνανε στιφάδο. Τρώγανε ωμά σκόρδα, βάζανε στα φαγητά  και κάνανε σκορδαλιά . Τα μπιζέλια και τα ρεβίθια τα  έτρωγαν πράσινα ως λαχανικά και ξερά ως σούπα κ.α.  
Τα κουκιά τα τρώγανε ωμά και ξερά. Τα ξερά κουκιά τα μαλάκωναν μέσα στο νερό επί 24 ώρες περίπου και λέγονταν βρεχτοκού κια, τα οποία έτρωγαν με ψωμί και ελιές όταν νήστευαν. Επίσης στη νηστεία έτρωγαν νερόβραστ α ξερά φασόλια.  

Κρέμμυδας ή Κρομμύδας, (Κρόμας στην Αμερική)
 Παραγωγός κρεμμυδιώ ν, φύτευε κρεμμύδια .
To κρεμμύδι ή κρομμύδι είναι φυτό, γνωστό με τα επιστημον ικά ονόματα κρόμμυον ή Άλλιον το κοινό. Το κρεμμύδι είναι λαχανικό και η πιθανή προέλευση είναι από τη νοτιοανατ ολική Ασία. Τα φύλλα αλλά και ο βολβός του τρώγονται, έχοντας χαρακτηρι στική καυτερή γεύση και άρωμα.
Είναι γνωστό εδώ και χιλιάδες χρόνια, καθώς θεωρούντα ν δυναμωτικ ό αλλά και με ιαματικές ιδιότητες, ενώ η εύκολη καλλιέργε ιά του και η μεγάλη διάρκεια ζωής σε αποθήκευσ η βοήθησαν στη διάδοσή του.
Υπάρχουν πάρα πολλά είδη κρεμμυδιώ ν και η χρήση του είναι σχεδόν καθημεριν ή σε κάθε κουζίνα. Το πράσινο (χλωρό) κρεμμύδι, γνωστό και ως ανοιξιάτι κο κρεμμυδάκ ι χρησιμοπο ιείται ωμό σε σαλάτες και σάλτσες, σα γαρνίρισμ α και ως αρωματικό σε έτοιμα γεύματα. Τα ξερά κρεμμύδια τα τρώγανε στην Τρίγλια ωμά ή ψημένα, τσιγαριστ ά, τα  βάζανε στα φαγητά και  κάνανε στιφάδο. Ο κρεμμυδοπ αραγωγός έσπερνε κρεμμύδια σε μεγάλη έκταση, ενώ αυτοί που φύτευαν για την οικογένει ά τους, έβαζαν σε μικρές επιφάνειε ς που τις χαρακτήρι ζαν «ψάθα» και «γαδουροκυλίστρα»π.χ έλεγαν: έσπειρα μια «ψάθα» κρομμύδια ή αυτός έσπειρε μια γαδουροκυ λίστρα μέρος (πολύ λίγο).      

■Η Ελένη Χατζούδη- Τούντα γράφει στο βιβλίο της «Η Ηλιοστάλα κτη από το Γιαλί-Τσιφλίκ της Βιθυνίας», το γειτονικό μας χωριό, για την παραγωγή κρεμμυδιώ ν και τις ευεργετικ ές ιδιότητες του κρεμμυδιο ύ.    

…..«Τα σπίτια, τα έχτισαν το ένα δίπλα στο άλλο και μιας και ήταν όλοι οι κάτοικοι Έλληνες, τουρκική λαλιά δεν άκουγες, έξω απ’ τις μέρες του έρχονταν οι Τουρκάλες από το διπλανό χωριό το Διασκέλι, να φορτώσουν κρεμμύδια, που άφθονα είχε ο τόπος. Όλοι οι Γιαλί- Τσιφλικιώ τες το λιγότερο που τρώγαμε την ημέρα ήταν δυο κρεμμύδια . Ανοίγαμε το ζεστό κριθαρένι ο ψωμί, κοπανούσα με το κρεμμύδι, το βάζαμε ανάμεσα στην ψίχα με μπόλικες ελιές και το τρώγαμε. Γι’ αυτό καμαρώναμ ε επειδή είχαμε τα πιο γερά, κάτασπρα δόντια και τα πιο κόκκινα μάγουλα απ’ τα γύρω χωριά. Μάλιστα, όταν πηγαίναμε σε επισκέψει ς συγγενικέ ς άλλοτε στην Προύσα, τα Μουδανιά, την Τρίγλια, την Κωνσταντι νούπολη, όλοι απορούσαν με τα δόντια μας: «Μαν διές τους καλέ-διές τους, τι κάτασπρα δόντια πο’χουν». Άραγε να ήταν απ’ τα κρεμμύδια;»….    


Tρουψής
Το επώνυμο προέρχετα ι από την τούρκικη λέξη turp που σημαίνει ρεπάνι ή ραπάνι και τρουψής είναι ο ρεπανάς ή ραπανάς. Ρεπάνι ή ραπάνι : η εδώδιμη ρίζα του ποώδους φυτού, ράφανος ο εδώδιμος. Κατάγεται από την Ασία. Καλλιεργε ίται γι΄αυτή τη σαρκώδη, τραγανή ρίζα του, η οποία τρώγεται ως ορεκτικό ή σαλάτα. Η ρίζα έχει σχήμα σφαιρικό ή κωνικό και μακρύ ανάλογα με την ποικιλία. Το χρώμα της ρίζας ποικίλλει από λευκό, κόκκινο, ροζ και πορφυρό. Οι διάφορες ποικιλίες διακρίνον ται: σε ανοιξιάτι κες, καλοκαιρι νές και χειμωνιάτ ικες. Οι χειμωνιάτ ικες έχουν πιο καυτερή γεύση.  Ρεπανάκι ή ραπανάκι λέγονται για τις μικρές κόκκινες ρίζες μιας ορισμένης ποικιλίας . Τρώγονται ωμά και σε σαλάτες είναι μάλιστα δε περίφημο ορεκτικό λόγω της πικάντικη ς γεύσης τους. Είναι γνωστή η φράση «ραπανάκια για την όρεξη».
Οι Βυζαντινο ί  είχαν τα ραπανάκια στη διατροφή τους και τα συνδύαζαν  πολύ με το κρασί.    

 Καβούν-ης, Καβουν-ίδης, Πεπόνης, Κελέκης
   
To επώνυμο Kαβούνης προέρχετα ι από την Τούρκικη λέξη kavun= πεπόνι.
Το Καβουνίδη ς είναι ο απόγονος του Καβούνη και το συνώνυμο ελληνικό είναι Πεπόνης. Το πεπόνι,  αρχαίο ελληνικό πέπων ο κοινός, είναι ο καρπός της πεπονιάς. Τα πεπόνια είναι από τα πιο διαδεδομέ να καλοκαιρι νά φρούτα.
Το επώνυμο ή είναι επαγγελμα τικό, δηλαδή παραγωγός πεπονιών(είχε μποστάνι με πεπόνια) ή είναι παρατσούκ λι από το κίτρινο χρώμα του πεπονιού, κίτρινος «σαν το πεπόνι», «σαν το καβούνι», ωχρός, κιτρινιάρ ης.  
Επίσης, το επώνυμο Κελέκης μάλλον προέρχετα ι από το κελέκι,τούρκικα kelek, το άγουρο πεπόνι ή Κελέκης από την ομοιότητα προς το κελέκι «σαν άγουρο πεπόνι».Ο Σταύρος ο Κελέκης στη Ραφήνα μας είπε ότι το επώνυμό τους προέρχετα ι από το «κελέκι», το «άγουρο πεπόνι» που σημαίνει δύστροπος . Στα λεξικά kelek= άγουρο πεπόνι. Επίσης, αναφέρετα ι και μια άλλη εκδοχή  Κελέκης <kelek = είδος βάρκας.  
Ανεξάρτητ α από την προέλευση των επωνύμων φαίνεται ότι υπήρχε παραγωγή πεπονιών και άγουρων πεπονιών(κελέκια) στην Παλιά Τρίγλια.

Καρπούζ-ας, Καρπούζ-ογλου
Το επώνυμο  προέρχετα ι μάλλον από επάγγελμα δηλαδή καρπουζοπ αραγωγός(είχε μποστάνι από καρπούζια) ή από το παρατσούκ λι καρπούζας  που σήμαινε τον χοντρό ή τον κεφάλα. Το παιδί του Καρπούζα είναι ο Καρπούζογ λου. Η λέξη «καρπούζι» προέρχετα ι από την αντίστοιχ η τουρκική Karpuz. H ελληνική λέξη του φρούτου είναι «υδροπέπων». Ωριμάζει το καλοκαίρι και είναι ένα από τα πιο διαδεδομέ να καλοκαιρι νά φρούτα.
Ανεξάρτητ α από την προέλευση του επωνύμου, στην περιοχή της Τρίγλιας υπήρχαν μποστάνια καρπουζιώ ν.

Επιμέλεια: Στάθης Δημητρακό ς

Πηγές:1. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνι κής, ΑΠΘ, ΙΝΣ (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυ λλίδη).
 2.«Ελληνικό λεξικό»  Τεγόπουλο ς – Φυτράκης, Ελευθεροτ υπία 1993
3. «Ελληνικά επώνυμα Τουρκικής προέλευση ς» Δημήτρης Τομπαΐδης, Αθήνα 1990.
4.«Λεξικόν Ελληνο-Τουρκικόν, Τουρκο-Ελληνικόν» Μενέλαου Δημητριάδ ου, Εκδόσεις Κακουλίδη 2001.
5.«Γεωγραφία της Μ.Ασίας» Παντ. Κοντογιάν νης, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι 1921.
6. «Η Ηλιοστάλα κτη από το Γιαλί- Τσιφλικ της Βιθυνίας», Μυθιστορη ματική Βιογραφία,
Ελένη Χατζούδη- Τούντα, Επανέκδοσ η 2007, Σύλλογος Μικρασιατ ών Πτολεμαΐδ ας «Η Μικρά Ασία»- Νομαρχιακ ή Αυτοδιοίκ ηση Κοζάνης.  
7.Εγκυκλο παίδεια «Υδρία»
8.Εγκυκλο παίδεια «Δομή».


 

SimplePortal 2.3.7 © 2008-2021, SimplePortal